Με Γέλιο και Τραύματα: Η Ψυχή πίσω από τις Στολές

Ο Κώστας καθόταν σε μια γωνιά του διαλείμματος, με το κεφάλι χωμένο στα χέρια του. Ο καφές του έμενε ανέγγιχτος μπροστά του, ενώ τα δάχτυλά του έτρεμαν ελαφρά. Η Άννα, μια πιο έμπειρη νοσηλεύτρια, τον παρακολουθούσε για λίγο πριν καθίσει απέναντί του και σπρώξει τον δικό της καφέ προς το μέρος του.

«Να στον κρατήσω να τον χύσεις με την ησυχία σου, ή θες να το κάνεις μόνος σου;»

Ο Κώστας σήκωσε το βλέμμα του, τα μάτια του κατακόκκινα. «Τι;»

«Λέω, είσαι στην κλασική φάση που κάποιος θα αναποδογυρίσει τον καφέ του στο πάτωμα. Αν το κάνεις μόνος σου, τουλάχιστον θα έχεις τον έλεγχο.»

Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο πέρασε στιγμιαία από το πρόσωπό του, αλλά χάθηκε αμέσως. Έσκυψε ξανά μπροστά, έκλεισε τα μάτια και πήρε μια κοφτή ανάσα. «Δεν αντέχω άλλο…» ψιθύρισε.

Η Άννα ακούμπησε τον αγκώνα της στο τραπέζι και τον κοίταξε. «Ξέρεις, την πρώτη φορά που μου πέθανε ασθενής, κόντεψα να λιποθυμήσω. Ένας παππούς, πολύ γλυκός, που με φώναζε ‘κοριτσάκι μου’ ακόμα κι όταν του είχα κάνει ένεση που τον πόνεσε. Την ώρα που ‘έφυγε’, εγώ ήμουν δίπλα του. Και μετά… έτρεξα στην τουαλέτα και ξέρασα την ψυχή μου.»

Ο Κώστας την κοίταξε έκπληκτος. «Εσύ;»

«Εγώ.». Έγειρε πίσω στην καρέκλα της και τον παρατήρησε. «Και μετά έπρεπε να βγω έξω, να φορέσω το επαγγελματικό μου ύφος και να συνεχίσω. Γιατί το νοσοκομείο δεν σταματάει, Κώστα. Κανείς δεν σου δίνει χρόνο να διαχειριστείς τίποτα. Οπότε, ξέρεις τι έκανα;»

«Τι;»

«Βρήκα τρόπο να επιβιώνω.» πήρε μια γουλιά από τον καφέ της και τον κοίταξε σοβαρά.

Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο τραπέζι, τα χέρια του έτρεμαν ανεπαίσθητα.

«Πρώτος σου θάνατος;» ρώτησε, χωρίς περιττές εισαγωγές.

Ο Κώστας κατάπιε και έγνεψε.

«Ωραία. Τώρα είσαι επίσημα ένας από εμάς.»

Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του απότομα, ξαφνιασμένος.

«Άκου, Κώστα,» συνέχισε η Άννα, «αυτό που νιώθεις τώρα δεν φεύγει. Αλλά θα σου πω τι κάνουμε εμείς για να μην καταλήξουμε να παίζουμε μπάλα με τους ορούς στους διαδρόμους από την τρέλα.»

Ο Κώστας δεν μίλησε, οπότε η Άννα συνέχισε.

«Εφημερία, 3 τα ξημερώματα, είμαι στο διάδρομο μισοπεθαμένη, όταν σκάει συνάδελφος από το χειρουργείο, άσπρος σαν το πανί. ‘Τι έγινε;’ τον ρωτάω. Με κοιτάζει και λέει: ‘Ο ασθενής ξύπνησε στη μέση της επέμβασης.’»

Ο Κώστας τινάχτηκε στην καρέκλα του. «Πλάκα κάνεις!»

«Καθόλου,» είπε η Άννα. «Έλα όμως που ο άνθρωπος δεν πανικοβλήθηκε. Ανοίγει τα μάτια, βλέπει τον χειρουργό από πάνω του, και λέει με το πιο ήρεμο ύφος: ‘Γιατρέ, δεν νομίζω ότι τελειώσαμε’.»

Ο Κώστας άνοιξε το στόμα του, αλλά δεν βγήκε ήχος.

«Η αναισθησιολόγος ήθελε να ανοίξει τρύπα στο πάτωμα να εξαφανιστεί,» συνέχισε η Άννα. «Ο χειρουργός; Τον κοιτάζει, κάνει ένα νεύμα τύπου ‘έχεις δίκιο’ και λέει: ‘Έχεις λίγο υπομονή;’»

Ο Κώστας άρχισε να γελάει νευρικά.

Η Άννα ανασήκωσε τους ώμους. «Ηθικό δίδαγμα; Αν ο τύπος που ξυπνάει την ώρα που του κόβουν τη χολή μπορεί να το πάρει χαλαρά, μπορούμε κι εμείς.»

Ο Κώστας ακούμπησε το κεφάλι του στο τραπέζι. Γελούσε, αλλά τα μάτια του ήταν υγρά.

Η Άννα έσκυψε λίγο προς το μέρος του. «Δεν σου λέω να μη στεναχωριέσαι. Αν μια μέρα σταματήσεις να στεναχωριέσαι, παράτα το. Αλλά μην αφήσεις αυτό το βάρος να σε λιώσει. Γιατί αλλιώς…»

Πήρε μια τελευταία γουλιά από τον καφέ της και σηκώθηκε. «…σε λίγους μήνες θα είσαι σαν τον Λευτέρη τον τραυματιοφορέα, που έχει μάθει να ροχαλίζει όρθιος δίπλα στο φορείο.»

Ο Κώστας γέλασε ξανά, αυτή τη φορά λίγο πιο αληθινά.

Η Άννα του χτύπησε ελαφρά τον ώμο. «Έλα, πάμε. Κάποιος πρέπει να βοηθήσει τον Λευτέρη να κουβαλήσει το επόμενο φορείο πριν ροχαλίσει μέσα στον ασθενή.»

Η Άννα περπάτησε αργά στον διάδρομο, με τον Κώστα να την ακολουθεί σιωπηλός. Το νοσοκομείο είχε εκείνη τη γνώριμη, απόκοσμη ησυχία των μεταμεσονύκτιων ωρών—μια ηρεμία που ήξερες ότι θα διαλυθεί από τη μία στιγμή στην άλλη.

«Σου είπα για τη Μαρία;» ρώτησε ξαφνικά.

«Ποια Μαρία;»

«Η αναισθησιολόγος που παραιτήθηκε πέρσι. Είχε μια ατάκα που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Ήμασταν στα επείγοντα, γεμάτοι τραυματίες από τροχαίο, όλοι σε πανικό. Ένας από τους γιατρούς είχε αρχίσει να φωνάζει σε έναν ασθενή που αντιδρούσε περίεργα, και η Μαρία, με το πιο κουρασμένο ύφος του κόσμου, του λέει: ‘Γιατρέ μου, μην του φωνάζετε, δεν είναι κουφός, έχει απλά χαμηλό αιματοκρίτη’.»

Ο Κώστας κόμπιασε, μην ξέροντας αν έπρεπε να γελάσει. «Το είπε… έτσι;»

«Ακριβώς έτσι. Και ξέρεις ποιο είναι το καλύτερο; Ο ασθενής συνήλθε αμέσως, μας κοίταξε όλους και είπε: ‘Ωραία, τώρα που δεν είμαι ούτε κουφός ούτε νεκρός, μπορώ να πιώ λίγο νερό;’»

Ο Κώστας έτριψε το πρόσωπό του, αλλά το χαμόγελό του άρχισε να επιστρέφει. Πριν προλάβουν να πουν κάτι άλλο, η πόρτα των επειγόντων άνοιξε απότομα και μπήκε ο Γιάννης, ένας από τους πιο έμπειρους νοσηλευτές.

«Άννα, έλα μέσα, έχουμε δράματα.»

Η Άννα αναστέναξε και τράβηξε τον Κώστα από το μανίκι. «Έλα, ώρα για το επόμενο μάθημα. Το θέατρο του παραλόγου δεν έχει ποτέ διάλειμμα.»

Μπήκαν στα επείγοντα και είδαν έναν άντρα ξαπλωμένο στο φορείο, απόλυτα ήρεμο, ενώ η γυναίκα του έκλαιγε με αναφιλητά δίπλα του.

«Τι έχουμε εδώ;» ρώτησε η Άννα.

Ο Γιάννης έσκυψε προς το μέρος της. «Λιποθύμησε ξαφνικά στο σπίτι. Η γυναίκα του είναι σίγουρη ότι πεθαίνει.»

Η Άννα κοίταξε τον άντρα. «Πώς νιώθετε;»

«Λίγο ζαλάδα, αλλά καλά,» απάντησε εκείνος.

Η γυναίκα του πετάχτηκε. «Όχι, δεν είναι καλά! Ο πατέρας του πέθανε έτσι! Στο ίδιο σημείο, στον ίδιο καναπέ! Πρέπει να είναι κληρονομικό!»

Η Άννα πάλεψε να κρατήσει το πρόσωπό της σοβαρό.

«Κληρονομική λιποθυμία;» μουρμούρισε ο Κώστας δίπλα της.

Ο Γιάννης έγνεψε σοβαρά. «Αχ, ναι, κλασική περίπτωση. Μεταδίδεται από τον καναπέ στον καναπέ.»

Η Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα και πλησίασε τη γυναίκα. «Κοιτάξτε, θα τον εξετάσουμε, αλλά νομίζω ότι το μόνο που χρειάζεται είναι λίγο νερό και ίσως να κάθεται λιγότερο στον κληρονομικά επιβαρυμένο καναπέ.»

Ο Κώστας δάγκωσε το χείλος του για να μην ξεσπάσει σε γέλια.

Καθώς απομακρύνθηκαν από το φορείο, ο Κώστας γύρισε προς την Άννα. «Αυτό είναι το νοσοκομείο; Μισή ζωή, μισή κωμωδία;»

Η Άννα χαμογέλασε. «Ακριβώς. Και αν μάθεις να το βλέπεις έτσι, τότε ίσως αντέξεις.»

Η Άννα περπατούσε γρήγορα στον διάδρομο, με τον Κώστα να την ακολουθεί κατά πόδας. Η φωνή από τον ασύρματο τους καλούσε επειγόντως στην 3η πτέρυγα.

«Τι έχουμε;» ρώτησε ο Κώστας, με το άγχος να τον βαραίνει.

«Η κυρία Ελένη,» απάντησε η Άννα. «Η γιαγιά με την άνοια που κάθε φορά που μπαίνουμε στο δωμάτιο μας ξανασυστήνεται, αλλά θυμάται απ’ έξω τη συνταγή για γαλακτομπούρεκο.»

Μπήκαν στο δωμάτιο και βρήκαν την κυρία Ελένη να κάθεται στο κρεβάτι της, ακουμπισμένη στο μαξιλάρι, με έναν ορό στο χέρι και μια ασημένια βούρτσα στα πόδια της. Ο γιος της στεκόταν δίπλα της με μάτια πρησμένα.

«Καλησπέρα σας,» είπε η Άννα χαμογελώντας.

Η ηλικιωμένη γυναίκα την κοίταξε με απορία. «Καλησπέρα, κορίτσι μου… Μη μου πεις, εσύ πρέπει να είσαι η καινούργια μου νύφη!»

Ο Κώστας κόμπιασε.

Η Άννα αναστέναξε θεατρικά. «Πάλι καλά που μου το είπες! Γιατί έψαχνα κάτι λευκό να φορέσω για τον γάμο, να μην εκτεθώ.»

Η κυρία Ελένη γέλασε δυνατά.

Ο γιος της χαμογέλασε θλιμμένα. «Είναι μέρες που θυμάται, αλλά σήμερα…»

Η Άννα κάθισε δίπλα της. «Και ποιος σας είπε ότι το να θυμάται τα πάντα είναι και το καλύτερο; Έχετε προσπαθήσει ποτέ να ξεχάσετε τον λογαριασμό της ΔΕΗ και να μην τα καταφέρνετε;»

Η κυρία Ελένη έγειρε το κεφάλι της. «Α, ναι… κάποτε τα πλήρωνα εγώ αυτά…»

Ο γιος της την κοίταξε ξαφνιασμένος.

«Έχετε κάνει παιδιά, κυρία Ελένη;» ρώτησε η Άννα γλυκά.

Η γυναίκα γύρισε προς τον γιο της, τον κοίταξε για λίγο και έπειτα έπιασε το χέρι του.

«Νομίζω πως ναι…» είπε σιγανά. «Και πρέπει να τον αγαπάω πολύ, γιατί δεν θέλω να κλαίει.»

Τα μάτια του άντρα γέμισαν δάκρυα. Η Άννα σηκώθηκε διακριτικά και τράβηξε τον Κώστα από το μανίκι. Βγαίνοντας από το δωμάτιο, εκείνος γύρισε και την κοίταξε. «Δεν είπε το όνομά του, αλλά κατάλαβε, έτσι;»

Η Άννα χαμογέλασε. «Η αγάπη δεν χρειάζεται ονόματα, Κώστα. Κάποιες μνήμες δεν σβήνουν ποτέ. Αυτά τα πράγματα δεν έχουν νόημα. Μερικές φορές τα λόγια είναι περιττά. Στην πραγματικότητα, οι λέξεις είναι υπερτιμημένες. Η σιωπή λέει πάντα περισσότερα.»

Ο Κώστας σήκωσε το φρύδι. «Άρα, αν δεν μιλήσει κάποιος, δεν σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνει;»

Η Άννα χαμογέλασε και ακούμπησε το χέρι της στο γραφείο, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. «Όχι, Κώστα. Αν δεν μιλήσει, σημαίνει απλώς ότι δεν έχει ανάγκη να το κάνει. Εμείς οι νοσηλευτές είμαστε λίγο σαν τις παραφωνίες σε μια συμφωνία. Όλοι περιμένουν να δουν τον ιατρό, τον ειδικό, τον μεγάλο νικητή, αλλά στο τέλος, είναι οι νοσηλευτές που κρατάνε το ρυθμό.»

Ο Κώστας την κοίταξε, προσπαθώντας να καταλάβει αν αυτή ήταν η σοβαρή Άννα ή η παρανοϊκή της εκδοχή. Αλλά στο βλέμμα της υπήρχε κάτι που δεν μπορούσε να αγνοήσει. Μια βεβαιότητα, μια βουβή δύναμη. «Και τι κάνουμε όταν τα πάντα φαίνονται χαμένα; Όταν όλα γκρεμίζονται γύρω μας;»

Η Άννα γέλασε με μια ελαφριά, σχεδόν αδιάφορη διάθεση. «Όταν τα πάντα γκρεμίζονται, Κώστα, είναι ώρα να στήσουμε μια νέα βάση. Εγώ προσωπικά το κάνω με μαύρο χιούμορ και μερικές μολυβιές στον καφέ μου. Ο κόσμος μπορεί να πέφτει κάτω, αλλά αν έχεις τη σωστή διάθεση, μπορείς να σπάσεις και τον τοίχο με το γέλιο σου.»

Ο Κώστας άρχισε να γελάει, αν και δεν ήταν σίγουρος αν έπρεπε. «Αν σπάσεις τον τοίχο, υπάρχει κίνδυνος να πέσεις κι εσύ, όμως.»

Η Άννα έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω της και άφησε το γέλιο της να γεμίσει τον διάδρομο του νοσοκομείου. «Αυτό είναι το καλύτερο μέρος της δουλειάς, Κώστα. Καμιά φορά πέφτεις πρώτος, και το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να γελάς όταν προσπαθούν όλοι να σε σηκώσουν.»

Ο Κώστας την κοίταξε, λίγο μπερδεμένος αλλά και έτοιμος να αποδεχτεί την παράνοια της στιγμής. «Και οι ασθενείς; Δεν πρέπει να τους προσέχουμε περισσότερο από εμάς;»

Η Άννα τον κοίταξε με σοβαρότητα, και για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα, τα μάτια της έγιναν απόλυτα ήρεμα. «Δεν υπάρχει κανείς που να καταλαβαίνει καλύτερα το βάρος της ύπαρξης από έναν νοσηλευτή, Κώστα. Οι ασθενείς δεν χρειάζονται απλώς φροντίδα, χρειάζονται ψυχή. Και αυτή τη δουλειά την κάνουμε εμείς. Δεν είναι θέμα γιατρού ή νοσοκόμας. Είναι θέμα ύπαρξης, σε κάθε λεπτό, σε κάθε αναπνοή.»

Ο Κώστας σιώπησε για μια στιγμή. «Είσαι σίγουρη ότι το λέμε αυτό στους άλλους; Γιατί δεν ακούγεται σαν κάτι που λέγεται πολύ.»

Η Άννα έριξε μια γρήγορη ματιά στους άλλους συναδέλφους που περνούσαν στον διάδρομο, οι οποίοι κατευθύνονταν στις επόμενες επείγουσες περιπτώσεις τους. «Στους άλλους δεν χρειάζεται να το πούμε, Κώστα. Το λέμε μόνο στους ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν τη διαφορά ανάμεσα στο σώμα και στην ψυχή. Γιατί εμείς… εμείς το ξέρουμε.»

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν πυκνή. Το νοσοκομείο γύρω τους συνέχιζε την αδιάκοπη πορεία του, τα πρόσωπα που περνούσαν είχαν την ίδια ανήσυχη έκφραση, μα κανένας τους δεν μπορούσε να καταλάβει τον αληθινό βάρος του κόσμου που ακουμπούσε στους ώμους των νοσηλευτών. Αυτή η φαινομενική αδιαφορία για το προσωπικό κόστος, αυτή η σιωπηλή αποφασιστικότητα να αντέξεις και να προχωρήσεις, είχε τις ρίζες της στις βαθύτερες αξίες της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η Άννα γύρισε και τον κοίταξε ξανά, αυτή τη φορά με την πλήρη συνειδητοποίηση του βάρους που φορούσαν καθημερινά οι νοσηλευτές: «Το να είσαι νοσηλευτής δεν σημαίνει να θεραπεύεις το σώμα μόνο. Σημαίνει να θεραπεύεις και την ψυχή. Και ξέρεις, Κώστα, αν κάποιος καταφέρει να γελάσει με το δικό του πόνο, τότε έχει ήδη κερδίσει τη μάχη.»

Και η Άννα, με το πιο αληθινό και ειλικρινές χαμόγελό της, έριξε την τελευταία φράση, που έκλεισε με έναν τόνο γεμάτο σεβασμό και πικρό χαμόγελο: «Γιατί η ζωή είναι μια κωμωδία, ακόμα κι αν φοράς Scrubs.»

Ο Κώστας σιώπησε, και για πρώτη φορά ένιωσε το βάρος της πραγματικής αυτής αποστολής. Κοίταξε την Άννα, καθώς εκείνη έφυγε να συνεχίσει τη δουλειά της, και αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε ποτέ να ανταποκριθεί σε αυτό που μόλις άκουσε. Αλλά ήξερε κάτι σίγουρα εκείνη τη στιγμή: όσα κι αν ζούσαν, όση θλίψη κι αν βίωναν, δεν υπήρχε τίποτα πιο ανθρώπινο και πιο σπουδαίο από τη δύναμη να γελάς με τον πόνο σου και να τον μετατρέπεις σε δύναμη. Και αυτό το γνώριζε μόνο κάποιος που περνούσε αληθινά μέσα από το επαγγελματικό μαρτύριο ενός νοσοκομείου.

Αφροδίτη Αυγερινού

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading