[Σημείωση: Σημείωση: Αυτόν τον μήνα, αλλά και τον επόμενο, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια του Τρίτου Μέρους της Κόμισσας. Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
***
Ο δαιμονισμός της Ντόροθι Έλλις
Της Ντέλφα Μακντόναλντ
(Τεύχος Φεβρουαρίου, 1898, σελ. 17-19)
Δύο κάτοικοι του χωριού Ένχερστ έφεραν στο σπίτι των Έλλις τον καινούριο ιερέα, τον πατέρα Κέιν, έναν νέο άντρα, με μαύρο ράσο και μαύρα μαλλιά, που κρυβόταν πίσω από το χαμόγελό του. Ήταν απόφαση αρχικά των γονιών της δεκαεπτάχρονης κόρης τους, Ντόροθι, και έπειτα των γειτόνων τους. Αλλά και οι άλλοι κάτοικοι που είχαν μαζευτεί στο σπίτι συμφώνησαν πως η μικρή χρειαζόταν να τη δει ένας παπάς, γιατί τις τελευταίες μέρες έτρωγε ελάχιστα, σπαρταρούσε πάνω στο κρεβάτι, πετούσε αντικείμενα και φώναζε ασυναρτησίες. Κι εφόσον είχαν νέο ιερέα, δεν έπρεπε να καθυστερήσουν άλλο.
Έτσι, δύο άντρες πήραν τα άλογά τους έσπευσαν ως το επόμενο χωριό, όπου είχε το σπίτι του ο ιερέας, τον ενημέρωσαν για την κατάσταση της μικρής Έλλις και εκείνος τους ακολούθησε, αφού πήρε μαζί του την μαύρη δερμάτινη τσάντα του.
Πριν τα μεσάνυχτα, είχαν φτάσει στην οικία της άτυχης οικογένειας και ο ιερέας άνοιξε δρόμο ανάμεσα στο μαζεμένο πλήθος, κατευθυνόμενος προς την πηγή των κραυγών που έσειαν το μέρος. Ζήτησε απ’ όλους να μείνουν έξω από το δωμάτιο. Έπειτα, μπήκε μέσα, έμεινε για λιγότερο από μισό λεπτό και βγήκε. Ενημέρωσε άπαντες πως η Ντόροθι χρειαζόταν εξορκισμό. «Άμεσα» τόνισε σοβαρά, σηκώνοντας το αριστερό του χέρι. «Αν θέλετε να ζήσει, δηλαδή. Δεν έχουμε πολύ καιρό, μέχρι το ακάθαρτο πνεύμα να την κυριεύσει εντελώς και να την μετατρέψει σε ένα δοχείο που θα το πετάει δεξιά και αριστερά, μέχρι να σπάσει».
Όλοι σταυροκοπήθηκαν. Οι γονείς της Ντόροθι, κάποτε σκληροί άνθρωποι που έδερναν την κόρη τους με το παραμικρό, τώρα ζητούσαν από τον ιερέα να κάνει ό,τι μπορεί για αυτήν και εκείνοι θα του παρείχαν επ’ αόριστον ό,τι παρήγαγαν. «Σώστε την, πάτερ μου» έκλαψε η μητέρα της μικρής. «Σας ικετεύω».
Ο πατήρ Κέιν χτύπησε την γυναίκα απαλά στον ώμο, δίνοντας την υπόσχεσή του ότι θα έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε.
Ύστερα, είπε ξανά σε όλους να περιμένουν έξω από το δωμάτιο, μέχρι να βγει ο ίδιος ή αν τους φωνάξει να μπουν. «Είναι επικίνδυνο για τους απλούς ανθρώπους να έρχονται τόσο κοντά με ένα δαιμονισμένο κορίτσι» είπε. «Θα μπορούσε να σας οδηγήσει να πράξετε αμαρτίες που δεν έχετε καν διανοηθεί».
Όλοι του έδωσαν την υπόσχεσή τους.
Κι εκείνος επέστρεψε κοντά στην Ντόροθι, αφού σφράγισε την πόρτα.
Η κοπέλα έπαιρνε βαθιές ανάσες. Είχε ιδρώσει, τα ξανθά μαλλιά της κολλούσαν και το νυχτικό της είχε μουλιάσει από διάφορα σωματικά υγρά. Τα χέρια και τα πόδια της ήταν δεμένα. Το κεφάλι της υψωνόταν από το μαξιλάρι και έπεφτε πάλι. Το βλέμμα της φαινόταν προβληματισμένο. Το δωμάτιο ήταν ανάστατο.
Η Ντόροθι δεν του έδωσε σημασία. Αντίθετα, έλεγε «Μπαμπάς-μαμά, βέργα, όχι ρούχα, χρατς-χρατς-χρατς, ΑΟΥ-ΑΟΥ-ΑΟΥ, ρούχα, κρεβάτι, κραπ η πόρτα, κλάματα, κραπ η πόρτα…»
Ο Κέιν αναστέναξε. Άπλωσε το χέρι και χάιδεψε τα μαλλιά της αδύνατης κοπέλας που ταλαιπωρούνταν από κάποια πάθηση, ψυχικής φύσεως. Της χαμογέλασε χαιρέκακα. «Ώστε εσύ θα είσαι η εκλεκτή μου που θα φέρει τον Αφέντη μου στη Γη» συνέχισε, ενθυμούμενος πόσο εύκολα τριγύριζε σε όλη την επικράτεια παριστάνοντας τον ιερέα.
Κοίταξε προς την πόρτα -κλειστή.
Έβγαλε από την τσάντα του το μπουκαλάκι με το πορφυρό υγρό δικής του παρασκευής. Το έφερε κοντά στη Ντόροθι. «Δαιμονισμένη θέλουν, δαιμονισμένη θα έχουν».
Λίγα λόγια για την συγγραφέα:
Η Ντέλφα Μακντόναλντ γεννήθηκε το 1870 στο Δυτικό Λονδίνο. Είχε δύσκολη παιδική ηλικία, μεγαλώνοντας σε τρεις διαφορετικές οικογένειες, τις οποίες δεν θυμάται πια. Ζει με τον σύζυγό της και τα δυο παιδιά τους στο Σάρρεϋ και γράφει μικρές ιστορίες που «πηγάζουν από την ψυχή της», όπως λέει και η ίδια.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο προέκυψε από μια ιδέα της Κικής Γιοβανοπούλου.
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
