Πάντα είχα την αίσθηση ότι στο μυαλό μου συγκατοικούσαν πολλοί άνθρωποι. Ή για να ακριβολογώ, πως συγκατοικούσαν πολλές γυναίκες μαζί με μένα. Άλλες τις αναγνώριζα με τη μία κι άλλες έβγαιναν δειλά – δειλά στην πορεία, όσο μεγάλωνα. Το καλό είναι ότι δεν με φόβισαν ή δεν με τρομοκράτησαν ποτέ. Το κακό είναι ότι σε αυτό τον κόσμο οι γυναίκες έχουν να πουν πολλά και βαριά πράγματα. Οι άντρες του κύκλου μου λένε πως είμαι λίγο σεξίστρια. Δεν είμαι στ’ αλήθεια. Τα αρσενικά είναι τόσο απαραίτητα σε αυτό τον πλανήτη όσο και τα θηλυκά από βιολογικής απόψεως. Όταν όμως μιλάμε για διανοητικά φωτισμένα μυαλά και πνευματικότητα, όσα χρόνια κι αν περάσουν θα θεωρώ τις γυναίκες μαγικά πλάσματα. Νιώθω πως συνδέονται όλες με αθέατα σημάδια. Μοιάζει σαν ό,τι περνά η καθεμιά μας, να εντυπώνεται και τελικά να κληρονομείται σε όλες τις υπόλοιπες αυτόματα σαν μια ενιαία κοινή μνήμη. Ίσως γι’ αυτό μου φαίνεται πανεύκολο να συνυπάρχουν περισσότερες από μία μέσα στο μυαλό μου. Κάπως έτσι, για να αποτυπωθεί το “μοιρολόι” και να έχει κάποιο νόημα και συνοχή, χρειάστηκε να δώσω χώρο και λόγο σε μερικές από τις συγκατοίκους μου. Γι’ αυτό μοιραστήκαμε αυτό το μοιρολόι. Όφειλαν να πουν οι ίδιες την δικιά τους πλευρά των πραγμάτων. Άλλωστε το να συγκατοικείς, δεν σημαίνει κιόλας ότι γνωρίζεις καλά την σύνοικο…
Ιούνιος 1929
Η Ειρήνη τρίβει με μανία τους νταβάδες και σκέφτεται. Και όσο πιο πολύ σκέφτεται, τόσο πιο πολύ τρίβει. Τα χαρτιά της λένε πως είναι 27 χρονών, αλλά σύμφωνα με τη μάνα της είναι 30. Τότε που πήγε ο πατέρας της στην υπηρεσία, δήλωσε όλα τα παιδιά του μαζί. Όμως ούτε που θυμόταν πότε γεννήθηκε ποιος και έτσι δήλωσε ότι του κατέβηκε στο κεφάλι. Έντεκα παιδιά κατάφερε η μάνα της να γεννήσει, εννιά της ζήσανε. Δύσκολοι καιροί, γιατί στο τέλος εκείνου του αιώνα όταν σε πιάνανε οι πόνοι έκανες τον σταυρό σου κι έλπιζες τρία πράγματα: να βγει ζωντανό το παιδί, να επιβιώσεις εσύ και τουλάχιστον το πρώτο να είναι αγόρι, για να καμαρώσει ο άντρας σου και τα πεθερικά.
«Είτε 27, είτε 30 καμιά η διαφορά. Ολόκληρη γομάρα έγινα, ούτ’ ένα παιδί δεν μπόρεσα να δώσω στον άντρα μ’» λέει στον εαυτό της μέσα στη φούρκα και δώσ’ του ξανατρίβει. Γνωρίζει πως χρόνια τώρα πίσω από τις πλάτες της το χωριό τη φωνάζει «στέρφα» κι «ανεπρόκοπη». Αυτοί που την συντρέχουν την λένε απλά «άτεκνη». Ντροπή μεγάλη, λέει η μπάμπω η Λουλουδιά. Να μην τολμάει ούτε τον άντρα της να κοιτάξει στα μάτια. Ούτε ένα παιδί να τον βοηθάει στα χωράφια και τα ζώα. Ούτε ένα κοριτσάκι να το έχει εκείνη μπιμπελό στο σπίτι τους.
Κι αν ο σύζυγος δεν τολμάει να το πει με το στόμα, τα μάτια του τα λένε όλα όταν μπαίνει στο άδειο το σπίτι. Όταν καμιά φορά γυρνάει απ’ έξω πιωμένος, πάλι το λέει με τα νεύρα και τα χέρια του. Δεν βαριέσαι; Άντρας είναι και πρέπει να ξεσπάει. Έτσι ήταν κι έτσι θε να μείνει για πάντα το πράμα. Όμως την Ειρήνη δεν την πονάνε οι παταριές του. Αυτό που την πονά είναι η αγκαλιά της η αδειανή. Που είναι ξένη για τον άντρα της κλαίει… Έναν άντρα που της τον έδωσαν χωρίς να ξέρει καν ποιος είναι και πώς μοιάζει, αλλά της είπαν οι δικοί της τότε να μην τους ντροπιάσει ποτέ. «Κουβέντα να μην του γυρίσω και τα μάτια χαμηλά σε ό,τι προστάξει. Γι’ αυτό τα βράδια κλαίω μαναχιά μ’ στο στάβλο, να μην με δει κανείς που παρακαλάω τον Θεό για ένα μ’κρούτσκο…».
Σεπτέμβριος 1930
Ήρθε η σπορά και για τους ανθρώπους που ζουν από την γη, Σεπτέμβριος ίσον νέα χρονιά. Κι η Ειρήνη ζει σε μέρη που τα χωράφια είναι η επιβίωσή τους όλη. «Γεννήθ’κεν η καινούργια χρονιά και σπέρνουμε. Γεννήθ’κα κι εγώ γιατί έχω παιδί! Ακούς; Έχω γιο!» γράφει στο ημερολόγιο του μυαλού της, γιατί και να ήθελε να γράψει κανονικό ημερολόγιο, δεν μπορεί. Είναι αχρείαστο στα μέρη τους μια γυναίκα να γραφεί και να διαβάζει. Εδώ με το ζόρι ξέρουν γράμματα τα αρσενικά της γενιάς της. Όταν κοιτάς να γλυτώσεις πρώτα από τα πλιάτσικα των κομιτατζήδων κι έπειτα από τον πόλεμο, δεν έχεις ευκαιρίες για μόρφωση και πολυτέλειες. Ας είναι. Και με το μυαλό της μια χαρά ξέρει να γράφει.
Ξανακοιτάει τον γιο της και χαμογελά. Ο μικρός ήταν το νούμερο εφτά παιδί της οικογένειας από ένα χωριό παραπέρα. Αφού τον γέννησε η δόλια η μάνα, ανέβασε πυρετό και ξεψύχησε στο κρεβάτι της μια βδομάδα μετά. Η μαμή είπε πως έμεινε ύστερο μέσα στην κοιλιά της και σάπισε. Ο πατέρας του αποφάσισε να τα μεγαλώσει και τα εφτά μόνος με τον πεθερό, αλλά στο μήνα πάνω διπλώθηκε στα δύο πιάνοντας την κοιλιά του, ενώ περπάταγε στη μέση του δρόμου κι απόμεινε εκεί. Κανείς δεν κατάλαβε από τι έφυγε. Έτσι ήθελε ο Θεός κι έτσι έγινε. Πήγε να βρει την γυναίκα του κι αυτός ο άμοιρος, αφήνοντας τον παππού πίσω με εφτά στόματα να θρέψει και να αναστήσει. Τι να αποκάμει ο άνθρωπος; Έδωσε τα τρία πιο μικρά σε οικογένειες άλλες να τα μεγαλώσουν. Δεν μπορούσε μονάχος του.
Σαν έφυγε η ρετσινιά της άτεκνης από πάνω της, η Ειρήνη ένιωσε άλλος άνθρωπος. Ξαφνικά άρχισαν να της μιλάν ακόμη κι αυτές που μέχρι πριν λίγο καιρό έκαναν ότι δεν την έβλεπαν στον δρόμο. Από την πολλή της την χαρά έπαιρνε το βλαστάρι της και σεργιανούσαν να δει τα πάντα το παιδί. Ένα απογευματάκι τους πλησίασε η μπάμπω η Λουλούδω.
– Σερνικό ή θηλυκό είν’ τούτο; την ρώτησε και στύλωσε τα μάτια της στο μωρό
– Αγόρι είναι, είπε διστακτικά η μάνα
– Σαν πολύ όμορφο είναι για αγόρι…
«Έφυγα τρέχοντας. Το μάτι της το κακιασμένο είχε μείνει πάνω στον γιο μου. Μαζευτήκαμε στο σπίτι και καλού κακού τον ξεμάτιασα κατευθείαν, λέγοντας από μέσα μου τ’ όνομά του κι έτρεμα! Ευτυχώς που προλάβαμε την Κυριακή που μας πέρασε και τον βαφτίσαμε. Του δώσαμε το καλύτερο όνομα. Ο παπάς στην εκκλησιά τον είπε Κωνσταντίνο, αλλά εμείς τον φωνάζουμε Κώτσο. Ωραίο, λεβέντικο όνομα, σαν τον λεβέντη τον πεθερό μου. Ο άντρας γελάει κάτω από τα μουστάκια του και οι φωνές τέλεψαν. Πάνε τα νεύρα και τα χέρια του πάνω μου, φύγανε. Επιτέλους τον βλέπω να κρυφοχαίρεται από καμιά φορά όταν μας κοιτάει. “Να ξεπεταχτεί, λέει, και θα τον παίρνω παντού μαζί μου. Στα γελάδια, στα πρόβατα και στα δέντρα να τα μάθει όλα. Όλα δικά τ’ θε να ‘ναι. Πρέπει να τα ξέρ’.” Ευχαριστώ Θεέ μου. Με αξίωσες από ξένη να γίνω επιτέλους γυναίκα του και μάνα του παιδιού μας.»
Αύγουστος 1950
«Ο Κώτσος άντρεψε και τα κάνει όλα. Στα ζώα πάει πρωτύτερα από όλους κι από τα χωράφια τελευταίος φεύγει. Από την ημέρα που ήρθε στο σπίτι μας κάνει τα πολλά ακόμ’ περσότερα και τα καλά ακόμ’ καλύτερα». Ο γιός της γελάει δυνατά και είναι συνεχώς χωρίς πουκαμίσα. Λες και δεν κρυώνει αυτό το παιδί. Του έκανε λόγο η μάνα του προχθές για παντρειά όσο έτρωγε όρθιος και βιαστικός κι εκείνος κοκκίνισε σαν κορίτσι. “Όταν έρθει η ώρα μάνα, θα σου πω εγώ τι να κάνεις.”
Φεβρουάριος 1951
«Το παλικάρι μ’ είναι στο στρατό και μας στέλνει γράμματα όποτε μπορεί. Άδειες πολλές δεν παίρνει για δε προλαβαίνει να πάει και να ‘ρθει. Είναι πολλές μέρες δρόμο μακριά. Στον τελευταίο φάκελο όμως μας έβαλε τρία γράμματα, χώρια για τον καθένα: Ένα για τον πατέρα του, ένα για μένα κι ένα για το νονό του. Αφού εγώ γράμματα δεν ξέρω καθόλου κι ο πατέρας του δεν ήταν σίγουρος ότι τα κατάλαβε όλα σωστά, τα πήγαμε στον κουμπάρο που είναι ο δάσκαλος του χωριού, για να μας τα διαβάσει.»
Τελικά μια χαρά τα είχαν καταλάβει. Στον πατέρα του έγραφε να πάει να ζητήσει εκ μέρους του την Ανθία από τον πατριό της. Να μην ζητήσει δεκάρα για προίκα, ούτε άλλο τίποτα να μην καταδεχτεί. Μόνο σαν πει το ναι ο κύρης να την φορτώσει στο κάρο τους και να την φέρει στο σπίτι σαν νύφη τους κι αρραβωνιαστικιά του μέχρι να απολυθεί σε δυο χρόνια για να την παντρευτεί. Με έναν όρο: να μην κάτσει μέρα παραπάνω στα πατρογονικά της κι άμα θέλει να πηγαίνει να βλέπει τη μάνα και τα αδέλφια της, θα το κάνει μόνο μαζί τους.
Η Ειρήνη σάστισε. Γίνονται αυτά τα πράγματα; Αρρεβώνας χωρίς γαμπρό; Εκεί που είπε ότι ο στρατός του σάλεψε τα μυαλά, εκεί μαλάκωσε σαν της διάβασε ο δάσκαλος το δικό της γράμμα. Σ’ αυτήν ήταν γλυκός σαν καλοκαιρινός γιαρμάς, ο καταφερτζής! “Πάρε μάνα την Ανθούλα στην αγκαλιά σου και κάντην κόρη σου. Δεν περνά καλά εκεί μέσα. Κι αν πουν οι γονιοί της το ναι, πάρε το δικό μου το κομπόδεμα κι αγόρασέ της τα όλα από την αρχή. Ούτε βρακί να μην πάρει από το σπίτι της, εκτός κι αν θέλει κάτι εκείνη να κουβαλήσει στο δικό μας. Και κάτι ακόμα: Το νου σου. Ποτέ μόνη της άμα ζυγώνει το σπίτι των γονιών της. Πάντα εσύ μαζί της προστάτης, όπως ήσουν και μαζί μου.”
Στο νονό – δάσκαλο είπε πιο λίγα: “Δώσε μου την ευχή σου νονέ και βοήθα τους γονιούς μου να φέρουν στο σπίτι την γυναίκα που ζητώ.”
Μάρτιος 1951
Η Σοφία έχει αρχίσει τις δουλειές όταν ακούει στο παράθυρο της κουζίνας τα δυο χτυπήματα. Γυρνώντας βλέπει την φίλη της και ξακουστή προξενήτρα της περιοχής να της κάνει νόημα να ανοίξει.
– Έφυγαν όλοι;
– Ναι. Τι έγινε;
– Ξεκουμπίστηκε κι αυτός;
– Κι αυτός…
– Κάνε τότε έναν σεκερλί γκαϊβέ και κάτσε να σου πω, που έχω νέα! είπε θριαμβευτικά κι αφού την σερβίρισε η φίλη της, μπήκε στο ψητό. Τον μπάρμπα-Γούλα από το δίπλα το χωριό τον ξέρεις;
– Όχι, έκανε η Σοφία.
– Τι όχι καημένη; Για του Γκούντα τον γιο σου λέω.
– Λέμε όχι χριστιανή μου. Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο! αποκρίθηκε αγανακτισμένη.
– Πολύ κακώς δεν τον ξέρεις. Γιατί και χωράφια έχει και ζώα έχει και την Ανθία θέλει για νύφη!
Νταμπλάς της ήρθε της Σοφίας. Ο μπάρμπας γυρεύει την κόρη της για νύφη και η φιλενάδα της το έχει χάσει τόσο πολύ που τον σιγοντάρει κιόλας; Δεκάξι χρονώ κορίτσι να το δώσει στον παππού; Ε δεν πάμε καλά!
– Βρε καημένη δεν την θέλει για τον ίδιο. Σύμμασε το μυαλό σου! Για τον γιό του τον Κώτσο την θέλει.
– Ε κι αν την θέλει ο γιος του, για δεν στέλνει ο γιος την πρόταση και μου ήρθες εδώ και μου μιλάς για τον μπάρμπα; έκανε ακόμη πιο συγχυσμένη η Σοφία.
– ‘Πειδής ο γιος δεν είναι εδώ…
Κάθισε λοιπόν η προξενήτρα και τα είπε χαρτί και καλαμάρι της Σοφίας. Κι η Σοφία όχι μόνο αρέστηκε, αλλά το ίδιο μεσημέρι στρίμωξε την κόρη της. Η Ανθία από την άλλη δεν είχε και πολλά να σκεφτεί. Δεν διώχνεις τέτοια τύχη. Μοναχοπαίδι με περιουσία για τα δεδομένα της περιοχής. Ούτε κουνιάδες να σε κοιτάν σαν παρακατιανή, ούτε κουνιάδια να μάχεσαι για το βιός σου, ούτε καν συννυφάδες να μοιράζεσαι την κουζίνα σου. Κι η κυρά -Ειρήνη η πεθερά της, όλοι είχαν να το λεν, ήσυχη και καλόβολη σαν πρόβατο του Θεού. Σάμπως κι αν έμενε στο πατρικό της καλύτερα θα πέρναγε; Ο πατριός της, ο επονομαζόμενος Μπέης, από μωρό δεν την συμπάθαγε. Βρέφος ήταν όταν δευτεροπαντρεύτηκε η μάνα της. Ας όψεται η ανάγκη. Ένα παγωμένο ξημέρωμα, σιμά κοντά όταν παντρεύτηκαν, το βρεφάκι είχε γανιάσει στο κλάμα. Πήρε ο αθεόφοβος το μωρό και το εκσφενδόνισε έξω από το παράθυρο από τα νεύρα του που δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Ευτυχώς το σπίτι ήταν σιόπατο κι έξω είχε παχιά χιόνια. Αλλόφρων έτρεχε η Σοφία να το μάσει από την παγωνιά. Βέβαια πέρασαν τα χρόνια, αλλά αντί να καλυτερέψουν τα πράματα όλο και χειρότερα γίνονταν.
Για όλους αυτούς τους λόγους κι ακόμη περισσότερους, το βράδυ ξεμονάχιασε και τον κύρη της. Μέρα δεν πρόλαβε να κλείσει και η απόφαση πάρθηκε. Γιατί ο Μπέης πέταξε από την χαρά του. Στο δικό του μυαλό οι θυγατέρες της γυναίκας, που της είχαν μείνει αμανάτι από τον πρώτο της τον γάμο, του ήταν μόνο βάρος. Τώρα του δινόταν η ευκαιρία να ξεφορτωθεί την μία με συνοπτικές διαδικασίες και μάλιστα οι συμπέθεροι – άκουσον, άκουσον! – δεν ήθελαν ούτε προίκα. Ένας μπελάς λιγότερος στο κεφάλι του. Άνοιξε η τύχη του σαν να λέμε.
Και κάπως έτσι η Ανθούλα – καταπώς την αποκαλούσε για τα επόμενα χρόνια ο Κώτσος της – τρεις μέρες μετά βρέθηκε αρραβωνιασμένη με τον… αέρα και φορτωμένη στο κάρο του πεθερού της. Κι όσο προχωρούσε το κάρο, τόσο πιο φοβισμένη ένιωθε. Γιατί καλά της τα ‘πε η μάνα της για να την γλυκάνει, αλλά τον Κώτσο τον είχε δει όλο κι όλο μια φορά πέρσι στο πανηγύρι. «Καλός στην κοψιά δεν λέω, όμως δεν είπε πολλά. Κι ούτε κοιτούσε και πολύ προς τις κοπέλες. Σαν να ντρεπόταν…». Κι οι γονιοί του; Θα έμενε μόνη της με δυο ξένους. Θα άνηκε πια σε αυτούς. Σάματι είχε διαφορά που καθόταν μπροστά – μπροστά στο κάρο κι όχι πίσω σαν τσουβάλι; Αυτοί νύφη γυρέψανε και οι δικοί της την δώσανε έτσι, σαν αντικείμενο. Δεν χρειάζεται αυτό το σπίτι άλλο την κομότα του ας πούμε και την δίνει σε ένα άλλο σπιτικό να εκπληρώσει εκεί τον σκοπό της. Ποιος ρωτά το έπιπλο αν θέλει να πάει; Κανείς. Πάλι καλά που την ενημερώσανε κιόλας που λέει ο λόγος.
Τα χρόνια πέρασαν και η τύχη της νύφης άνθισε όνομα και πράμα. Ο Κώτσος απολύθηκε και φυσικά την παντρεύτηκε. Κι ούτε μια παταριά, μια τόση δα σφαλιάρα δεν τόλμησε ποτέ να της δώσει. Κάνανε και δυο γιους. Μάλιστα ήταν η πρώτη στο χωριό που γέννησε με γιατρό σε νοσοκομείο. Ακούς πράγματα; Όχι μαμές και τέτοια. Γιατρός κανονικός παρακαλώ, που έβαζε και το χωνί στο αυτί κι άκουγε λέει την καρδιά του παιδιού σαν τούρλωσε η κοιλιά της. Μέγας είσαι Κύριε! Ο Κώτσος της και τις δυο φορές χρύσωσε όποιον έβλεπε και δεν έβλεπε στο νοσοκομείο. Στο σπίτι η Ειρήνη κερνούσε από 40 μέρες για τον κάθε εγγονό κι ο πεθερός έτρεχε να της βρει ό,τι λαχταρνούσε η λεχώνα, για να έχει καλό γάλα.
Απροσδιόριστος μήνας, 1968
Η Ανθία ξέρει γραφή κι ανάγνωση, όμως ποιος έχει χρόνο για τέτοια πράγματα; Σαν την πεθερά της και πόσες ακόμα γυναίκες αυτού του κόσμου, γράφει κι αυτή ημερολόγιο στο μυαλό της. «Μα ποιος μένει για πάντα ευτυχισμένος; Κανείς! Εμένα την ευτυχία μου την έδωσε ο Θεός από κει που δεν την περίμενα κι έτσι και μου την πήρε. Ο Κώτσος μου αρρώστησε. Τρέχαμε στην αρχή σε γιατρούς. Πρώτα κοντινούς κι ύστερα πιο μακριά. Σταμάτησε να νιώθει τα ποδάρια του. Άγνωστος νευρολογική πάθησις χωρίς ίασην, είπαν οι γιατροί. Βρεθήκαμε στη Βουλγαρία που ήταν γνωστοί για τα ιατρικά τους τότε. Για μήνες ολόκληρους ο άντρας μου στο κρεββάτι του νοσοκομείου να κάνει θεραπείες κι εγώ να κοιμάμαι όπου βρω. Ένα βράδυ δεν είχα πού να γείρω, έψαξα, ξανάψαξα και βρήκα ένα χώρο με μεγάλα μεταλλικά τραπέζια. Πήρα κι ένα σεντόνι από όπου να ‘ναι και κουκουλώθηκα μέχρι τα μάτια από την κούραση και το κρύο. Δεν ξέρω πόσο είχα κοιμηθεί, όταν μπήκαν δυο άντροι εκεί μέσα. Άρχισαν να μιλάνε τα δικά τους, άκουσα εγώ, άνοιξα τα μάτια και άρχισα να μουρμουρίζω μέσα στο χάσιμο του ύπνου και του ξύπνιου. Τρελάθηκαν οι άνθρωποι, κατατρόμαξαν. Φώναζαν μέσα στο μισοσκόταδο γιατί νόμιζαν πως είδαν φάντασμα. Εξαφανίστηκαν τρέχοντας κι αφού άνοιξα καλά τα μάτια κατάλαβα πως είχα αποκοιμηθεί στο νεκροτομείο! Με το δίκιο τους οι δόλιοι. Νόμιζαν πως ήμουνα πτώμα που ζωντάνεψα. Να γελάς και να κλαις μαζί.
Όμως ούτε οι Βούλγαροι μας βοήθησαν τελικά. Σαν έμεινε πια τελειωτικά στο καροτσάκι, τα μάσαμε και φύγαμε από εκεί. Είχα μήνες να δω τα παιδιά μου. Ευτυχώς η πεθερά τα είχε αναλάβει σαν δικά της κι ακόμη καλύτερα. Από την απελπισία μου πήρα σβάρνα τα μοναστήρια. Όπου άκουγα για θαύματα εκεί πάαινα κι εγώ…». Δώσ΄του να τάζει σε κάθε άγιο και κάθε μοναστήρι η νύφη. Έφυγαν όλα τα χρυσαφικά, ακόμα και τα νυφιάτικά της. Η ελπίδα λένε σε τρέφει, η πίστη σε ξεκουνά. Μέχρι που ελπίδα τέλεψε και τέσσερα χρόνια μετά έφυγε ο Κώτσος. Ντύθηκε η Ανθία στα μαύρα κι από νύφη έγινε χήρα με τσεμπέρι στα 34 της. Η κυρά – Ειρήνη έβαλε κι εκείνη τα μαύρα και δεν τα έβγαλε ποτέ ξανά από πάνω της. Λένε άμα χάνεις τον άντρα σου είναι βαρύ το πλήγμα, επειδή είναι αυτός που στηρίζει το σπίτι σου. Όταν όμως χάνεις το παιδί σου, χάνεις και την ψυχή σου μαζί.
Απρίλιος 1992
«Πλησιάζει η Πασχαλιά Κώτσο μου και τα παιδιά με ζήτησαν στα σπίτια τους. Η Ανθία έμεινε στο χωριό να κάνει ετοιμασίες για το ψήσιμο κι εγώ μένω από τρεις τέσσερις μέρες σε κάθε εγγονό, τάχατις για να κοιτάξω τα παιδιά τους που δεν έχουν σχολειό. Ψέματα. Οι νύφες δεν με αφήνουν να κάνω τίποτα. Νε δουλειές, νε τίποτα σε λέω. Πααίνουν όλοι στις δουλειές τα πρωινά κι εγώ μούνκι τα ταΐζω το μεσημέρι με έτοιμο φτιαγμένο φαΐ που έχουν μαγειρέψει εκείνες αποβραδίς. Μένουν κια οι δυο οι γιοι σου σε σπίτι που τα λεν “οικοδομή”. Αυτό πα να πει πως το ένα σπίτι είναι πάνω απ’ τ’ άλλο, μέχρι ψηλά στον ουρανό, χωρίς αυλή και χωράφι γύρω γύρω. Στις οικοδομές αυτές μένουν πολλές οικογένειες μαζί, αλλά δεν είναι συγγενείς μεταξύ τους. Ακούς πράματα;
Σήμερα ήρθα στο σπίτι του μεγάλου σου του γιου, που έχει δυο παιδάκια. Κι ο μικρός δηλαδή δυο έχει. Είπαν κι οι δυο οι νυφαδιές πως άλλα παιδιά δεν κάνουν, φτάνει. Είναι κουραστικό ‘πειδής είναι ζωηρά. Την αλήθεια όμως να την πούμε: είναι ζωηρά τα άτιμα. Τ’ αγόρια περισσότερο. Σαν διαόλια πάνε. Ειδικά το πιο μικρό μου θυμίζει εσένα. Τρέχει πάνω – κάτω χωρίς φανελάκια. Τ’ ακούς; Σαν εσένα που πέταγες τις πουκαμίσες.
Προχτές το μεσημέρι όταν γύρισε ο πατέρας του και με βρήκε σκυμμένη να μαζεύω τα νερά που έριξε το μικρό, τον έπιασαν τα νεύρα τόσο πολύ που το κυνηγούσε γύρες γύρες σε όλο το σπίτι. Κάποια στιγμή πήγε να το τσακώσει και το πονηρό ήρθε και κρύφτηκε στα μεσοφόρια μου. Φούσκωσα κι εγώ την φούστα να μπουρμπουλωθεί καλά καλά κι έσκυψα πάνω απ’ το μ’κρούτσικο. “Βάρα εμένα παιδί μ’. Χτύπα εμένα. Άντρας είσαι και πρέπει να ξεσπάσεις, να φύγουν τα νεύρα”. Ο γιος σου έμεινε με το χέρι σηκωμένο. Και τι χέρι, ε; Μεγάλο σαν πατόφκυαρο είναι το ευλογημένο. “Τι λες βρε γιαγιά; Εσένα; Ποτέ!”. Μετά με πήρε και με κάθισε κι άρχισε να μου φιλάει τα χέρια. Δυο μέτρα άντρας μέχρι εκεί πάνω γονάτισε και με φίλαγε σαν μωρούλι, εμένα που δεν είμαι τίποτες. Το πιστεύς; Έτρεχαν λίγο λίγο τα μάτια του κι εγώ τον χάιδευα και τον έλεγα “Κούκλα μ’ καλή” και “Μανάκα μ’ καλή” όπως τον έλεγα όταν ήταν κούτσικος. Μετά τον μάλωσα και λίγο να πάψ’ να κλαίει κοτζαμάν άντρας. Ντροπής πράματα. Πού ακούστ’κε αρσενικό να γονατίζει μπροστά σε γ’ναίκα;»
Αύγουστος 2010
Μεγάλη μέρα σήμερα. Παντρεύεται μία από τις κολλητές μου. Σαν έσυρα το πόδι μου δυο – τρία χρόνια πριν και παντρεύτηκα, αρχίσαμε μία μία να τακτοποιούμαστε στην παρέα, όπως λένε κι οι μανάδες μας. “Τακτοποίηση” τι άσχημη λέξη στ’ αλήθεια. Υπονοεί πως πριν το γάμο η ζωή σου είναι ένα χάος και μετά μπαίνεις σε σειρά σαν να ‘σαι αντικείμενο. Το να αποκτήσεις σύζυγο είναι εύκολο. Το να βρεις τον άντρα σου όμως είναι ένα εντελώς άλλο πράγμα. Είναι αυτός που εσύ η ίδια αποφασίζεις ότι του ανήκει η ψυχή σου, ανεξαρτήτως καταστάσεων. Είναι σαν να προσπαθείς να εντοπίσεις την μία και μοναδική αγκαλιά, στην οποία να κουμπώνεις τόσο καλά εκεί μέσα, σε σημείο που να νομίζεις ότι το κορμί του άντρα σου δημιουργήθηκε ειδικά για σένα. Ο άντρας σου λοιπόν, είτε τον παντρευτείς είτε όχι, παραμένει άντρας σου για πάντα. Τυχερές αυτές που κατάφεραν να έχουν τον άντρα τους για σύζυγό κι αντίστροφα. Σήμερα όμως είμαι χαρούμενη. Είμαι σχεδόν σίγουρη πως η κολλητή μου βρήκε τον άντρα της. Ε, και παρεμπιπτόντως τον παντρεύεται κιόλας.
Έχω φτάσει από τις πρώτες και βλέπω την φίλη μου να λάμπει. Όχι εκείνη την προσποιητή νυφική λάμψη από τα πολλά φτιασίδια, αλλά αυτή του ενθουσιασμού. Τα μάγουλά της είναι κόκκινα από φυσικού της και οι βλεφαρίδες της σήμερα μοιάζουν με της Νταίζη Ντακ. Οι φωτογράφοι μας τριγυρίζουν για να τα πιάσουν όλα. Κάποια στιγμή η νύφη μου ζητάει κάτι από την κουζίνα και περνώντας δίπλα από τον φωτογράφο προσέχω μια κρυστάλλινη φοντανιέρα με ένα ματσάκι αποξηραμένων λουλουδιών να αναπαύεται πάνω της. Μοιάζει να στολίζει την φοντανιέρα, αλλά ταυτόχρονα το μπουκετάκι δείχνει ασυνήθιστα κακόμοιρο. Δεν είναι φρέσκο, ούτε όμορφο και έχουν τυλίξει με κόκκινη κορδέλα τα αποξηραμένα άνθη με λεπτά κλαδάκια που ομοιάζουνε με βίτσες. Σαν εκείνες που μας διηγούνταν οι γονείς και οι παππούδες μας ότι έτρωγαν ξύλο από τον δάσκαλο. Μάλλον την ίδια ανατριχιαστική σκέψη έχει και ο καλλιτέχνης της εικόνας δίπλα μου και πιάνει να το παραμερίσει. Δυστυχώς γι’ αυτόν η φίλη μου έχει ήδη φανεί στο σαλόνι και τον βλέπει.
– Σας παρακαλώ, αφήστε το κάτω.
– Ήθελα να βγάλω την φοντανιέρα με τα κουφέτα και τις γόβες σας δίπλα δίπλα, εξηγεί την ομολογουμένως καθόλου πρωτότυπη ιδέα του εκείνος.
– Έχει τον λόγο της που είναι εκεί. Θα δείτε στην πορεία, του απαντά.
Βλέπω ότι έχει αρχίσει να χάνει την υπομονή της κι αυτό δεν είναι καλό, αν και παραμένει εξαιρετικά ευγενική.
– Ήρθαν τα όργανα! φωνάζω χαρούμενα για να της αποσπάσω την προσοχή.
Σε όλο τον κόσμο ο γάμος σήμαινε πάντα χαρά. Κάθε θρησκεία, κάθε κουλτούρα, κάθε μέρος έχει τον δικό του τρόπο να γιορτάζει αυτή την χαρά. Και γιορτή χωρίς μουσική δεν υπάρχει. Υπάρχει; Και κάπου εδώ αρχίζει η παράνοια, διότι στα μέρη που στέριωσαν οι πρόγονοι της κολλητής αγαπούν τα χάλκινα. Αυτοί που ξέρουν, λένε ότι ο πολύ δυνατός ήχος των χάλκινων δεν συνδυάζεται εύκολα µε την ανθρώπινη φωνή. Πνευστά και νταούλι παίζουν ζωηρούς σκοπούς που σε χτυπάνε στα μηνίγγια. Κάπως έτσι, θες δεν θες το κεφάλι σου γεμίζει με κορνέτα, τα πνευμόνια σου συντονίζονται με το νταούλι, ενώ η καρδιά σου ακούει το μοναδικό ελληνικό όργανο που ξέρει στ’ αλήθεια να κλαίει όταν το θέλει: το κλαρίνο.
Κι αν η μουσική είναι χαρά στ’ αυτιά, τα έθιμα είναι χαρά στα μάτια. Στο δικό μας μέρος έχουμε πολλά είδη ανθρώπων. Κι άρα όταν παντρευόμαστε έχουμε και διαφορετικά έθιμα. Κάποιες από εμάς κάναμε δήθεν πείσματα ότι και καλά δεν μπαίνουν τα νυφικά παπούτσια. Άλλες σπάσαμε ψωμιά και νυφικές κουλούρες πάνω από τα κεφάλια μας, κι άλλες μας ρίξανε νερό στα πόδια μας στο διάβα για την εκκλησιά. Μέχρι και σήμερα όλα όσα κάναμε ήταν για το καλό, την τύχη, την γλυκιά μετέπειτα ζωή. Ούτε μια μάνα ή γιαγιά δεν μας αποχαιρέτισε στ’ αλήθεια. Ούτε ένας πατέρας δεν έδειξε περίλυπος που έφευγε το κορίτσι του από το σπίτι. Περίεργο δεν είναι; Για πρώτη φορά στην ζωή της γυναικείας μας παρέας όμως ένα έθιμο που δεν το είχαμε ξαναδεί, έμελλε να μας τσακίσει την καρδιά. Μας έκανε να καταλάβουμε με το στανιό την γυναικεία μας φύση. Είναι η μοίρα σου να φεύγεις από το σπίτι σου άμα είσαι γυναίκα. Η πραγματική επιτυχία για τους γονείς σου είναι λέει να φύγεις σαν νύφη από το σπίτι και να μην ξαναγυρίσεις ποτέ πια πίσω, παρά μόνο σαν επισκέπτρια.
Κάπως έτσι λοιπόν ήρθε η ώρα να πάμε προς την εκκλησία. Όλη η κοριτσίστικη παρέα μας είναι πλέον στην έξοδο της πολυκατοικίας και περιμένουμε να βγει η νύφη συνοδευόμενη από γρήγορους σκοπούς. Κάποιες είμαστε βολεμένες σε αντρικά μπράτσα κι άλλες όχι. Όμως όλων μας το βλέμμα είναι καρφωμένο στην φιλενάδα μας που βγαίνει πρώτη και ακολουθούν σοβαροί οι γονείς της. Πίσω από το κορίτσι μας η μάνα της και λίγο παράμερα ο πατέρας της, που στέκεται σχεδόν στην γωνιά σαν παραπεταμένος και βλοσυρός. Και ξαφνικά τα όργανα παύουν τα χαρούμενα κι αρχίζουν ένα αργό και λυπητερό τραγούδι. Πρώτα το νταούλι με τους δυο χαρακτηριστικούς χτύπους, σαν κάλεσμα ένα πράγμα, κι έπειτα τα χάλκινα αρχίζουν το μοιρολόι. Γιατί μοιρολογάνε τα τραγούδια; Τρελαθήκανε; Χαρές έχουμε, λέμε.
Η νύφη πια από αγέρωχη κοπέλα στον καιρό της, μετατράπηκε σε ένα φοβισμένο πλάσμα κι έχει κατεβάσει το βλέμμα. Το έθιμο λέει πως φεύγοντας απ’ το σπίτι της δεν πρέπει να ξαναγυρίσει πίσω. Ούτε καν να το κοιτάξει. Κάνει ένα δειλό βηματάκι προς τα μπρος κι έπειτα μισό ακόμα. Μισό και μετέωρο και πάει να κοιτάξει πίσω. Η μάνα της όμως δεν την αφήνει. Την προφταίνει με το κακομοιριασμένο μπουκέτο – βίτσα και στις γυμνές πλάτες της φίλης μου πέφτει η πρώτη καμτσικιά.
– Φύγε!
Καλά λένε τελικά πως τα χάλκινα δεν συμβαδίζουν με ανθρώπινη φωνή. Στην πορεία μάθαμε πως έχει στίχους το έθιμο, αν και αν με ρωτάς αυτό που βλέπουμε λόγια δεν χωράει.
“Μια Παρασκευή κι ένα Σαββάτο βράδυ
μάνα μ’ έδιωχνε από το σπιτικό μου
Φεύγω κλαίγοντας, μικρούλα μου, και παραπονεμένη
Κι ο πατέρας μου κι αυτός μου λέει φύγε…”
Την διώχνει η ίδια της η μάνα, ακούς; Διώχνει το παιδί της κι ας μην έχει ξαναφύγει ποτέ από την αγκαλιά της. Είναι θηλυκό κι αυτοί που την αγαπούν πιο πολύ, την διώχνουν για να αναγκαστεί να πάει σε κάποιον άλλο, που πλέον του ανήκει. Είναι θηλυκό. Συμφωνήθηκε, αγοράστηκε ή πουλήθηκε, λίγη σημασία έχει πώς το λες.
Ένα δεύτερο βήμα κι ακόμη ένα μισό και το μοιρολόι συνεχίζει. Η νύφη πάει να κοιτάξει ξανά πίσω.
– Άσε με μάνα να μείνω εδώ. Εγώ μονάχα εσάς ξέρω. Ούτε που τον έχω δει τον άλλονε. Ούτε πού πάω ξέρω.
– Φύγε σου λέω. Τώρα είσαι του άλλου. Πέφτει τσάκ και η δεύτερη καμτσικιά, πιο δυνατή αυτή την φορά.
Αποκαρδιωμένη κάνει ακόμα ένα τρίτο βήμα. Προσπαθεί και πάλι να γυρίσει προς τα πίσω.
– Μια τελευταία ματιά θέλω απ’ το σπίτι μου. Δεν το δικαιούμαι;
– Όχι. Δεν είναι σπίτι σου πια. Τώρα είσαι μια ξένη. Το σπίτι είναι στον άντρα σου και πίσω δεν γυρίζεις!
Κλαίμε όλες πια. Δεν τα είπανε με λόγια η νύφη και η μάνα της όλα αυτά. Τα μεταφράσαμε μόνες μας και κλαίμε. Τα είδαμε και τα νιώσαμε χωρίς ποτέ κανείς να μας εξηγήσει το έθιμο. Είναι σαν να τα ζήσαμε κι εμείς μαζί με όλες τις γυναίκες που τα έζησαν πριν από εμάς. Σαν να ‘ναι χαραγμένες οι εμπειρίες τους στο DNA μας. Σχεδόν θα ορκιζόμουνα ότι είναι δίπλα μας και τραγουδάν οι ίδιες τους λυπητερά μαζί με το μοιρολόι που παίζει.
Είναι βαρύ να είσαι γυναίκα. Σε πουλάν και σε αγοράζουν με προίκες και τιμές. Σε λένε στέρφα κι ανεπρόκοπη. Τρως ξύλο και δεν μιλάς. Γεννάς παιδιά και πεθαίνεις. Αποφασίζουν άλλοι για σένα, πως θα μένεις πια άλλο, με κάποιον που δεν αντάλλαξες ποτέ σου ούτε μια κουβέντα. Μένεις χήρα, μαυροντύνεσαι. Χάνεις τα παιδιά σου, αλλά κλαις από μέσα σου μόνη για πάντα. Πονάς και δεν μιλάς. Σε πονάει όλος ο κόσμος και δεν μιλάς γιατί δεν έχεις το δικαίωμα. Άλλωστε είσαι το αδύναμο φύλο. Κι όποιος πει πως τα πράγματα δεν είναι έτσι πια: 140 από μας χάνονται κάθε μέρα από χέρι συντρόφου ή μέλους της οικογενείας…
Επειδή «Πού ακούστ’κε αρσενικό να γονατίζει μπροστά σε γ’ναίκα;»
Mdw C.
