Το σπίτι που χωρούσε…

Μαγειρεύω νυχτιάτικα μια συνταγή της γιαγιάς. Προσπαθώ να τα προλάβω όλα, όμως ξυπνάνε τα παιδιά από τις μυρωδιές και λένε: “Βάλε μας φαγητό, μαμά, να δοκιμάσουμε”. Τα “μαλώνω” λίγο και τα ξαναστέλνω για ύπνο, χαϊδεύοντάς τα. “Αύριο” τους λέω.

Μιλάω και με εκείνον τον φίλο μου. “Τι μαγείρεψες;” με ρωτάει και του στέλνω τη συνταγή, όχι γιατί έχει ανάγκη να την ακούσει, αλλά γιατί εγώ έχω ανάγκη να μοιραστώ. “Μανάρι μου”, του λέω, “αν μέναμε δίπλα, κάθε μέρα στην πόρτα σου θα έβρισκες φαγητό”. Χαμογελάει, το ξέρω, και χαμογελάω και εγώ, γιατί θυμάμαι.

Η μητέρα μου δεν με άφηνε να μπαίνω στην κουζίνα. Η γιαγιά έλεγε ότι το έκανε για να μην της κλέψω τη δόξα και γελούσε, προσπαθώντας να με παρηγορήσει. Όταν η μητέρα μου έλειπε, πήγαινε με τον παππού να αγοράσει υλικά και μου τα έδινε για να “παίξω”. Πρέπει να ήμουν γύρω στα οκτώ όταν έφτιαξα τα πρώτα μου μπισκότα. Ήταν τόσο σκληρά που αν τα πετούσες στον τοίχο, θα άφηναν τρύπα. Παρ’ όλα αυτά, ο παππούς τα έφαγε όλα και μάλλον όσα δόντια του είχαν απομείνει, τα έχασε εκείνη την ημέρα. Δεν ήθελε να με αποπάρει, μην τυχόν και τα παρατήσω.

Ο παππούς και η γιαγιά είχαν πάντα ανοιχτό το σπίτι τους για τους ξένους. Το χωριό μας βρισκόταν δίπλα στην παλιά εθνική οδό. Με την κατασκευή της καινούργιας, τα αυτοκίνητα εξαφανίστηκαν και ο δρόμος έμεινε να χρησιμοποιείται από τους διαβάτες. Ο παππούς καθόταν στο γεφυράκι έξω από το σπίτι, που το λέγαμε “γράνα”, γιατί περνούσαν από κάτω τα νερά της βροχής. Όταν είχε κέφια και όταν δεν είχε, έκανε το ίδιο. Καθόταν στο πεζούλι και μάζευε τους περαστικούς.

“Φίλε, κόπιασε να φάμε, περισσεύει φαγητό” έλεγε. Αν ήταν Τσιγγάνος, Αλβανός, Βούλγαρος, Ρουμάνος ή Έλληνας, δεν είχε σημασία. Όλοι ήταν ευπρόσδεκτοι. Η γιαγιά δυσανασχετούσε, αλλά η καρδιά της φτερούγιζε με κάτι τέτοια. Έφτιαχνε το φαγητό που έφτιαξα και εγώ σήμερα και το σέρβιρε σε παιδιά, εγγόνια και αγνώστους. Δεν τους ένοιαζε ποιοι ήταν, από πού έρχονταν ή πού πήγαιναν. Ποτέ δεν ρώτησαν κανέναν, ποτέ δεν αρνήθηκαν ένα πιάτο φαγητό σε κανέναν, γιατί για εκείνους δεν ήταν απλώς τροφή. Ήταν αγάπη, αλληλεγγύη, ένα χάδι στην ψυχή.

Όταν το φαγητό τελείωνε, ο παππούς πήγαινε στο κατώι, έσφαζε ένα καρπούζι, το έβαζε στο τραπέζι μαζί με φέτα και κρασί και άρχιζε τα τραγούδια. Δεν μιλούσε σε κανέναν, δεν του άρεσε. Μιλούσε μόνο στους αγνώστους.

Μου έλεγε: “Αυτοί που βλέπεις στο χωριό, κάποτε ήταν χωροφύλακες και το ρουφιανιλίκι πήγαινε σύννεφο. Μην κοιτάς τώρα που το παίζουν μεροκαματιάρηδες στα χωράφια. Αν κάτι μαθευτεί από το σπιτικό σου, πρώτα στους ‘δικούς μας’ θα ψάξουμε”. Ο φιλόξενος εαυτός του όμως έπρεπε να βρει διέξοδο και στους ξένους. Εκεί μπορούσε να είναι ο αληθινός του εαυτός.

Κατάλαβα το μέγεθος της καλοσύνης του πιο πολύ την ημέρα της κηδείας του. Πάνω από τρεις χιλιάδες άνθρωποι μαζεύτηκαν στο χωριό. Μείναμε άφωνοι. Ήταν άνθρωποι άγνωστοι σε εμάς, γνωστοί από εκείνες τις φιλοξενίες. Άλλοι μιλούσαν για τα χίλια καλά του και άλλοι για εκείνο το ζεστό φαγητό που είχαν φάει στο σπίτι μας.

Τελείωσε το φαγητό και νιώθω πως τίποτα δεν τους άφησα. Το σπίτι είναι γεμάτο και η ψυχή μου είναι γεμάτη από πρόσωπα και, μάλλον, λίγη περισσότερη αγάπη.

Ιφιγένεια Σταμοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading