Το κορίτσι του πλοίου – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

Για καλή του τύχη, το σπίτι ήταν σε πολύ καλή κατάσταση. Κάποια μερεμ;eτια εξωτερικά θα τα αναλάμβανε ο ίδιος.
Άνοιξε θέρμανση, ζέστανε το νερό και αποφάσισε να κάνει ένα καυτό μπάνιο και να βγει μια βόλτα. Να περπατήσει στα μέρη που τόσο του άρεσαν και τα είχε στερηθεί τον τελευταίο χρόνο.

Η πεζοπορία του ολοκληρώθηκε με μια επίσκεψη στο καφέ – μπαρ ενός οικογενειακού φίλου. Η χαρά του κυρ Αντώνη ήταν απερίγραπτη! Φυσικά και τον βρήκε αδυνατισμένο και αδύναμο και χωρίς να πάρει καν παραγγελία, του γέμισε το τραπέζι με μπύρα και διάφορα κρεατικά.
“Θα τα φας να καρδαμώσεις! Ο στρατός σε στέγνωσε βρε Θοδωρή!”
Η αλήθεια είναι ότι όπως είχε πεθυμήσει ένα καλό μπάνιο, το ίδιο αποζητούσε και μια μερίδα καλό φαγητό. Και να το!

Αφού μοιράστηκε ιστορίες από το στρατό με τους μεσήλικες θαμώνες του μαγαζιού – το καλοκαίρι μόνο γέμιζε νέα παιδιά – ρώτησε να μάθει και για το κορίτσι από το πλοίο, αναφέροντας το επίθετό της. Όσα του είπαν, όμως, τα ήξερε ήδη. Έτσι, πήρε τον δρόμο για το σπίτι. Το τρίπτυχο θα ολοκληρωνόταν με έναν καλό ύπνο.

Είχε πραγματικά ευχαριστηθεί πολύ τη σημερινή μέρα και έκανε σχέδια στο μυαλό του για τις δύο επόμενες.

Το επόμενο πρωί σηκώθηκε αρκετά νωρίς. Ήθελε να μετακινηθεί προς την άλλη πλευρά του νησιού, όπου του είχε πει ότι έμενε και η Λένα. Βέβαια, ήταν τόσο ντροπαλός που δεν ήξερε αν ανταμώνοντάς την θα της μίλαγε, αλλά σίγουρα ήθελε να την ξαναδεί. Στο καράβι υπερισχύσε η δειλία του και δεν την αποχαιρέτησε όπως έπρεπε.

Κατά το μεσημέρι έκανε στάση σε μια ταβέρνα που βρήκε ανοιχτή κοντά στο κύμα. Χαιρέτησε τον ιδιοκτήτη, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι έχουν μόνο κάποια πιάτα ημέρας και μερικά ψαρικά, γιατί ακόμα είναι σε περίοδο προετοιμασίας και ανεφοδιασμού για το καλοκαίρι που έρχεται, κάτι που δεν ενόχλησε καθόλου τον Θοδωρή. Ήταν λιγόφαγος εξάλλου κι έτσι παρήγγειλε μια σαλάτα, μια μερίδα μακαρόνια με κιμά και ένα μπουκάλι μπύρα.

Απολάμβανε την αλμύρα που ερχόταν λόγω του αέρα στο πρόσωπό του και προσπαθούσε, παίρνοντας κάθε τόσο βαθιές ανάσες, να οσφριστεί όσο περισσότερο ιώδιο γινόταν.
“Η παραγγελία σας”, ακούστηκε από μια οικεία φωνή
Ο Θοδωρής γύρισε απότομα το κεφάλι του και κοκκίνησε ολόκληρος. Το πρόσωπο της Λένας άλλαξε με μιας και ένα τεράστιο χαμόγελο το φώτισε.
“Εσύ εδώ;”, τον ρώτησε και άφησε τον δίσκο πάνω στο τραπέζι
Ο Θοδωρής ξερόβηξε και προσπαθώντας να κρατήσει τον ενθουσιασμό του κατάφερε να απαντήσει:
“Τελείωσα με τη θητεία και ήρθα για λίγες μέρες…”
“Και πολύ καλά έκανες!”, τον διέκοψε η Λένα και του έπιασε τα χέρια
Ο Θοδωρής κοκκίνησε πάλι.

“Πες μου, όμως, τι κάνεις προς τα εδώ; Αν θυμάμαι καλά, εσύ μένεις κοντά στο λιμάνι”
“Έχω τη μηχανή μου εδώ και ήθελα να την κάνω μερικές βόλτες να μην μείνει από μπαταρία… Εσύ; Δουλεύεις εδώ;”
“Μπορείς να το πεις κι έτσι. Το μαγαζί είναι του πατέρα μου κι εγώ αναλαμβάνω τη σάλα που λένε. Τραπέζια, στήσιμο, σερβίρισμα, εκπαίδευση εποχικών υπαλλήλων και άλλα τέτοια”
“Το έχεις πάρει όλο πάνω σου δηλαδή”, είπε ο Θοδωρής και για πρώτη φορά ένιωσε άνετα και χαμογέλασε
“Λοιπόν, τα υπόλοιπα θα τα πούμε μόλις τελειώσεις το γεύμα σου. Όλα κερασμένα, δεν το συζητώ και μιας και δεν έχουμε κόσμο σήμερα, θα κάνω κοπάνα να πάμε βόλτα μαζί, τι λες; Μου αρέσουν πολύ οι μηχανές! Άσε που έχουμε αφήσει και μια κουβέντα στη μέση!”, είπε η Λένα με το περίσσιο θάρρος και θράσος της που δεν άφηνε περιθώρια για αντιρρήσεις, κάτι το οποίο βέβαια έβγαλε τον Θοδωρή από τη δύσκολη θέση του να το προτείνει ο ίδιος.

Δεν μπορούσε να κατέβει μπουκιά μετά από τη συζήτησή τους, αλλά δεν γινόταν να μην φάει τώρα. Θα ήταν αγένεια… Εκμεταλλεύτηκε το όμορφο τοπίο και προσπάθησε να ευχαριστηθεί το φαγητό.

Μετά από περίπου μία ώρα, Θοδωρής και Λένα ήταν πάνω στη μηχανή με προορισμό την νοτιοδυτική μεριά του νησιού και την παραλία της Νυφίδας, την οποία είχε χρόνια να επισκεφθεί ο Θοδωρής και το μόνο που θυμόταν ήταν η τεράστια έκτασή της.
Αν και νωρίς το απόγευμα, ο ήλιος ‘κρατούσε’ κι έτσι η διαδρομή και τα τοπία τριγύρω ήταν ακόμα πιο ευδιάκριτα και ενδιαφέροντα.

Μόλις έφτασαν στο τέλος του δρόμου, η Λένα έβγαλε το κράνος που της είχε δώσει ο Θοδωρής, το τοποθέτησαν στον αποθηκευτικό χώρο κάτω από το κάθισμα, ενώ κράτησαν και οι δύο τα μπουφάν τους.

Ο Θοδωρής κοντοστάθηκε. Με θέα τα δυνατά κύματα ανακάλεσε στιγμές από τα παιδικά του χρόνια. Πόσα γέλια, βουτιές με τους παππούδες, φίλοι… Χάθηκαν όλα. Προσπάθησε να κρατήσει τα δάκρυά του.
“Θέλεις να περπατήσουμε;”, ρώτησε η Λένα
“Ναι”, απάντησε ο Θοδωρής και ξεκίνησαν μια διαδρομή αρκετών μέτρων και μιας ακόμη ατελείωτης συζήτησης για τα πάντα.

Όταν πια είχε δύσει πλήρως ο ήλιος, ήταν ήδη πάνω στη μηχανή με προορισμό το σπίτι της Λένας. Φτάνοντας απ’ έξω, έβγαλε το κράνος και κρατώντας το στο χέρι είπε στον Θοδωρή:
“Για να στο δώσω, θα πρέπει να έρθεις πάνω να κλείσει η βραδιά με ένα ποτό. Νιώθω ότι έχουμε να πούμε τόσα πολλά ακόμα… Έχουμε ανοίξει τόσα θέματα συζήτησης και δεν έχει κλείσει κανένα!”
Ο Θοδωρής χαμογέλασε.
“Δεν είναι λίγο άδικο δεύτερο κέρασμα την ίδια μέρα;”
“Εσύ έβαλες τη βόλτα, εγώ βάζω το ποτό… Θα φύγεις εξάλλου αύριο… Ποιος ξέρει πότε θα σε ξαναδώ…”

Το χαμόγελο από το πρόσωπο του Θοδωρή έσβησε. Άπλωσε τα μακριά του χέρια και αρπάζοντας το πρόσωπό της ένωσε τα χείλη του με τα δικά της. Παραδόθηκαν και οι δύο στο φιλί.

Χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα, ο Θοδωρής κατέβηκε από τη μηχανή και η Λένα άνοιξε την εξώπορτα. Ανέβηκαν τα σκαλιά και μπήκαν μέσα στο διαμέρισμα. Κοιτάζονταν ασταμάτητα στα μάτια, σαν να μαρτυρούσαν μέσω αυτών τις πιο ανύποπτες σκέψεις τους.

Ο Θοδωρής πλησίασε αργά τη Λένα και πέρασε τα χέρια του στη μέση της. Το χέρι του κατευθύνθηκε προς το σβέρκο της από όπου άρχισε να κατεβάζει αργά το φερμουάρ του φορέματός της, ενώ την ίδια στιγμή την πλησίασε στο αυτί και με μια μελωδική μπάσα φωνή της τραγούδησε “Πάρε με μαζί σου, στο πιο όμορφο όνειρο, πάνω στο κορμί σου, στου κορμιού σου τον βυθό, θα ‘σαι εσύ το κύμα, θα ‘μαι αέρας που φυσά, σου υπόσχομαι ταξίδια, ασημένια και χρυσά…”

Η Λένα είχε ανατριχιάσει ολόκληρη και η καρδιά της χτύπαγε σαν τρελή. Με τη λιγοστή ανάσα που της είχε απομείνει του είπε:
“Κάθε λεπτό με εκπλήσσεις… Πάμε μέσα…”
Ο Θοδωρής χαμογέλασε και σηκώνοντάς την στην αγκαλιά του κατευθύνθηκαν προς το υπνοδωμάτιο…

Αγγελική Ανδριοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Το κορίτσι του πλοίου – Μέρος 2ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading