Δεν θυμάμαι ακριβώς πώς έγινε. Αν ήταν όνειρο ή μια εφιάλτης, αν ξύπνησα ή αν ήμουν πάντα εκεί. Αλλά τώρα είμαι εδώ, μεταμορφωμένος σε κάτι που ποτέ δεν θα φανταζόμουν: έναν αναπτήρα.
Από το πρώτο “κλικ”, ένιωσα τη διαφορά. Οι πρώτες φλόγες που άναψαν δεν ήταν απλώς φως. Ήταν πύρινες αναμνήσεις, στιγμές ζωής, με τον καπνό να σκεπάζει το παρελθόν και να μου επιτρέπει να δω το μέλλον μέσα από τις φλόγες. Κάθε καινούργιος ιδιοκτήτης μου, κάθε κλεψιά, ήταν για μένα μια νέα ιστορία.
Στην αρχή, δεν καταλάβαινα. Γιατί όλοι με έκλεβαν; Μήπως είχα γίνει το πιο κλεμμένο αντικείμενο στον κόσμο; Κάθε φορά που μου άνοιγαν, ένιωθα λες και έβλεπα τα πάντα γύρω μου να τρέχουν, να αλλάζουν, να χάνουν τη δική τους πραγματικότητα. Και εγώ, ήμουν απλώς εκεί, παρατηρητής, ένα αναγκαίο κακό, ένα αντικείμενο που ήταν πάντοτε εκεί, αλλά κανείς δεν ήξερε γιατί.
Δεν θυμάμαι ακριβώς πώς ξεκίνησε, αλλά όλα όσα επακολούθησαν είναι καθαρά στο μυαλό μου. Ο πρώτος ιδιοκτήτης μου, ένας τύπος γύρω στα 25, με πρόσωπο γεμάτο αυτοπεποίθηση, μπήκε στο περίπτερο και ζήτησε ένα πακέτο τσιγάρα. Εγώ ήμουν εκεί, ανάμεσα σε διάφορα άλλα αντικείμενα, αλλά κάτι μου λέει ότι ήμουν αυτός που του τράβηξε την προσοχή. Ήμουν το αντικείμενο της στιγμής, και το κατάλαβα αμέσως.
Ο τύπος πήρε και τα τσιγάρα του, αλλά δεν έφυγε αμέσως. Μου πέταξε μια ματιά και, χωρίς να το σκεφτεί, έπιασε εμένα από τον πάγκο. “Και έναν αναπτήρα, παρακαλώ”, είπε με ύφος που έδειχνε πως αυτή η αγορά δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια συνήθεια.
Και να ’μαι, στην τσέπη του, έτοιμος να τον ακολουθήσω στο κλαμπ.
Όταν μπήκαμε στο κλαμπ, όλα γύρω μου έγιναν θόρυβος και φως. Μουσική που χτυπούσε δυνατά, κόσμος που χόρευε, και εκείνος, αμέσως, κατευθύνθηκε προς το μπαρ. Εκείνη την ώρα την είδα. Η κοπέλα με τα μακριά μαλλιά και το βλέμμα που έκανε τον κόσμο να φαίνεται πιο αργός. Ο τύπος την κοιτούσε, και ήξερα πως το παιχνίδι είχε αρχίσει.
“Ένα ποτό για την κυρία, παρακαλώ”, είπε στον μπάρμαν, και εκείνος την κοίταξε, κάτι μεταξύ κολακείας και στρατηγικής. Μια απλή κουβέντα, ένα φλερτ που ξεκινά με γέλιο και υπονοούμενα. Οι δυο τους αντάλλαξαν ματιές, η ένταση ήταν πιο δυνατή από τις λέξεις που έλεγαν.
Πάνω στην ένταση της στιγμής, το χέρι του ιδιοκτήτη μου κινήθηκε προς την τσέπη του για να ανάψει τσιγάρο, και εκείνη τη στιγμή, ο μπάρμαν έκανε το πρώτο του βήμα. Ήταν σαν να γνώριζε τι ακριβώς έκανε, ακριβώς πώς να το κάνει χωρίς να το καταλάβει κανείς.
Το επόμενο που θυμάμαι είναι πως βρέθηκα σε μια νέα τσέπη. Ο μπάρμαν, με ένα αστείο και αδιάφορο χαμόγελο, με είχε ήδη κλέψει. Ο τύπος δεν το κατάλαβε αμέσως. Η συζήτηση συνέχιζε, αλλά τώρα εγώ ήμουν το νέο απόκτημα κάποιου άλλου.
Ο μπάρμαν ήταν ακριβώς αυτό που ήθελα να ήμουν αν ήμουν άνθρωπος: ψύχραιμος, άψογος επαγγελματίας, με τη σωστή ισορροπία μεταξύ γοητείας και ενσυναίσθησης. Στο κλαμπ, τον έβλεπες να κινείται με άνεση, αλλά την ίδια στιγμή, υπήρχε κάτι βαθύτερο στη ματιά του, κάτι που δεν φαινόταν αμέσως, σαν να κουβαλούσε όλη την εμπειρία του κόσμου μέσα του. Η γυναίκα καθόταν μπροστά του, τρεμάμενη, τα μάτια της θολωμένα από τον πόνο. Εκείνος, με το ήρεμο χαμόγελό του, της προσέφερε ένα ποτό, αλλά πάνω από όλα, της πρόσφερε το χρόνο και την προσοχή που δεν περίμενε να βρει σε ένα μπαρ γεμάτο κόσμο. Έκανε μια κίνηση που έδειχνε ότι την άκουγε, με τον τρόπο που σιγά-σιγά την ενθάρρυνε να συνεχίσει. Χωρίς να τη διακόψει, χωρίς να βιάσει τις σκέψεις της, εκείνος απλά άφηνε τον χρόνο να περάσει.
Η γυναίκα του εκμυστηρεύτηκε την ιστορία της, τη στιγμή που ο άντρας της την είχε απατήσει. Η πίκρα στη φωνή της ήταν αδύνατο να κρυφτεί, αλλά ο μπάρμαν, με την αφοσίωση του καλού ψυχολόγου, άκουγε χωρίς να κρίνει, χωρίς να την πιέζει για λύσεις.
«Είναι δύσκολο να το πεις, έτσι δεν είναι;» είπε τελικά με ήπια φωνή, κοιτώντας την στα μάτια. «Το να σε προδώσουν, να χάσεις την εμπιστοσύνη στον άλλο, είναι σαν να χάνεις ένα κομμάτι του εαυτού σου. Αλλά ξέρεις κάτι; Δεν είσαι μόνh σε αυτό. Η ζωή συνεχίζεται και αν έχεις τη δύναμη να τη δεις από την άλλη πλευρά, πάντα μπορείς να βρεις μια νέα αρχή.»
Η γυναίκα τον κοιτούσε, μπερδεμένη στην αρχή, αλλά με κάποιο τρόπο οι λέξεις του άρχισαν να φέρνουν μια αχτίδα φωτός στον σκοτεινό της κόσμο. «Αυτό που με πληγώνει δεν είναι η απιστία του», συνέχισε εκείνη. «Είναι ότι ένιωσα πως ήμουν ανίκανη να το καταλάβω. Πως δεν ήμουν αρκετή.»
Ο μπάρμαν άναψε ένα τσιγάρο, το τράβηξε αργά και γύρισε προς αυτήν. «Δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό από το να καταλάβεις ότι η αξία σου δεν εξαρτάται από κανέναν άλλο εκτός από εσένα. Και αν νιώθεις έτσι, αν πιστεύεις ότι έχεις χάσει κάτι, τότε είναι απλώς επειδή δεν έχεις βρει ακόμα αυτό που σου αξίζει.»
Μια στιγμή σιωπής, και η γυναίκα του χαμογέλασε για πρώτη φορά από τότε που μπήκε στο μπαρ. «Πρέπει να το σκεφτώ. Ευχαριστώ…»
Ο μπάρμαν δεν απάντησε με λόγια, αλλά με την σιωπηλή ικανότητα να την κάνει να πιστέψει ξανά. Στην ειλικρίνεια και τη γαλήνη του λόγου του, η πληγωμένη πελάτισσα βρήκε μια σπίθα ελπίδας.
Και εγώ; Απλώς άκουγα από τη θέση μου. Εκεί, στον παλμό του κόσμου, σε ένα μικρό αντικείμενο που έβλεπε τα πάντα, αλλά ποτέ δεν είχε λόγο να μιλήσει.
Αρχικά, όταν τον είδα να πλησιάζει τον μπάρμαν, σκεφτόμουν ότι και πάλι θα βρεθώ να ανάβω μια σειρά τσιγάρων, ίσως με κάποιον να μιλάει για την επόμενη μεγάλη απόφαση της ζωής του. Μα δεν ήταν έτσι αυτή τη φορά.
Με το ποτό στο χέρι, φαινόταν χαμένος. Σαν να είχε φορτώσει τον κόσμο όλο στους ώμους του. Κι όμως, όλοι γύρω του συνεχώς τον προσπερνούσαν, χωρίς να καταλαβαίνουν πόσο σφιχτά κρατούσε μέσα του την ένταση. Όπως πλησίασε τον μπάρμαν, με μια αμηχανία που έδειχνε και αδυναμία, ακούμπησε το πορτοφόλι του και… χωρίς να το σκεφτεί, με άρπαξε και με έβαλε στην τσέπη του. Κλέψιμο, το αποκαλούν. Αλλά για μένα, απλά ήταν μια αλλαγή ιδιοκτήτη. Κανένας δεν το προσέχει, εκτός από μένα.
Η αλήθεια είναι, δεν καταλάβαινα γιατί. Γιατί με είχε κλέψει, αυτός ο άντρας που φαινόταν να είναι η ζωή του μια ατελείωτη εξίσωση. Καριέρα, οικογένεια, σύζυγος, παιδί, όλα αυτά σαν βαρίδια που κουβαλούσε στην πλάτη του. Στην προσπάθειά του να τα έχει όλα, είχε ξεχάσει τον εαυτό του. Στην αρχή, σκεφτόμουν: “Δεν αξίζει όλο αυτό.” Αλλά όσο περνούσε η ώρα στην τσέπη του, άρχισα να καταλαβαίνω.
Καθώς περπατούσε, αισθανόμουν τη δική του αβεβαιότητα να διαπερνάει το δέρμα του. Τα πάντα γύρω του φαίνονταν να είναι στον αυτόματο, η δουλειά, η γυναίκα του, τα παιδιά του, όλα αυτά που πρέπει να κρατάς και να ισορροπείς. Και όσο πιο πολύ τον παρακολουθούσα, τόσο καταλάβαινα. Πόσο του κόστιζε να τα καταφέρει όλα. Ήταν ο άντρας που ήθελε να είναι καλός σε όλα, και τελικά, είχε ξεχάσει πόσο δύσκολο είναι να τα έχεις όλα, να τα ζήσεις όλα, να είσαι εκεί για όλους και τελικά να λείπεις για τον ίδιο σου τον εαυτό.
Αυτό το ποτό, αυτή η στιγμή που απλώς ήθελε να πάρει μια ανάσα, μου φάνηκε τόσο ανθρώπινη. Και να, με το τελευταίο του βήμα, με άφησε πίσω του. Έφυγε από το μαγαζί, και εγώ; Εγώ παρέμεινα εκεί, κλεμμένος, παρατηρητής ακόμα μιας άλλης ζωής.
Τώρα πάλι, είμαι στο τσαντάκι ενός νεαρού φοιτητή. Του γιου του Στράτου. Ειλικρινά, ούτε που ξέρω πώς κατέληξα εδώ. Από τη μία, είναι κάπως σαν να είμαι σε μια νέα περιπέτεια, αλλά από την άλλη, όλα είναι τόσο ακατανόητα. Δεν έχω ακριβώς ξεκάθαρη εικόνα για το τι συμβαίνει στη ζωή του. Αλλά καταλαβαίνω αρκετά για να ξέρω ότι αυτός ο νεαρός είναι γεμάτος σκέψεις, αμφιβολίες και μια αίσθηση αγωνίας για το μέλλον.
Ο Στρατός ήταν πάντα εκεί για εκείνον, ήταν το πρότυπο του καλού άντρα, του σωστού επαγγελματία, του πατέρα που θυσιάζεται για την οικογένεια. Αλλά ο φοιτητής αυτός; Άλλος κόσμος. Ο κόσμος της νεότητας, της ελευθερίας, της αβεβαιότητας. Κάθε μέρα μια νέα πρόκληση. Οι φίλοι του λένε να απολαύσει τη ζωή, να διασκεδάσει, να ακολουθήσει τα όνειρά του, αλλά οι φωνές της οικογένειας, του πατέρα του, πάντα τον καλούν πίσω στην πραγματικότητα. Να είναι δυνατός. Να κάνει κάτι από τη ζωή του.
Κάθε μέρα προσπαθεί να βρει τη δική του ισορροπία, την ισχυρή βάση από την οποία θα ξεκινήσει. Η αγωνία για το τι θα φέρει το αύριο είναι έντονη, αλλά και η ελπίδα που κουβαλάει είναι πιο δυνατή. Έχει μπροστά του έναν ολόκληρο κόσμο, γεμάτο δυνατότητες, ανοιχτούς δρόμους και ευκαιρίες. Και ξέρει πως, αν αντέξει τις πρώτες δυσκολίες, αν παραμείνει πιστός στον εαυτό του, όλα θα πάνε καλά.
Για εκείνον, το άγνωστο του μέλλοντος είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να προσφέρει η ζωή. Και παρόλο που οι αμφιβολίες και οι φόβοι είναι πάντα παρόντες, οι ελπίδες για κάτι καλύτερο είναι αυτές που τον κρατούν ζωντανό.
Τώρα βρίσκομαι στην τσέπη ενός άλλου. Αυτή τη φορά, όμως, είναι κάτι διαφορετικό. Το άγγιγμα του χεριού του είναι σφιχτό, η θερμότητα από το σώμα του σχεδόν με καίει και νιώθω τη βαρύτητα της κατάστασης. Ο άνθρωπος που με κρατάει είναι… άλλος. Η αίσθησή του είναι απόκοσμη. Αρκετές φορές έχω αλλάξει χέρια, αλλά ποτέ δεν ένιωθα αυτή την ένταση, αυτή την αναστάτωση. Το μυαλό του είναι σκοτεινό, γεμάτο με σκέψεις που δεν θέλω να καταλάβω πλήρως. Πιο έντονες από ποτέ, σφιχτές σαν θηλιά γύρω από τον λαιμό του.
Ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του με σιωπή, κοιτάζοντας γύρω του με ένα βλέμμα που δεν έχει καμία σχέση με την καθημερινότητα. Βλέπω τα φώτα να σβήνουν σιγά-σιγά γύρω του, το σκοτάδι να παίρνει το πάνω χέρι. Όλα είναι έτοιμα. Ο άνθρωπος με τον οποίο μοιράζομαι αυτή τη στιγμή δεν είναι ο άνθρωπος που ήξερα πριν. Δεν είναι ο άντρας που μπαίνει στο μπαρ, δεν είναι ο πατέρας που γελάει με τα παιδιά του. Είναι κάτι άλλο τώρα. Εμπρηστής. Σκοτεινός, βυθισμένος στην οργή του.
Ανοίγει το σακουλάκι με το υγρό και γεμίζει το δωμάτιο με τη μυρωδιά του καυστικού υγρού. Βλέπω τη φλόγα να ετοιμάζεται, να αρχίζει να αναβλύζει από μένα, κι εγώ είμαι εκεί, παρατηρητής χωρίς επιλογή. Μετά την έκρηξη, όλα θα είναι διαφορετικά. Αρχίζει να περπατά γύρω από το σπίτι, οι κινήσεις του άνετες, λες και γνωρίζει το τι ακολουθεί. Οι λέξεις του είναι λίγες, σχεδόν ψιθυριστές, όπως μυστικά που δεν θέλει να ακουστούν. Οι σκέψεις του είναι κάποιες εικόνες που δεν έχουν σημασία πια. Και η φλόγα είναι ήδη έτοιμη να χορέψει.
Αναστενάζει και η φλόγα σβήνει τα όνειρά του, καταστρέφοντάς τα όλα. Και τώρα, για εμένα, όλα είναι απλώς μια στιγμή που διαρκεί για πάντα.
Ένιωσα το σώμα μου να πέφτει, να κατρακυλάει μέσα σε μια δίνη φωτός και σκιάς. Ένα τελευταίο κλικ, μια φλόγα να σβήνει απότομα, και ξαφνικά… σιωπή.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου, ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου. Ο κόσμος γύρω μου ήταν ξεκάθαρος, σταθερός, αληθινός. Η καρδιά μου χτυπούσε κανονικά και η αίσθηση του ύπνου έφυγε σαν να μην υπήρξε ποτέ. Έμεινα εκεί για λίγα δευτερόλεπτα, προσπαθώντας να καταλάβω τι είχε συμβεί, και συνειδητοποίησα τελικά… όλα όσα είχα ζήσει, όλα όσα είχα αισθανθεί, ήταν μόνο ένα όνειρο. Δεν ήμουν αναπτήρας. Είχα απλώς ξυπνήσει και ήμουν πάλι άνθρωπος.
Και τότε το κατάλαβα: Ήταν απλώς ένα όνειρο, ήμουν απλώς ένας αναπτήρας.
Πόσο μικρός, πόσο άχρηστος. Κι όμως, μέσα από το όνειρο, είχα ζήσει περισσότερες ζωές απ’ όσες ποτέ φανταζόμουν. Είχα ακούσει ιστορίες γεμάτες πόνο και ελπίδα, βλέποντας ανθρώπους να αναστενάζουν και να γελούν, να παραδίδονται στις σκέψεις τους και να αναζητούν διαφυγή μέσα σε κάθε αναμμένη σπίθα. Κάθε κλοπή, κάθε νέα ιδιοκτησία, ήταν μια νέα αρχή για μένα – και για αυτούς. Δεν ήμουν απλώς αντικείμενο, δεν ήμουν μόνο ένας αναπτήρας. Ήμουν το μέσο για να φέρνω φως, να ανάβω τη φωτιά στις καρδιές τους.
Αυτός ο κύκλος, οι κλοπές, οι ιστορίες που άκουγα και ένιωθα, μου έδειξαν κάτι. Αν και ήμουν ένα ανούσιο αντικείμενο, εκείνοι με είχαν ανάγκη. Κάθε φλόγα που άναβα, κάθε τσιγάρο που έβαζαν στο στόμα τους, ήταν μια στιγμή διαφυγής, μια μικρή ανακούφιση από την καθημερινότητα που τους βάραινε. Και παρόλο που δεν ήμουν τίποτα, έγινα ταυτόχρονα τα πάντα.
Μετά από όλα αυτά, έμεινα εκεί, ακίνητος και σιωπηλός, προσπαθώντας να καταλάβω τι σημαίνει να είσαι ζωντανός. Τι σημαίνει να αισθάνεσαι; Να σκέφτεσαι; Να ζεις και να πεθαίνεις κάθε μέρα χωρίς να το συνειδητοποιείς;
Πίσω από κάθε πρόσωπο, πίσω από κάθε χέρι που με άρπαζε, υπήρχε μια ζωή. Κάθε πρόσωπο, ακόμα και το πιο αδιάφορο, είχε τη δική του ιστορία. Και μέσα σε όλες τις στιγμές που πέρασα και παρακολούθησα, έμαθα ότι δεν υπάρχει κανένας που να μην έχει την ανάγκη να βρει λίγο φως, να αναστενάξει και να ξεχάσει.
Ακόμα και το πιο ανούσιο φως, μπορεί να αποκαλύψει τις πιο σκοτεινές πτυχές της ύπαρξης.
Αφροδίτη Αυγερινού
