Πόσο καιρό περίμενε η Μάρθα αυτό το εφάπαξ; Πόσα όνειρα είχε πλάσει; Καταρχάς, να καταφέρει να πάρει ένα μικρό διαμέρισμα στο παιδί. Και κάθε φορά που όλο της μείωναν το εφάπαξ, όλο κι έκοβε από τα όνειρα, όλο και μίκραινε το διαμέρισμα. Το μόνο που δεν είχε κόψει από τα όνειρα ήταν εκείνο το ταξίδι στην αδερφή της στο Σικάγο, που τόσα χρόνια της πιπίλαγε το μυαλό να πάει. Κοιτούσε και ξανακοιτούσε τους αριθμούς στο βιβλιάριο και όλο περνούσε το χέρι της χαϊδευτικά πάνω στο τυπωμένο χαρτί.
Σα γύρισε εκείνη την ημέρα στο σπίτι, τοποθέτησε ευλαβικά το βιβλιάριο στο συρτάρι και κάθισε να δει ακόμη μία φορά τις φωτογραφίες που της είχε στείλει η αδερφή της. Αύριο, επιτέλους, θα πήγαινε να κλείσει τα εισιτήρια, και σ’ ένα μήνα… σ’ ένα μήνα θα ταξίδευε! Έπρεπε βέβαια να ψωνίσει και κάποια πράγματα, ε τι με άδεια χέρια θα πήγαιναν στην αδερφή της;
«Μπήκαν;» ακούστηκε η τραχιά φωνή του Νώντα. Εκείνη του έγνεψε θετικά, χωρίς να το πολυσκεφτεί, καθώς το μυαλό της έτρεχε στα δώρα που θα έπαιρνε.
«Σας έκανα ενημέρωση του βιβλιαρίου…» της είπε με μεταλλική φωνή η υπάλληλος κοιτώντας τη χωρίς να τη βλέπει.
«Τι εννοείτε; Είναι ενημερωμένο…» τραύλισε η Μάρθα και έριχνε το βάρος της εκνευρισμένη πότε στο ένα πόδι και πότε στο άλλο. Η υπάλληλος την κοίταξε με ξινισμένο ύφος.
«Σας έκανα ενημέρωση του βιβλιαρίου…» επανέλαβε ξανά, με πιο δυνατή φωνή και έσπρωξε το βιβλιάριο προς το μέρος της. Η Μάρθα την κοίταξε μπερδεμένη, μα ‘κείνη έσφιξε τα χείλη και χτύπησε το δάχτυλό της στο βιβλιάριο. Η Μάρθα τράβηξε το μικρό βιβλιαράκι και το άνοιξε. Τα λεφτά… Να εδώ, φαίνονται τα λεφτά και από κάτω… Και από κάτω το ίδιο νούμερο σε άλλη στήλη, της ανάληψης… Οι αριθμοί φτερούγισαν πάνω στη σελίδα μαζί με την καρδιά της. Δεν είναι δυνατόν! Τα λεφτά! Τα λεφτά! έπνιξε την κραυγή οργής που πήγε να ξεφύγει κλείνοντας το στόμα με το χέρι της και όρμησε κατά την έξοδο.
«Νώντα, τα λεφτά! Τι έκανες τα λεφτά;» ούρλιαξε στο κινητό καθώς προχωρούσε σαν κυνηγημένη κατά το σπίτι.
«Τι εννοείς;» ακούστηκε η φωνή του Νώντα ήρεμη από την άλλη άκρη της γραμμής. Η Μάρθα μαρμάρωσε, λες να μην τα πήρε ο Νώντας; Τότε ποιος; Πέρασε σαν ταχεία η σκέψη. «Που λες, Μάρθα, ετοιμάσου! Θα βγούμε να το γιορτάσουμε! Μόλις υπογράψαμε τα χαρτιά!» συνέχισε ήρεμα ο Νώντας.
«Τι να γιορτάσουμε;» ψέλλισε η Μάρθα μπερδεμένη κι ένιωσε το κορμί της να τρεμουλιάζει.
«Τι, τι να γιορτάσουμε; Το μαγαζί που έλεγα για το παιδί! Το πήραμε! Τώρα γυρνάμε. Μεγάλη ευκαιρία, δεν μπορούσα να καθυστερήσω, όλα έγιναν μπαμ μπαμ! Ας είναι καλά ο ξάδερφος!». Η Μάρθα έψαξε με το χέρι της κάπου να στηριχθεί. Δεν άκουσε τη συνέχεια, απλά κάθισε στο πεζοδρόμιο και τυλίχθηκε σαν μπάλα προσπαθώντας να ηρεμήσει. Το ‘πε και το κάνε! Τι σημασία είχε που αυτή είχε αντιρρήσεις; Τι σημασία είχε που ποτέ δε συμφώνησε; Αυτός πήγε και αγόρασε καφετέρια μέσω franchise! Πώς αγνόησε έτσι τον κίνδυνο; Γιατί δεν έδωσε περισσότερη σημασία; Ήξερε ότι αν ο Νώντας έβαζε κάτι στο μυαλό του, δεν του άλλαζε η γνώμη με τίποτα, αλλά αυτή νόμιζε ότι απλά το συζητούσε, όχι ότι θα το έκανε. Εν τω μεταξύ, αυτό που την εκνεύριζε πιο πολύ, ήταν ότι έδινε μεγαλύτερη σημασία στη γνώμη ενός ξένου παρά στη δική της. Τόσες φορές του είπε ότι ο ξάδερφος μπορεί να έβλεπε το κέρδος που έμπαινε μέσα στο ταμείο, αλλά δεν ήξερε πόσα έβγαιναν σε μισθούς, πληρωμές και τα παρελκόμενα… Άρα είναι αδύνατον να βγάλει το κεφάλαιο σε ένα χρόνο, όπως διατείνονταν και να έχει και κέρδος! Τι κι αν του είχε πει ότι καλύτερα θα ήταν να έπαιρναν μία γκαρσονιέρα για το παιδί, ώστε να μπορεί να μείνει χωρίς τη σπάθα του ενοικίου πάνω από το κεφάλι του. Ότι αυτές οι επιχειρήσεις είναι σκλαβιά, ότι πρέπει να είσαι πάνω από τους υπαλλήλους, ότι το παιδί έχει άλλα όνειρα, ακόμη σπουδάζει, σε λίγο θα πάει στρατό, δεν μπορεί να ασχοληθεί… Ο Νώντας θεωρούσε ότι θα γίνει εισοδηματίας στα γεράματα, απλά θα κάθονται και τα κέρδη θα έρχονται, όπως στα εταιρικά μαγαζιά…
«Βόηθα Παναγιά μ’!» ψέλλισε η Μάρθα.
Μα τι να σου κάνει και η Παναγιά; Τη μέρα που μπήκε μέσα στο μαγαζί, η Μάρθα ήξερε ότι μπλέξανε. Τρία στη σειρά καφέ σε δρόμο εκτός εμπορικής συνοικίας, δεν το λες έξυπνη κίνηση. Ο ξάδερφος όμως επέμενε ότι είχε καλά έσοδα. Δεν μπορούσε να το χωνέψει που εξανεμίστηκε το εφάπαξ της και ο Νώντας ενθουσιασμένος, να της λέει τι υπέγραψε, κι εκείνη να μην μπορεί να το πιστέψει, πώς ένας τόσο έξυπνος άνθρωπος που μέχρι τότε χειριζόταν τα οικονομικά τους άψογα, είχε δείξει τόση εμπιστοσύνη σε λόγια, λόγια λόγια… Λόγια, λόγια από τη μαμά εταιρεία μέχρι να υπογράψουν το συμφωνητικό: «Θα σας στηρίξουμε, θα σας βοηθήσουμε, θα σας δείξουμε, έχουμε υπαλλήλους, θα σας εκπαιδεύσουμε τους υπαλλήλους, θα θα θα…». Χα χα χα χα χα! Τόσα χρόνια στην Ελλάδα και δεν έμαθε να φοβάται τα «θα» και να τα ζητά όλα γραπτά! Χειροπόδαρα τους δέσανε, με τη σύμβαση για δεκαπέντε χρόνια, την οποία δεν έβαλε καν δικηγόρο να την κοιτάξει ο Νώντας. Μαύρα πήρανε τα περισσότερα λεφτά! Τίποτα δεν του έδωσαν γραπτώς από τις υποσχέσεις, και σύντομα ξεκίνησαν τα προβλήματα και τα «Δεν καταλάβατε καλά». Καθυστέρηση να φτιάξουν τα χαρτιά, να μη μπορούν να ανοίξουν, τα νοίκια να τρέχουν -εκεί κι αν τον έδεσαν χειροπόδαρα-. Ο υπάλληλος που έστειλε η μαμά εταιρεία για ένα μήνα, ότι ξέρει να τους βοηθήσει, να βλέπει τσόντες και να μην έχει ιδέα για ό,τι κι αν τον ρωτάγανε. Κι αν μιλούσανε, το ρίχνανε ότι αυτοί δεν ήταν σωστοί και δεν δούλευαν σωστά το μαγαζί. Κι ας ήταν ξεκάθαρος από την αρχή ο Νώντας ότι δεν είχαν ιδέα από αυτή τη δουλειά. Άλλωστε, για αυτό τους “επέλεξαν”, γιατί ένας γνώστης δε θα έβαζε το κεφάλι του μόνος του στη λαιμητόμο.
Ο ξάδερφος φυσικά εξαφανίστηκε. Σύντομα κατάλαβαν ότι τα “έσοδα” που παρουσίασε ο προηγούμενος ήταν εικονικά για να το πουλήσει, μόνο που δεν το πούλησε, γιατί του το πήρε η μαμά εταιρεία που τον είχε δέσει χειροπόδαρα κι αυτόν με τη σύμβαση, όπως και από τους προηγούμενους που απέκρυψε ότι υπήρχαν…
Πήρανε να μιλήσουν και με άλλους που είχαν μαγαζί από την ίδια εταιρεία, όλοι απελπισμένοι, να θέλουν να τα παρατήσουν και να μην μπορούν, γιατί θα έχαναν τα πάντα. Και η εταιρεία να πιέζει ότι πρέπει να αγοράζεις τόσα πράγματα, τα δικά της μόνο, στη διπλάσια σχεδόν τιμή από το σούπερ μάρκετ, για τον τζίρο που θα έπρεπε να έχεις και ας μην έχεις. Κι εκεί που η μαμά εταιρεία τους έλεγε ότι δεν υπάρχει θέμα αν το παιδί, που δούλευε δεκαεξάωρα και δεν έβγαινε να πάρει έστω ένα μισθό, πήγαινε στρατό, γιατί είπαμε, «Θαααααα σας στηρίξουμε…», τους γύρισε την πλάτη και τους πέταξε το μπαλάκι. «Δεν έχουμε υπαλλήλους, βρείτε… Και να μη βρίσκουν κι αν έβρισκαν να μην έρχονται ή να ζητάνε ο καθένας το μακρύ και το κοντό του. «Α κύριε Νώντα, πρέπει να είμαστε δύο άτομα, γιατί εγώ κάνω διατροφή και το πρωί πρέπει να φάω τα αυγά μου και να πάω και μία ώρα τουαλέτα». «Α, κύριε Νώντα, εγώ δεν μπορώ να σηκώνομαι στις έξι…», «στις εφτά…», «στις οκτώ…» και ήταν καλός ο κύριος Νώντας, στην αρχή, γιατί όταν άρχισε να βάζει κάθε μήνα από την τσέπη του για να βγουν οι μισθοί και οι κρατήσεις, ώστε να είναι και τυπικά εντάξει και τα μαύρα πριμ μπας και τους κάνει να φιλοτιμηθούν να δουλέψουν, άρχισε να στερεύει από καλοσύνη. Και κάθε μέρα, όλη μέρα, πρωί βράδυ, να σκάνε τα προβλήματα και το τηλέφωνο να μη σταματά. Και όταν πια τους ανάγκασε και η μαμά εταιρεία να φύγουν από εταιρεία με ντελιβεράδες, η οποία κράταγε μεγάλο ποσοστό μεν, αλλά τουλάχιστον οι παραγγελίες πήγαιναν στην ώρα τους, ο Γολγοθάς έγινε Έβερεστ. Σα να μην έφτανε που οι υπάλληλοι επίτηδες δεν άνοιγαν την πλατφόρμα για τις ονλάιν παραγγελία, ώστε να μην έχουν δουλειά, ήταν και αδύνατο να βρουν άτομα για παραδόσεις, κι αν έβρισκαν, να μη θέλουν να τους προσλάβουν, μόνο μαύρα. Σύντομα κατάλαβαν γιατί. Επειδή εμφανίζονταν για δουλειά όποτε τους έρχονταν, και αν ερχόταν, και συχνά έπαιρναν το πενηντάρικο που τους έδιναν για ρέστα και εξαφανίζονταν.
Και το μαγαζί μπήκε για πώληση μέσα σε λίγους μήνες, μπας και σταματήσουν την κατρακύλα. Μα κανείς δεν το ήθελε ή μάλλον το ήθελαν, αλλά τσάμπα. Και εκεί που βρίσκεται ένας και δίνει τον λόγο του (δεν είχε μάθει με τόσες κατραπακιές ο κυρ Νώντας ότι η μπέσα στην Ελλάδα, πέθανε), «Το κλείνεις τη Μεγάλη Βδομάδα, κυρ Νώντα, το ανοίγω την επόμενη, δίνουμε χέρια και κάνουμε τα συμβόλαια με το που ανοίγω, γιατί πού να βρούμε δικηγόρο μες το Πάσχα!». Και τον πίστεψε κι έκλεισε το μαγαζί, που δεν πήγαινε κι άλλο, καλή τη πίστη, κι αυτός εξαφανίστηκε. Περίεργο…
Τα νοίκια να τρέχουν, ο ιδιοκτήτης να πιέζει, η μαμά εταιρεία να ζητά αποζημίωση για πρόωρη λύση της σύμβασης, ο υπάλληλος τους έκανε καταγγελία απλά για να τους τρέξει, «Γιατί εγώ, κύρ Νώντα, δεν είμαι κωλόπαιδο!». Κι εκεί που πληρώσανε τριάντα χιλιάδες ευρώ για να το πάρουν, τώρα χρωστούσαν και άλλα σαράντα στον ιδιοκτήτη που μπήκε και πήρε όλα τα πράγματα, στη μαμά εταιρεία, στην εφορία που ας έκλεισαν, ήθελε να πληρωθεί για την επόμενη χρονιά, στη μεγάλη λογιστική εταιρεία, με τους ανίδεους υπαλλήλους, που κάθε μήνα έπρεπε να διορθώνουν τα λάθη της και που ποτέ δεν ήξερε τι έπρεπε να γίνει και τους καθυστέρησε στο άνοιγμα και πολύ περισσότερο στο κλείσιμο και καλούνταν αυτοί να πληρώσουν τα δικά τους λάθη… Κι άλλα πόσα… Κι όλα αυτά έπεσαν στους ώμους του παιδιού, μιας και ο Νώντας δεν άντεξε τη στεναχώρια… Και το παιδί μπήκε στον Τειρεσία και δύο χρόνια μετά δεν είχε καταφέρει να ξεμπερδέψει από τα διαδικαστικά και τα δικαστήρια.
Και κάπως έτσι χάθηκε το εφάπαξ και η Μάρθα στα εξήντα εφτά της, με σαράντα χρόνια προϋπηρεσίας ως νοσηλεύτρια και σαραβαλιασμένη από τη σκληρή δουλειά, αντί να χαρεί τη σύνταξή της και να κάνει το ταξίδι που τόσα χρόνια ονειρευόταν, ξεκίνησε να φροντίζει ανθρώπους ως αποκλειστική για να βοηθήσει το παιδί να ξεχρεώσει τα χρέη, που κάποιοι ασυνείδητοι με τις ψευτιές τους, για χάρη του προσωπικού τους κέρδους, δεν ντράπηκαν να του φορτώσουν.
Αφιερωμένο στα μικρά ψαράκια που πιστεύουν ακόμη ότι υπάρχει φιλότιμο και που σύντομα θα ανακαλύψουν ότι υπάρχει μόνο το «Ας πρόσεχες…».
TheBluez Guest
