Κάθε πρωί η Ιουλία ξυπνάει στις 5:30. Το σώμα της έχει μάθει πια να υπακούει χωρίς αντίσταση, λες και το ξυπνητήρι είναι μια αόρατη αλυσίδα που τη σέρνει έξω από το κρεβάτι της. Ντους, δόντια, καφές σκέτος. Λίγες γουλιές στο μπαλκόνι, πριν το ρολόι της ουρλιάξει πως είναι ώρα να φύγει. Κι όμως, σήμερα… σήμερα κάτι αλλάζει.
Καθώς η ζεστή πικρή γεύση του καφέ ακουμπάει τη γλώσσα της, τα μάτια της πέφτουν στον ορίζοντα. Το σκοτάδι υποχωρεί, λιώνει αργά σαν κερί, αφήνοντας χώρο στο φως να ξεχυθεί, απαλό, ήρεμο, σχεδόν διστακτικό. Και τότε τη χτυπάει μια σκέψη, μια ανάμνηση, σαν ρεύμα κρύου αέρα που περνά από ρωγμή στο παράθυρο.
Κάποτε πάλευε να φτάσει αυτή την ώρα ξύπνια. Τότε που η ζωή ήταν γλέντι, τότε που η νύχτα δεν είχε τέλος. Με τις φίλες της να γελάνε δίπλα της, με μουσικές, με κρασί, με ξενύχτια που τέλειωναν μόνο όταν ο ήλιος σηκωνόταν από τη θάλασσα, σαν σκηνή από ταινία που ήξερε απ’ έξω. Θυμάται πως έμενε ξύπνια, με μάτια βαριά αλλά γεμάτα ανυπομονησία, μόνο και μόνο για να δει αυτό το χρυσαφένιο πρώτο φως. Και τώρα;
Τώρα ξυπνάει κάθε μέρα ακριβώς αυτή την ώρα, και όμως, η ανατολή της ξεγλιστράει. Κάθε μέρα, το φως έρχεται κι εκείνη το αφήνει να φύγει, σαν να μη συνέβη ποτέ. Η καθημερινότητα την καταπίνει αθόρυβα, σαν ένα κύμα που γλείφει την άμμο και σβήνει τα αποτυπώματα. Πότε σταμάτησε να κοιτάζει; Πότε έπαψε να περιμένει;
Παίρνει άλλη μια γουλιά καφέ, κι η ζεστασιά του δεν είναι αρκετή να γεμίσει το κενό μέσα της. «Θα αλλάξει κάτι;» αναρωτιέται σιωπηλά. Ή μήπως έτσι είναι η ζωή; Ξυπνάς, πίνεις τον καφέ σου, φεύγεις. Ξανά και ξανά, μέχρι να μην έχει μείνει τίποτα από σένα, παρά μόνο μια σκιά που χάνεται μαζί με το σκοτάδι.
Στέκεται στο μπαλκόνι, το φλιτζάνι του καφέ ζεσταίνει τα χέρια της, μα το μυαλό της παραμένει παγωμένο, κολλημένο σε σκέψεις που δεν έχουν χρώμα, όπως το γκρίζο του ουρανού πριν από την αυγή. Το φως απλώνεται αργά, δειλά, σαν να φοβάται κι αυτό την πραγματικότητα που θα αποκαλύψει. «Πώς γίνεται να έχω τόσο φως γύρω μου και να νιώθω πως κινούμαι μέσα σε ένα τούνελ;» σκέφτεται. Κάποτε η ανατολή ήταν υπόσχεση, τώρα μοιάζει με υπενθύμιση.
Θυμάται τις παλιές της ανατολές. Τότε που γυρνούσε σπίτι με τις φίλες της, τα γέλια τους να στροβιλίζονται στον αέρα σαν πυροτεχνήματα. Πόσα όνειρα είχε τότε; Όλα τους ασύλληπτα, αθώα, και κυρίως… άπειρα. Τώρα όμως η αυγή τη βρίσκει πάντα εδώ, ίδια θέση, ίδιο φλιτζάνι, ίδιο βλέμμα χαμένο σε μια συννεφιασμένη προσμονή. «Τι απέγιναν εκείνες οι εκδοχές μου;» αναρωτιέται.
Η ρουτίνα την έχει αγκαλιάσει σφιχτά, σαν ένα μαλακό, αλλά ασφυκτικό κουκούλι. Το ξυπνητήρι πάντα στις 5:30, το ντους, η οδοντόβουρτσα, ο καφές, λίγες γουλιές, και ύστερα η φυγή. Η ίδια σκηνή κάθε πρωί, σαν επανάληψη σε θεατρικό έργο που δεν αλλάζει ποτέ. Μόνο που τώρα, σήμερα, η αυγή την προδίδει. Ξεγλιστράει ανάμεσα στα δάχτυλά της, αθέατη, σαν χαμένη ευκαιρία. «Και να πεις πως δεν τη βλέπω… Είναι εδώ. Κι όμως, δεν την βλέπω πραγματικά».
Η Ιουλία χαμογελάει πικρά. Κάποτε ήθελε να προλάβει τη ζωή, τώρα νιώθει πως εκείνη της ξέφυγε. Και το χειρότερο; Έμαθε να ζει έτσι, να μη διεκδικεί. «Αλλάζουν οι άνθρωποι ή απλώς ξεχνούν;» αναρωτιέται, ενώ ο ήλιος σκαρφαλώνει σιγά-σιγά στον ουρανό, νικώντας το σκοτάδι, όπως κάνει πάντα. Εκείνος ξέρει τον δρόμο του. Εκείνη;
Στέκεται λίγο ακόμα, το φλιτζάνι άδειο πλέον. Αναστενάζει και κατευθύνεται προς την πόρτα. Η ζωή συνεχίζεται, και αυτή, για άλλη μια φορά, την ακολουθεί.
Η Ιουλία σφίγγει το χερούλι της πόρτας, το μέταλλο παγωμένο στα δάχτυλά της, σαν να θέλει να τη συγκρατήσει, να τη ρωτήσει αν είναι σίγουρη πως θέλει να φύγει. Όμως εκείνη ξέρει την απάντηση. Πάντα ξέρει. Η ζωή την περιμένει έξω – η ίδια διαδρομή, το ίδιο γραφείο, τα ίδια πρόσωπα. Μια μηχανική επανάληψη που συνεχίζεται ασταμάτητα, όπως το ρολόι που δεν χάνει ποτέ τον ρυθμό του.
Κατεβαίνει τα σκαλιά και νιώθει τον πρωινό αέρα να χαϊδεύει το πρόσωπό της, φρέσκος και υγρός, σαν να της ψιθυρίζει πως η μέρα μπορεί να κρύβει κάτι διαφορετικό. Αλλά εκείνη δεν ακούει. Έχει μάθει να μην ακούει. Στο δρόμο, τα φώτα της πόλης αρχίζουν να σβήνουν ένα ένα, παραδίδοντας τη σκυτάλη στο φυσικό φως της ημέρας. Η ανατολή είναι παντού γύρω της, κι όμως, εκείνη δεν την κοιτάζει.
Περπατάει με σταθερό βήμα, οικείο, προσεκτικά χρονομετρημένο. Τα πεζοδρόμια, τα φανάρια, ακόμα και οι άνθρωποι γύρω της μοιάζουν σαν κομμάτια ενός παζλ που δεν αλλάζει ποτέ. Οι ίδιες φιγούρες, οι ίδιες κινήσεις. Ένας άντρας με χαρτοφύλακα, μια γυναίκα που μιλάει στο τηλέφωνο, το παιδί που κρατάει το χέρι της μητέρας του και σέρνει τα πόδια του νυσταγμένο. Σαν να παίζουν όλοι τους έναν ρόλο που κάποιος τους έχει δώσει χωρίς να ρωτήσει αν θέλουν να τον παίξουν.
Στη στάση του λεωφορείου στέκεται λίγο πιο πίσω, ακουμπάει το σώμα της στην κρύα σιδερένια κολόνα και κλείνει τα μάτια για μια στιγμή. Ίσως αν τα κρατήσει κλειστά αρκετά, να βρεθεί αλλού. Σε εκείνο το μπαλκόνι πριν χρόνια, με φίλους, γέλια, μουσικές που ξεχύνονταν στην αυγή. Αλλά το βουητό της πόλης δεν της επιτρέπει τέτοια πολυτέλεια. Η μηχανή του λεωφορείου γρυλίζει καθώς πλησιάζει, και η Ιουλία ανοίγει τα μάτια της ξανά.
Βρίσκει μια θέση δίπλα στο παράθυρο και αφήνει το κεφάλι της να ακουμπήσει στο κρύο τζάμι. Οι δρόμοι περνούν μπροστά της σαν βουβό φιλμ. Κάποιοι άνθρωποι χαμογελούν, άλλοι περπατούν βιαστικά, άλλοι κοιτούν το κινητό τους, κι εκείνη… εκείνη απλώς παρακολουθεί.
«Αν δεν μ’ αρέσει αυτό που ζω, γιατί δεν κάνω κάτι;» σκέφτεται. Και μετά γελάει πικρά. Γιατί έτσι είναι η ζωή, ίσως. Συνήθεια που σε καταπίνει.
Το λεωφορείο φτάνει στη στάση της. Σηκώνεται μηχανικά, βγαίνει έξω και ξεκινάει να περπατά προς το γραφείο. Το φως της ημέρας είναι πιο δυνατό τώρα, φωτίζει τις ταμπέλες, τα κτίρια, τους ανθρώπους. Όλα μοιάζουν τόσο ίδια… τόσο βαρετά ίδια.
Μπαίνει στο κτίριο και ο ήχος από τα τακούνια της αντηχεί στο άδειο λόμπι. Ο φύλακας στη ρεσεψιόν της ρίχνει μια τυπική ματιά, χωρίς καν να σηκώσει το κεφάλι του από την οθόνη. Ένα νεύμα, μια προσποιητή ευγένεια. Η Ιουλία ανταποδίδει μηχανικά, και το ασανσέρ την καταπίνει αθόρυβα.
Οι πόρτες ανοίγουν στον όροφό της, και το γνώριμο τοπίο της δουλειάς ξεδιπλώνεται μπροστά της. Μουντοί τοίχοι, φθορίζοντα φώτα που τρεμοπαίζουν, άνθρωποι που ανταλλάσσουν καλημέρες χωρίς να κοιτάζουν πραγματικά ο ένας τον άλλον. Το γραφείο της είναι όπως το άφησε – τακτοποιημένο, απρόσωπο, σαν να μην ανήκει σε κανέναν. Σαν να περιμένει κάποιον άλλον, κάποιον που θα το κάνει να αποκτήσει ζωή.
Κάθεται στην καρέκλα της και ανοίγει τον υπολογιστή. Η οθόνη φωτίζεται, γεμίζει με ατελείωτα emails, υπενθυμίσεις, εκκρεμότητες. Πριν προλάβει να το συνειδητοποιήσει, τα δάχτυλά της πληκτρολογούν απαντήσεις, οι ώρες κυλούν σαν λεπτές σταγόνες που πέφτουν αθόρυβα σε έναν απύθμενο κουβά.
Κάποια στιγμή σηκώνει το βλέμμα της. Το ρολόι δείχνει ήδη μεσημέρι. Ο ήλιος μπαίνει ντροπαλά από το παράθυρο, χαράσσοντας λεπτές σκιές πάνω στο γραφείο της. Σκιές που αλλάζουν, που κινούνται. Κι εκείνη; Εκείνη μένει ίδια, καθηλωμένη σε μια στιγμή που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, σαν σκηνή που κόλλησε σε μια ταινία που κανείς δεν παρακολουθεί πια.
«Πότε πέρασε τόσος καιρός;» σκέφτεται.
Μια συνάδελφος περνάει δίπλα της, αφήνοντας έναν αναστεναγμό κουρασμένης ρουτίνας να αιωρηθεί στον αέρα. Η Ιουλία την κοιτάζει, και για μια στιγμή νιώθει πως κοιτάζει τον εαυτό της. Την ίδια αποδοχή, την ίδια σιωπηλή παραίτηση.
Βγαίνει έξω για λίγο, στην ταράτσα του κτιρίου. Ο αέρας είναι πιο δυνατός εδώ, ξυπνάει τις αισθήσεις της. Κλείνει τα μάτια και αφήνει τον ήλιο να χαϊδέψει το πρόσωπό της. Κάποτε λαχταρούσε το φως, τώρα της φαίνεται σχεδόν ξένο.
«Τι απέγιναν όλα όσα ήθελα;»
Η ερώτηση αιωρείται μέσα της απρόσκλητη, ενοχλητική. Ίσως τα άφησε πίσω, εκείνες τις νύχτες που γίνονταν πρωινά γεμάτα υποσχέσεις. Ίσως τα αντάλλαξε για ένα σταθερό μισθό, για ένα πρόγραμμα που δεν αφήνει περιθώρια για όνειρα.
Και όμως, κάπου βαθιά μέσα της, υπάρχει ακόμα μια σπίθα. Μια μικρή, αχνή επιθυμία να αφήσει όλα αυτά πίσω, να ανοίξει μια πόρτα που δεν οδηγεί σε γραφεία και ραντεβού, αλλά σε κάτι άλλο. Κάτι αληθινό.
Αλλά μέσα της ξέρει πως το αύριο είναι το πιο ύπουλο ψέμα που λέει στον εαυτό της. Μπαίνει στο κτίριο και ο ήχος από τα τακούνια της αντηχεί στο άδειο λόμπι. Ο φύλακας στη ρεσεψιόν της ρίχνει μια τυπική ματιά, χωρίς καν να σηκώσει το κεφάλι του από την οθόνη. Ένα νεύμα, μια προσποιητή ευγένεια. Η Ιουλία ανταποδίδει μηχανικά, και το ασανσέρ την καταπίνει αθόρυβα.
Οι πόρτες ανοίγουν στον όροφο της, και το γνώριμο τοπίο της δουλειάς ξεδιπλώνεται μπροστά της. Μουντοί τοίχοι, φθορίζοντα φώτα που τρεμοπαίζουν, άνθρωποι που ανταλλάσσουν καλημέρες χωρίς να κοιτάζουν πραγματικά ο ένας τον άλλον. Το γραφείο της είναι όπως το άφησε – τακτοποιημένο, απρόσωπο, σαν να μην ανήκει σε κανέναν. Σαν να περιμένει κάποιον άλλον, κάποιον που θα το κάνει να αποκτήσει ζωή.
Κάθεται στην καρέκλα της και ανοίγει τον υπολογιστή. Η οθόνη φωτίζεται, γεμίζει με ατελείωτα emails, υπενθυμίσεις, εκκρεμότητες. Πριν προλάβει να το συνειδητοποιήσει, τα δάχτυλά της πληκτρολογούν απαντήσεις, οι ώρες κυλούν σαν λεπτές σταγόνες που πέφτουν αθόρυβα σε έναν απύθμενο κουβά.
Κάποια στιγμή σηκώνει το βλέμμα της. Το ρολόι δείχνει ήδη μεσημέρι. Ο ήλιος μπαίνει ντροπαλά από το παράθυρο, χαράσσοντας λεπτές σκιές πάνω στο γραφείο της. Σκιές που αλλάζουν, που κινούνται. Κι εκείνη; Εκείνη μένει ίδια, καθηλωμένη σε μια στιγμή που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, σαν σκηνή που κόλλησε σε μια ταινία που κανείς δεν παρακολουθεί πια.
«Πότε πέρασε τόσος καιρός;» σκέφτεται.
Μια συνάδελφος περνάει δίπλα της, αφήνοντας έναν αναστεναγμό κουρασμένης ρουτίνας να αιωρηθεί στον αέρα. Η Ιουλία την κοιτάζει, και για μια στιγμή νιώθει πως κοιτάζει τον εαυτό της. Την ίδια αποδοχή, την ίδια σιωπηλή παραίτηση.
Βγαίνει έξω για λίγο, στην ταράτσα του κτιρίου. Ο αέρας είναι πιο δυνατός εδώ, ξυπνάει τις αισθήσεις της. Κλείνει τα μάτια και αφήνει τον ήλιο να χαϊδέψει το πρόσωπό της. Κάποτε λαχταρούσε το φως, τώρα της φαίνεται σχεδόν ξένο.
«Τι απέγιναν όλα όσα ήθελα;»
Η ερώτηση αιωρείται μέσα της, απρόσκλητη, ενοχλητική. Ίσως τα άφησε πίσω, εκείνες τις νύχτες που γίνονταν πρωινά γεμάτα υποσχέσεις. Ίσως τα αντάλλαξε για ένα σταθερό μισθό, για ένα πρόγραμμα που δεν αφήνει περιθώρια για όνειρα.
Και όμως, κάπου βαθιά μέσα της, υπάρχει ακόμα μια σπίθα. Μια μικρή, αχνή επιθυμία να αφήσει όλα αυτά πίσω, να ανοίξει μια πόρτα που δεν οδηγεί σε γραφεία και ραντεβού, αλλά σε κάτι άλλο. Κάτι αληθινό.
Ίσως αύριο… Αλλά μέσα της ξέρει πως το αύριο είναι το πιο ύπουλο ψέμα που λέει στον εαυτό της. Ένα ψέμα γλυκό, τυλιγμένο σε μια ψευδαίσθηση αλλαγής που ποτέ δεν έρχεται. Το ξέρει. Το νιώθει. Και παρόλα αυτά, συνεχίζει να το ψιθυρίζει, σαν να μπορεί να το κάνει αληθινό, σαν να μπορεί να ξεγελάσει το χρόνο.
Γυρίζει αργά στο γραφείο της, αφήνει το φλιτζάνι δίπλα στον υπολογιστή και κάθεται. Τα δάχτυλά της αγγίζουν το πληκτρολόγιο μηχανικά. Η οθόνη μπροστά της γεμίζει με λέξεις, αλλά καμία δεν μοιάζει αληθινή. Οι ώρες περνούν και το μόνο που αλλάζει είναι η θέση της στο κάθισμα.
Όταν τελικά σηκώνεται, το φλιτζάνι είναι άδειο. Δεν θυμάται καν πότε ήπιε την τελευταία γουλιά. Αναστενάζει και κατευθύνεται προς την πόρτα. Η ζωή συνεχίζεται. Και εκείνη, για άλλη μια φορά, την ακολουθεί.
Ίσως αύριο…
Ίσως αύριο να δει την ανατολή.
Ίσως αύριο να θυμηθεί πώς ήταν να περιμένει κάτι με λαχτάρα.
Ίσως…
Αλλά το αύριο δεν έρχεται ποτέ.
Το ξυπνητήρι χτυπάει στις 5:30, ακριβώς όπως κάθε μέρα. Ο ήχος γεμίζει το διαμέρισμα, απλώνεται στους άδειους τοίχους, αλλά αυτή τη φορά δεν υπάρχει κανείς να το σταματήσει. Η Ιουλία δεν σηκώνεται. Δεν κάνει ντους. Δεν πίνει τον καφέ της. Δεν φεύγει για τη δουλειά.
Είναι ξαπλωμένη στο πάτωμα του σαλονιού, το βλέμμα της στραμμένο προς το ταβάνι. Τα μάτια της είναι ανοιχτά, αλλά δεν βλέπουν πια. Το χέρι της ακουμπά στο στήθος της, σαν να προσπάθησε να πιάσει την καρδιά της τη στιγμή που σταμάτησε. Μια απότομη, ύπουλη ανακοπή – τόσο αθόρυβη, όσο και η ζωή της τα τελευταία χρόνια. Χωρίς προειδοποίηση, χωρίς δράμα.
Το τηλέφωνο δονείται στο τραπέζι. Μια ειδοποίηση: “Μην ξεχάσεις τη συνάντηση στις 9”. Ένα μήνυμα από τη μητέρα της: “Όλα καλά, αγάπη μου;”. Μικρά κομμάτια μιας ζωής που συνεχίζουν να κινούνται, ενώ εκείνη έχει μείνει στάσιμη για πάντα.
Η Ιουλία έζησε προσπερνώντας την ανατολή, και έφυγε ακριβώς τη στιγμή που η αυγή φώτιζε τον ουρανό, για άλλη μια φορά χωρίς να τη δει.
Αφροδίτη Αυγερινού
