Το βαπόρο πλησίασε αυτό το άγνωστο μέρος γεμάτο με ανθρώπους που η απελπισία, οι κακουχίες, η πείνα και η δίψα είχαν αφήσει βαθιά σημάδια στα ταλαιπωρημένα κορμιά, αλλά κυρίως στις ψυχές τους. Είχαν ξεκινήσει το μεγάλο χωρίς επιστροφή ταξίδι από τα ιερά χώματα της Ιωνίας, τον Σεπτέμβρη του 1922, με μία στάση στον Πειραιά και τελικό προορισμό ένα νησί τόσο μακριά από τον τόπο τους, στην άλλη άκρη της γης… στο Ιόνιο! Από την Σμύρνη στην Κέρκυρα!
Όσο πλησίαζαν στην ακτή, τα ψηλά κτίρια με τα ιδιαίτερα χρώματα της ώχρας και τις κεραμιδένιες επικλινείς σκεπές, τόσο φάνταζαν τεράστια και επιβλητικά κρύβοντας πίσω από τους τοίχους τους μία μεγάλη και εκλεπτυσμένη ιστορία, όμοια σαν τους κατοίκους του νησιού! Ήταν “Μαγεμένα”!
Όταν το πλοίο έδεσε στα Μουράγια, ο καθένας τους πήρε τα λίγα υπάρχοντα που είχε καταφέρει με κόπο να μαζέψει, βγήκε στην στεριά με συγκίνηση και φόβο για την επόμενη ώρα, χρόνο, μετέπειτα ζωή. Ο Λάμπης βγήκε τελευταίος μαζί με την γυναίκα του, την Παρασκευή, που κρατούσε στην αγκαλιά της σφικτά το χρονιάρικο αγόρι τους. Στη στεριά τους περίμεναν καρότσες για να τους οδηγήσουν στους στρατώνες στο Παλαιό Φρούριο, όπου η κυβέρνηση είχε ορίσει την προσωρινή τους εγκατάσταση για την αποφυγή συγκρούσεων με τους κατοίκους του νησιού. Σε κανένα μέρος δεν ήταν καλοδεχούμενοι οι πρόσφυγες. Αχ, Ελλάδα μου, με πόση λαχτάρα ποθούσε η ψυχή μας να ενωθούμε με τα άγια χώματά σου και τώρα που τα πατάμε να μας δείχνεις απέχθεια και έχθρα! Αυτές οι σκέψεις πέρναγαν από το μυαλό του καθενός όταν έφτανε σε ένα μέρος για να κατοικήσει ο Θεός ξέρει πού! Και οι ντόπιοι συχνά τους γύρναγαν την πλάτη και τους μιλούσαν πολλές φορές με άσχημο τρόπο.
Όταν έφτασαν στο Φρούριο ταλαιπωρημένοι, πεινασμένοι, βρώμικοι, με τα σημάδια του φόβου και της αγωνίας στα πρόσωπά τους, άφησαν τους μπόγους τους κάτω και όλοι μαζί γονάτισαν για να ευχαριστήσουν τον Κύριο για την μεγαλοψυχία του. Κατόπιν η κάθε οικογένεια εγκαταστάθηκε στο δωμάτιο που της υπέδειξαν οι υπεύθυνοι και από εκείνη την στιγμή ξεκίνησε το ταξίδι προς την νέα ζωή. Ο Λάμπης άφησε τα λίγα υπάρχοντα στο πάτωμα, η Παρασκευή ακούμπησε κοιμισμένο τον μικρό στο κρεβάτι και έβγαλε την μοναδική εικόνα που μπόρεσε να διασώσει, της Παναγίας που κρατάει τον Χριστό, την τοποθέτησε στο ξύλινο τραπέζι που έγερνε από την μία πλευρά, έκανε τον σταυρό της και μετά αγκάλιασε τον άντρα της κλαίγοντας με λυγμούς. Πώς θα τα κατάφερναν σε αυτόν τον τόπο, πόσο καιρό θα έμεναν εδώ, πώς θα ζούσαν, πως θα μεγάλωναν το παιδί τους…Πόσες σκέψεις, πόσα δάκρυα και ανησυχίες!
Ο Λάμπης έπιασε το γλυκό της πρόσωπο με τα δυνατά του χέρια φιλώντας ένα ένα δάκρυ. “Μην ανησυχείς περιστέρα μου, εγώ είμαι εδώ!” και την καθησύχασε δίνοντάς της ένα γλυκό φιλί στο στόμα. Διέφερε ο Λάμπης της από τους υπόλοιπους άντρες, ήταν συμπονετικός, γλυκός και τρυφερός και εκείνη ανταπέδιδε την αγάπη του με την φροντίδα της και τα χάδια της. Κατά τα άλλα ήταν ένας μάστορας από τους λίγους, επιπλοποιός στο επάγγελμα, εργατικός, ντόμπρος, έξυπνος στις εμπορικές συναλλαγές αλλά και σωστός καλλιτέχνης. Συνέχισε την οικογενειακή παράδοση με αγάπη και σεβασμό και στην Σμύρνη όλοι έτρεχαν σε αυτόν, Έλληνες και Τούρκοι, για να του παραγγείλουν τα έπιπλά τους.
“Ό,τι έκανα στην πατρίδα, το ίδιο θα κάνω κι εδώ Παρασκευούλα μου. Ας έχουμε εμπιστοσύνη στον Θεό, δεν θα μας αφήσει” της είπε με σταθερή φωνή. “Ας ξεκινήσω από αυτό το τραπέζι που γέρνει για να μην πέσει η εικόνα, ε!” και βγαίνοντας έξω, βρήκε μία πετρούλα και την τοποθέτησε προσωρινά κάτω από το πόδι του τραπεζιού. “Είδες που όλα γίνονται; Έτσι θα φτιάξουν και τα υπόλοιπα” της είπε κοιτώντας την στα μάτια.
Για πότε έφτασε το βραδάκι ούτε που το κατάλαβαν, η μέρα πιά είχε ήδη μικρύνει, μερικοί στρατιώτες μοίρασαν λίγα τρόφιμα ίσα ίσα για να περάσουν τις πρώτες μέρες. Κάποιοι κάτοικοι είτε από περιέργεια είτε από καλοσύνη τους έφεραν κουβέρτες και ό,τι μπορούσαν για να τακτοποιηθούν .
Έτσι ξεκίνησε το ταξίδι στην νέα τους ζωή, διστακτικά αλλά και αισιόδοξα. Είχε μπει ο Δεκέμβρης, το κρύο είχε πιάσει για τα καλά, σε εναλλαγή με τις βροχές που ήταν πολύ συχνές σε αυτό το νησί, οι γυναίκες σε πολύ μικρό διάστημα είχαν μετατρέψει τους στρατώνες σε πανέμορφα και φιλόξενα δωμάτια.
Ήταν παραμονές του Αγίου Σπυρίδωνα και ο μικρός σήκωσε πυρετό που δεν έλεγε να πέσει. Η Παρασκευή δεν είχε φύγει από το πλάι του για μέρες. “Τάξε το στον Άγιο Στυλιανό” της πρότειναν οι γειτόνισσες. Δεν πέρασαν λίγες ώρες και ο μικρός από θαύμα άνοιξε τα ματάκια του και ο πυρετός έπεσε. “Σπύρο θα τον βγάλω” είπε η μάνα με τρεμάμενη φωνή από συγκίνηση και το πρόσωπό της έλαμψε. “Σαν τον Άγιο του νησιού, δεν μας άφησε η χάρη Του!”.
Ο μικρός άκουσε στο όνομα Σπύρος, ένας αόρατος προστάτης βρισκόταν στο σπίτι τους και η φήμη του Λάμπη απλώθηκε στο νησί σαν του καλύτερου ξυλουργού. Έργα τέχνης τα έπιπλά του, και στο τέλος πήρε την απόφαση να παραμείνει όχι μόνο στο νησί αυτό με την πλούσια βλάστηση και τους περίεργους κατοίκους που μιλούσαν με τις νότες, αλλά και στο Παλαιό Φρούριο, μετακομίζοντας σε ένα μεγαλύτερο χώρο με 2 ευρύχωρα δωμάτια, με μεγάλα παράθυρα που έβλεπαν στην καταπράσινη θάλασσα, με το λουτράκι στην εξώπορτα και την επιβλητική παλιά ξύλινη πόρτα.
Ο μικρός μεγάλωσε δουλεύοντας με τον πατέρα του στο ξυλουργείο που είχε καταφέρει με κόπο να φτιάξει, η Παρασκευή έκανε τις προσευχές της στην Παναγία και στον Άγιο Σπυρίδωνα πρωί και βράδυ, η ζωή κυλούσε όσο πιο γλυκά γινόταν, σαν τις τηγανίτες που σέρβιραν στο νησί τις παραμονές της γιορτής του Αγίου και μύριζε όλος ο τόπος μέλι και κανέλα. Το ακολούθησε το έθιμο και εκείνη, για να θυμάται την γιατρειά του γιού της και από το πρωί χωνόταν στο κουζινάκι της για να φτιάξει την ζύμη, σιγοτραγουδώντας τα τραγούδια της πατρίδας της.
Πέρασαν τα χρόνια, ο Σπύρος πλησίαζε τα δεκαπέντε πια, σωστό παλικάρι, ψηλό, γεροδεμένο, με πυκνό μαύρο μαλλί, ίδιος ο πατέρας του. Πολλές φορές καθόταν κάτω από τον Σταυρό στο Παλαιό Φρούριο και χανόταν στα χρώματα του ήλιου την στιγμή που βυθιζόταν στην θάλασσα και ο ουρανός γινόταν κόκκινος ή όταν έβγαινε το ουράνιο τόξο με τα υπέροχα χρώματά του και άνοιγε τα χέρια του σαν να ήθελε να το αγκαλιάσει.
Όταν χανόταν στα στενά καντούνια της πόλης, παρατηρούσε τα παλιά αρχοντικά, τους πεζόδρομους, τις εκκλησίες, γυρνώντας σπίτι διηγείτο στην μητέρα του τις εντυπώσεις του, τις εικόνες που γέμιζαν τα μάτια του. Αυτό που του μιλούσε περισσότερο στην ψυχή του ήταν η μουσική, όπου και να πήγαινε, όπου κι αν στεκόταν, από τα παράθυρα έβγαιναν νότες σαν τις πεταλούδες που πετούν ανέμελα την άνοιξη και στέκονται πάνω στα πέταλα των λουλουδιών. Δεν ήξερε εκείνος από μουσική, αλλά καταλάβαινε την αξία της και όταν στα αυτιά του έφτανε ένας ήχος μαγευτικός, καθόταν σαστισμένος να τον απολαύσει μέχρι το τέλος.
Ένα τέτοιο παραθύρι βρισκόταν σε ένα αρχοντικό παλιό, στον γραφικό λόφο του Καμπιέλου, όπου διέμενε μια εβραϊκή οικογένεια, του Ζοζέφ και της Ρόζας, με μεγάλη και αυτή ιστορία από τα 1750. Αργυροχόος ήταν ο Joseph, ένας αυθεντικός δημιουργός κομψοτεχνημάτων, δούλευε έξοχα το ασήμι, με τα περισσότερα έργα του να ταξιδεύουν στην Ιταλία και σε άλλα μέρη της Ευρώπης. Μία κόρη είχαν, την Σάρα, ένα πανέμορφο πλάσμα που οι μοίρες το επισκέφτηκαν σύμφωνα με την παράδοση την τρίτη ημέρα μετά την γέννησή του προκαθορίζοντας την μοίρα του. Τι δώρα, τι χρυσά νομίσματα, τι κεράσματα γέμισε το σπίτι και η γιορτή έκλεισε με τι άλλο παρά με μουσική που έβγαινε από το βιολί, κειμήλιο από τους Ενετούς προπαππούδες, με το δοξάρι να γλιστράει απαλά από τα δάχτυλα του Ζοζέφ, βγάζοντας έναν μαγικό ήχο που γλύκανε τις ψυχές όλων. Το σπίτι τους πραγματικό στολίδι, πολυώροφο, ψηλοτάβανο, με τα παράθυρα στολισμένα με λουλούδια, μαρτυρούσε την οικονομική ευχέρεια της οικογένειας.
Σαν επιφανής εβραίος που ήταν, ο Joseph φρόντισε για την μόρφωση της κόρης του, τόσο της πνευματικής, όσο και της θρησκευτικής. Μεγάλωνε η μικρή μέσα σε ένα περιβάλλον προστατευμένο, μιλούσε τα ελληνικά και τα εβραϊκά φυσικά και αγαπούσε ιδιαίτερα το θέατρο. Στα δεκαέξι της ήταν μία πανέμορφη μελαχρινή κοπέλα με μαύρα αμυγδαλωτά μάτια που της άρεσε να στέκεται μπροστά στον καθρέφτη και να απαγγέλνει κομμάτια από διάφορα θεατρικά έργα. Οι μοναδικές στιγμές που ένιωθε ελεύθερη, γιατί σαν εβραιοπούλα το μέλλον της ήταν να παντρευτεί νωρίς και να κάνει πολλά παιδιά.
Η Σάρα ευχαριστιόταν με την προετοιμασία διαφόρων εδεσμάτων που τα προσέφεραν στις θρησκευτικές γιορτές τους και είχε αδυναμία στην φρόζα, ένα γλυκό από μέλι, αυγά και αμύγδαλα γαρνιρισμένο με μαρέγκα. Ένα μεσημέρι έβαλε σε ένα πιάτο λίγα γλυκά για να τα πάει σε μία ηλικιωμένη κυρία που είχε μείνει μόνη στην ζωή και καθώς ανέβαινε προς τα Τρία Πηγάδια, μια γειτονική συνοικία, έπεσε πάνω στον Σπύρο. Οι ματιές τους συναντήθηκαν ξαφνικά και μία στιγμή ήταν αρκετή για να αφήσει τα αποτυπώματά του ο έρωτας που περίμενε την σειρά του για να εκδηλωθεί.
Ο χρόνος πέρασε τόσο γρήγορα, οι δύο νέοι έγιναν μάρτυρες των πιο τραγικών γεγονότων στην ιστορία, άλλος ένας πόλεμος πέρασε το κατώφλι των σπιτιών, όχι μόνο στην Κέρκυρα, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ένας βομβαρδισμός ήταν αρκετός για να ζήσει το νησί την ολέθρια καταστροφή, φωτιές, φωνές, άψυχα σώματα, κτίρια που χάθηκαν, άνθρωποι που πέθαναν άδικα. Μνήμες ξεπετάχτηκαν στα μάτια της οικογένειας του Λάμπη και της Παρασκευής, που ήθελαν να ξεχάσουν το βαρύ παρελθόν της Σμύρνης. Ανάμεσα στα θύματα οι εβραίοι, που αναγκάστηκαν να παραδώσουν όλα τους τα υπάρχοντα, χρήματα και χρυσαφικά στους κατακτητές. Έπειτα βρέθηκαν στο Παλαιό Φρούριο μέχρι να τους φορτώσουν στα πλοία για τον εκτοπισμό τους μέσω της Πάτρας στο Άουσβιτς. Εκεί η μοίρα έπαιξε πάλι το δικό της παιχνίδι, δύο ζευγάρια τρομαγμένα μάτια συναντήθηκαν ξανά, εκείνα του Σπύρου και της Σάρας.
Ήταν Ιούνιος του 1944, μία μέρα που έμεινε βαθιά χαραγμένη στις μνήμες όλων. Η Σάρα μαζί με άλλες γυναίκες βρέθηκαν αποκομμένες από τους άντρες και τα μικρά παιδιά το ίδιο. Οι γονείς του Σπύρου παρακολουθούσαν με αγωνία τα δρώμενα σαν να ζούσαν πάλι το δικό τους δράμα, ενώ ο Σπύρος κίνησε κρυφά να βοηθήσει. Χωρίς φόβο και σε μια στιγμή που ο δρόμος έμεινε αφύλακτος, βγήκε έξω αρπάζοντας τρείς κοπέλες και τις οδήγησε κρυφά στο σπίτι τους. Μιλιά δεν βγήκε από τα χείλια τους, μόνο τα μάτια μίλησαν. Ο Λάμπης με κινήσεις γρήγορες έκλεισε την πόρτα, η Παρασκευή έβγαλε από το μπαούλο τρείς αλλαξιές και τα κορίτσια φόρεσαν καθαρά ρούχα, χώθηκαν μέσα στην ντουλάπα, σε ένα κενό που είχε φτιάξει πριν χρόνια ο Λάμπης, σαν να ήξερε ότι κάποτε θα έκρυβε και θα έσωνε αυτές τις ψυχές. Κανείς δεν μιλούσε, παρά μόνο οι ανάσες έβγαιναν από τα χείλια με ρυθμό σαν και αυτόν της βροχής όταν πέφτει στο χώμα απαλά για να το ποτίσει. Κατά το βραδάκι είχαν επιβιβαστεί στα πλοία όλοι σχεδόν οι αιχμάλωτοι, ενώ αρκετοί είχαν βρει τον θάνατο στην προσπάθειά τους να το σκάσουν.
Μέχρι το επόμενο πρωινό οι ώρες φάνηκαν αιωνιότητα, νεκρική σιγή επικρατούσε στο σπίτι και όταν έφτασε το επόμενο βράδυ και τα αστέρια γέμισαν τον σκοτεινό ουρανό, ο Λάμπης, αφού σιγουρεύτηκε ότι δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος, άνοιξε την ντουλάπα και άπλωσε το χέρι στις κοπέλες. “Ελάτε, μην φοβάστε. Οι Γερμανοί έφυγαν”. Τα κορίτσια έπεσαν στην αγκαλιά του ηλικιωμένου πια άντρα και έβαλαν τα κλάματα. Ήταν δάκρυα λύπης και ανακούφισης μαζί. Η Παρασκευή τους έβαλε να φάνε αυτό το λιτό φαγητό που υπήρχε και τότε ο Σπύρος μπήκε μέσα λέγοντας: “Όλα είναι έτοιμα πατέρα, σε λίγο μπορούμε να ξεκινήσουμε πριν βγει ο ήλιος”. “Μην πανικοβάλλεστε, θα σας πάμε σε ένα μακρινό χωριό να μείνετε για λίγο καιρό μέχρι να φύγει και ο τελευταίος Γερμανός”, τους είπε με την στεντόρεια φωνή του ο Λάμπης, ενώ ο Σπύρος κοιτούσε τα αμυγδαλωτά μάτια της Σάρας. Δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από πάνω της, το ίδιο και αυτή, αλλά η στιγμή ήταν ακατάλληλη για εκδηλώσεις αγάπης και έρωτα.
Με μεγάλη προσοχή ξεκίνησαν πριν το χάραμα για το ορεινό χωριό πολύ μακριά από την πόλη. Εκεί διέμεναν φίλοι αδελφικοί, πρόσφυγες και αυτοί. Είχε πολλές φυσικές κρυψώνες το μέρος αυτό και η ασφάλεια των κοριτσιών ήταν σχεδόν εγγυημένη. Στο ενδιάμεσο της διαδρομής, ο Σπύρος έπιασε το χέρι της Σάρας και το κράτησε σφικτά να μην του φύγει και την χάσει, ήταν σαν να της έλεγε με τον τρόπο του… εδώ είμαι εγώ για σένα!
Όταν έφτασαν στον προορισμό τους, ύστερα από ατελείωτες ώρες περπάτημα, ταλαιπωρημένοι και πεινασμένοι, χτύπησαν την πόρτα του παπά Γιώργη και όλοι μαζί μπήκαν στο σπίτι. Τα κορίτσια με φόβο αντίκρυσαν τον παπά, ήταν μια συνάντηση που δεν περίμεναν στην ζωή τους να συμβεί, η Σάρα όμως σαν πιο θαρραλέα τον ευχαρίστησε χαμηλόφωνα και ταπεινά κοιτώντας τον στα μάτια. Αφού ξεκουράστηκαν για λίγο, ο παπάς τις πήρε από τα χέρια και τις οδήγησε στην εκκλησιά του χωριού “Ελάτε, εδώ δεν θα σκεφτεί κανείς να ψάξει για εβραίους” τους είπε χαμογελώντας για να τους δώσει θάρρος. Πράγματι, εβραίοι μέσα σε χριστιανική εκκλησιά ήταν αδύνατο να συμβεί. Και όμως ήταν το μοιραίο να γίνει και αυτό για να πάνε όλα κατ’ ευχή, γιατί πολλές φορές ο Θεός έχει άλλα σχέδια για τον καθένα!
Σε λίγο καιρό, αγνώριστες, με τα μαλλιά να έχουν κοντύνει, άρχισαν δειλά δειλά να κυκλοφορούν ανάμεσα στους ντόπιους, ενώ η Σάρα αποφάσισε να αλλάξει και το όνομά της αρχικά για να φαίνεται πιο πιστευτή ότι είναι Χριστιανή.
Ο Σπύρος συχνά τις επισκεπτόταν, με την πρόφαση ότι θα δούλευε στα χωράφια, έτσι περνούσε καιρό μαζί με την Σάρα και σιγά σιγά φανερώθηκαν τα βαθιά συναισθήματα, τα ειλικρινή, τα δυνατά! Όταν έβρεχε κάθονταν στην αυλή της εκκλησιάς να απολαύσουν τον ήχο της βροχής σαν τις νότες της μουσικής που βγαίνουν από το βιολί. Με το που έβγαινε ο ήλιος πάλι, αυτές οι ταπεινές σταγόνες άλλαζαν χρώμα και το ουράνιο τόξο τους έβρισκε αγκαλιασμένους σφικτά.
Οι Γερμανοί έφυγαν, ο κίνδυνος πέρασε, ύστερα από καιρό η Σάρα έγινε χριστιανή, άκουσε στο όνομα Μαρία και έμεινε για πάντα δίπλα στον Σπύρο μέχρι το τέλος, ο ένας στήριγμα για τον άλλο, στήνοντας το σπιτικό τους στον λόφο του Καμπιέλου, σε ό,τι είχε απομείνει από το αρχοντικό του Ζοζέφ. Ο Σπύρος έφτιαχνε έπιπλα, η Μαρία ετοίμαζε τηγανίτες στην γιορτή του Αγίου για να τον τιμήσει και να γεμίσει το σπίτι πάλι με γλυκίσματα, μέλι και κανέλα και η ζωή συνεχίστηκε για πολλά χρόνια με τις αναμνήσεις των πολέμων να έχουν ξεθωριάσει. Κάθε φορά που έβγαινε το ουράνιο τόξο, το ζευγάρι κοιτούσε τον ουρανό με τα χρώματα να τους λούζουν απαλά, σαν να τους έλεγαν με έναν μυστικό τρόπο ότι στην ζωή υπάρχουν εχθροί ορατοί και αόρατοι, αλλά δεν πρέπει να χάνεται η ελπίδα, οι καταιγίδες δεν κρατούν για πάντα!
Δήμητρα Καμπόλη
