Δέκα χρονών στο πίσω θρανίο, έβγαζε κρυφά την πιπίλα από την τσέπη, την έβαζε στο στόμα, την πιπίλαγε δυο-τρεις φορές γρήγορα γρήγορα και ξανά στην τσέπη. Θα σχολούσε σε λίγο και θα πήγαινε σπίτι… Τι σπίτι δηλαδή; Ένα δωμάτιο με ένα τραπέζι στο κέντρο, καρέκλες και ντιβάνια γύρω. Μια μικρή κουζινίτσα. Ο πατέρας της, η μάνα της και πέντε αδέλφια, όλοι μαζί μέσα εκεί. Να κοιμούνται, να τρώνε.
Το δωμάτιο ήταν σε μια κοινή αυλή με άλλα τρία. Πολύ φτώχεια. Στο ένα έμενε η μία της θεία με την οικογένειά της, τον άνδρα της και τα έξι παιδιά της. Στο δεύτερο, η άλλη αδελφή της μάνας της με τα δύο παιδιά της και στο τελευταίο ο παππούς και η γιαγιά, οι γονείς της μάνας της. Μικρασιάτες, που η μοίρα τους έριξε εκεί, στην Δραπετσώνα. Η τουαλέτα κοινόχρηστη, ένα εξωτερικό χτίσμα πρόχειρο στην αυλή, μαζί με το πλυσταριό. Από εκεί έπαιρνε μάτι όλα τα θηλυκά της οικογένειας ένας τριτοτέταρτος ανιψιός των παππούδων, μια αυλόπορτα άλλωστε χώριζε την τουαλέτα από τον δρόμο.
“Είναι παλαβός, ανίκανος και βολεύεται μόνο να παίρνει μάτι!”, ακουγόταν η μάνα της να λέει χαμηλόφωνα. “Σους, μην μιλάς και το μάθει ο πατέρας σου! Καήκαμε κι αυτός και εμείς μαζί!”.
Πενήντα χρόνια μετά, η μάνα της ήταν 90 χρόνων και την πήρε σπίτι να την γιατροπορέψει. “Έλα, εσύ δεν έχεις υποχρεώσεις”, της έλεγαν τα αδέλφια της. “Πέθανε ο άνδρας σου, μεγάλωσαν τα παιδιά σου. Να την πάρεις σπίτι, κρίμα είναι να την κλείσουμε στην κλινική.”
Ήξερε όμως πως το κρίμα ήταν το κομπόδεμα της μάνας τους που θα έχαναν πληρώνοντας κλινικές. Εκείνη δεν ήθελε τίποτα. Άλλωστε στα 13 της έφυγε από το σπίτι και στα 14 είχε ήδη παιδί. Αν δεν πέθαινε ο άνδρας της, ούτε που θα ασχολούταν με τη μάνα της. Δεν θα την άφηνε ούτε εκείνος δηλαδή, που ‘χε απλώσει τις φτερούγες του πάνω της, τόσο που ταλαιπωρήθηκε στη ζωή της και ταλαιπώρησε και τα παιδιά της από τα βιώματα. Είχε πέσει πάνω της σαν ασπίδα, όσο ζούσε.
Κυριακή, καθόταν σε μια πολυθρόνα. Είχαν πάει τα παιδιά της επίσκεψη να την δουν. Δεν ήταν καλά τελευταία. Η κόρη της είχε δει τη γιαγιά 30 φορές όλο κι όλο στα 47 της χρόνια. Δεν ήθελε να την βλέπει, ούτε αυτή, ούτε τον παππού της. Τους αποστρεφόταν για τα βάσανα που πέρασε η μάνα της και αυτή με τη σειρά της από εκείνη… Ένας κύκλος αέναος. Την άκουγε να μιλά στην μάνα της.
“Καλά ρε γιαγιά, γιατί δεν τον άφηνες τον παππού, τέτοιος που ήταν;” τη ρώτησε, λίγο για να την πειράξει και ίσως λίγο γιατί αληθινά απορούσε.
“Τον αγάπαγααα!” φώναξε η γριά.
“Τι αγάπαγες, ρε γιαγιά; Σε ζήλευε!”
“Με ζήλευε; Κομμάτια μου έκοβε από το κορμί, δεν με χτυπούσε, με δάγκωνε σαν σκυλί λυσσασμένο και να το αίμα ποτάμι!”.
“Και γιατί δεν τον άφηνες, ρε γιαγιά;”
“Πού να τον αφήσω; Σάμπως εγώ ήμουν καλύτερη; Τον αγάπαγα σου λέω, ορφανό παιδί ήταν και μεγάλωσε στους δρόμους. Ερχόταν το καλοκαίρι τα βράδια και έριχνε πετρούλες στην αυλή. Και όπως κοιμόμασταν στρωματσάδα, με χτυπούσανε οι πέτρες στο κεφάλι, να ξυπνήσω, να σηκωθώ λίγο να με δει. Τον είχε ξυλοφορτώσει ο πατέρας μου, εκεί αυτός. ‘Την Κατερίνη θα την πάρω βρωμόγερε, ή εγώ ή κανείς!’. Αλλά να, μόνο που θα έβγαινα έξω και θα με κοιτούσαν μάτια ή αν αργούσα, σαν πήγαινα για ψώνια, καθόταν στην αυλή και περίμενε, απειλούσε θεούς και δαίμονες. Και όταν με έβλεπε στην γωνία, φώναζε πως θα αυτοκτονήσει. Ρεζίλι στις γειτονιές. Και μετά με ρωτούσε με ποιον πήγα και ποιον είδα και ξεκινούσε πάλι τις δαγκωνιές…”.
Εκείνη άκουγε τον διάλογο και βυθιζόταν στα “γιατί”. “Γιατί τον άφηνες να μας δαγκώνει και εμάς; Γιατί, αν δεν τρώγαμε το φαγητό μας, μας έβαζε το κεφάλι στο καυτό πιάτο και μας έτριβε το πρόσωπο μέσα; Γιατί πέφταμε στα γόνατα, μικρά παιδιά, και τρίβαμε τα πατώματα με κουβάδες και παλιόπανα μέχρι να πληγιαστούμε; Γιατί με σταμάτησε το σχολείο και με έβαλε σε εργοστάσιο να δουλεύω σαν το σκυλί;”
Σιωπηλά, οι μνήμες χόρευαν άτιμα και της έτρωγαν το μυαλό.
“Και τα παιδιά…” λέει η γιαγιά, “τα αγόρια, τα έδιωξε δώδεκα χρονών στα καράβια γιατί ζήλευε. Δεν ήθελε να κοιτάω κανέναν, μόνο αυτόν… Όμως ήταν καλός άνθρωπος πουλάκι μου. Δεν τους έλειψε τίποτα, ούτε φαγητό, ούτε ρούχα…”
Και δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της, όταν εκείνη σαν να ξύπνησε από ύπνο βαθύ…
“Σκάσεεεε, σκάσε πια! Μην μιλάς, θα σε πνίξω! Μην μιλάς άλλο, με κατέστρεψες! Μας κατέστρεψες! Σταμάτα! Θα σε πνίξω! Σταμάτα!”
Σηκώθηκαν τα παιδιά, κράτησαν τη μάνα στο ένα δωμάτιο και πήγαν τη γιαγιά στο άλλο. Σαν βγήκε από τα σκοτάδια της εκείνη, τους καθησύχασε όλους, τους είπε πως ήταν κουρασμένη, άυπνη και ότι δεν είναι τίποτα, θα περάσει. Σκεφτόταν την πιπίλα που την καθησύχαζε, το ξύλο που έφαγε, τον αδελφό της που αυτοκτόνησε γιατί είχε γίνει ίδιος σαν τον πατέρα τους, τον εαυτό της που έφυγε για να γλυτώσει και έγινε μάνα στα 14, τα παγωτά και τα παιχνίδια που ζητούσε από τα πεθερικά της δήθεν για το παιδί και ύστερα που κλεινόταν στο δωμάτιο της κόρης της και έπαιζε με αυτά και έτρωγε τα παγωτά. Και όταν κοιμόταν η μικρή, την πιπίλα που της έπαιρνε και την έβαζε στο στόμα μέχρι να την πάρει και εκείνη ο ύπνος.
Σκεφτόταν, σκεφτόταν και περνούσαν τα παιδικά της από μπροστά της σαν ταινία. Μια ταινία που είχε ξεχάσει… Μέχρι που αναγκάστηκε να την φροντίσει και να τα θυμηθεί. Να θυμηθεί πως δεν την προστάτευσε ποτέ, πως δεν πήρε την ευθύνη της ποτέ, πως όταν γύριζε από το σχολείο, η μάνα της καθόταν με την αδερφή της στην αυλή και, βλέποντάς την να έρχεται από μακριά, την κορόιδευαν γιατί κούτσαινε. “Καλώς την στρέκλα! Πού ‘ναι η πιπίλα σου, μωρή!” και χα χα χα τα γέλια, ενώ ήξεραν πως κουτσαίνει γιατί είχε πάθει ζημιά στον γοφό, ύστερα από ένα δάγκωμα και ένα πέταμα στο πάτωμα…
Σκεφτόταν το ξύλο που είχε η ίδια δώσει στα παιδιά της χωρίς συνείδηση και την αγάπη που δεν είχε τρόπο να την αναγνωρίσει και πώς να τους την δείξει και πόσο παιδεύτηκε και πόσο τα παίδεψε μέχρι να μεγαλώσει και εκείνη μαζί με αυτά.
Τα παιδιά έφυγαν από το σπίτι. Την γιαγιά την είχαν ξαπλώσει για ύπνο. Εκείνη καθόταν ακόμα στην πολυθρόνα. “Την κατάρα μου να ‘χεις! Τα ίδια και χειρότερα με εμένα να πάθεις! Να μην σε κοιτάξουν τα παιδιά σου, μωρή στρέκλα! Ακούς;”
Είχε αρχίσει το παραλήρημα η μάνα της και κάθε τρεις και λίγο φώναζε το όνομά της, ανάμεσα στις κατάρες και τις απειλές.
Εκείνη ανασήκωσε το μαξιλάρι της πολυθρόνας, έβγαλε την πιπίλα που έκλεψε από το καρότσι της εγγόνας της, την έβαλε στο στόμα όπως άλλωτε και αποκοιμήθηκε.
Δεν την άκουγε πια… Αύριο θα έφευγε για την κλινική.
Ιφιγένεια Σταμοπούλου
