Το κορίτσι του πλοίου – Μέρος 3ο

Προηγούμενο

Η βραδιά τους ήταν γεμάτη πάθος. Δεν μπορούσαν να αποχωριστούν με τίποτα ο ένας το σώμα του άλλου, τόσο, που έκαναν έρωτα μέχρι το επόμενο πρωί.
“Θα φύγω με το βραδινό πλοίο. Πρέπει να γυρίσω στην Αθήνα…”, είπε ο Θοδωρής, ξαπλωμένος δίπλα στη Λένα
“Ξέρω, σε περιμένει και η θέση στην καινούργια σου δουλειά.”
“Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να πάρω άδεια…”
“Δεν πειράζει, περάσαμε υπέροχα απόψε! Μου χάρισες στιγμές και μου ξύπνησες συναισθήματα που δεν θα ξεχάσω ποτέ!”
“Τον Αύγουστο θα είμαι σίγουρα εδώ. Εκτός κι αν είναι πολύς καιρός για να περιμένεις. Το καταλαβαίνω…”
“Θα μου τραγουδήσεις μια τελευταία φορά;”, ήταν η απάντηση της Λένας
“Μια ακόμη, όχι τελευταία…”
“Θα το κάνεις;”, ρώτησε η Λένα σχεδόν με βουρκωμένα μάτια.

Ο Θοδωρής άνοιξε την αγκαλιά του και η Λένα ξάπλωσε πάνω του, ακουμπώντας το κεφάλι της πάνω στο στήθος του και τότε ακούστηκε σαν βάλσαμο στα αυτιά της αυτή η ήρεμη, μπάσα φωνή του “Τι να πεις, τι να πω, που σε νιώθω Θεό, και πιστεύω στο τίποτα, και το έχω λατρέψει, έτσι ξέρω να ζω, μα κι εγώ απορώ, και μπορεί μες στα ανείπωτα, μια ελπίδα να θρέψει, θέλω μόνο να ζω…”

Η Λένα είχε κλείσει τα μάτια της και προσπαθούσε να αποτυπώσει ακριβώς τη φωνή και την ανάσα του στο μυαλό της.

Η υπόλοιπη μέρα τους βρήκε αγκαλιά στο κρεβάτι. Μέχρι που έπεσε ο ήλιος κι έπρεπε ο Θοδωρής να γυρίσει, να κλείσει το σπίτι για να προλάβει το πλοίο.
“Θα σε δω τον Αύγουστο”, ήταν τα τελευταία λόγια του στη Λένα πριν ανέβει στη μηχανή και χαθεί στον ορίζοντα. Εκείνη δεν του απάντησε τίποτα…

Μετά από πολλές ώρες ταξίδι, επιτέλους πάτησε το πόδι του στο λιμάνι του Πειραιά. Εκεί τον περίμενε ο πατέρας του και παρέα τον γύρισε σπίτι του. Είπαν πολλά μεταξύ τους. Για το στρατό, για τα νέα σχέδια του Θοδωρή, για το σπίτι στη Μυτιλήνη, για τους φίλους του πατέρα του, μα κουβέντα για την Ελένη. Είχε γενικά αυτό το κακό συνήθειο ο Θοδωρής και δεν μιλούσε για τα προσωπικά του με κανέναν. Μόνο με τον ‘κολλητό’ του που γνωρίζονταν από το Δημοτικό και ένιωθαν ο ένας τον άλλον αδελφό.

Οι μέρες πέρασαν και ο Θοδωρής μπήκε ξανά σε μια ρουτίνα. Κάθε πρωί ήταν στη δουλειά, η οποία του άρεσε αρκετά και ένιωθε όλο και πιο δημιουργικός, και κάθε απόγευμα όλο και κάπου θα τριγυρνούσε στο Μικρολίμανο με τον Σπύρο. Στο ενδιάμεσο μιλούσε μέσω μηνυμάτων καθημερινά με την Λένα και μερικές φορές έκαναν και βιντεοκλήση. Μετρούσε τις μέρες για την άδεια του Αυγούστου με μεγαλύτερη ανυπομονησία από όταν μετρούσε τις μέρες της λήξης της θητείας του! Μέχρι που μια μέρα του ήρθε ουρανοκατέβατη μια ευκαιρία να δει τη Λένα λίγο πιο σύντομα από ότι υπολόγιζε.

Ήταν Παρασκευή βράδυ και αποφάσισαν με τον Σπύρο να μην βγουν αλλά να ‘αράξουν’ σπίτι. Είχε και ‘ντέρμπι αιωνίων’, κάτι που συνοδευόταν άψογα με μπύρες και σουβλάκια. Κατά τη διάρκεια του αγώνα χτύπησε το κουδούνι και κοιτάχτηκαν με απορία. Δεν περίμεναν κάποιον. Ο Θοδωρής κοίταξε από το θυροτηλέφωνο και όλο χαρά είπε δυνατά για να τον ακούσει και ο Σπύρος “Ο Μάριος ρε!” και του άνοιξε αμέσως. Με το που ανέβηκε αγκαλιάστηκαν και τον προσκάλεσαν να κάτσει μαζί τους.

“Πώς από δω ρε φίλε;” , ρώτησε ο Θοδωρής
“Που να στα λέω! Έχουμε πρόβλημα και θέλω την βοήθειά σου!”, απάντησε όλο άγχος ο Μάριος
“Άμα μπορώ, ευχαρίστως”
“Θα μπορέσεις! Αύριο, Σάββατο, γίνεται ένας γάμος στο νησί σου, τη Μυτιλήνη, και θα πήγαινα με την μπάντα να τραγουδήσουμε στη δεξίωση, γιατί το ζευγάρι είναι νέο και δεν θέλουν παραδοσιακά τραγούδια. Τους αρέσουν τα πιο μοντέρνα, ελληνικά ποπ, μπαλάντες και τέτοια. Και πήγε ο μ@λ@k@s ο Λευτέρης και έπαθε φαρυγγίτιδα και δεν μπορεί ούτε να μιλήσει! Πώς θα τραγουδήσει; Φίλε σώσε με!”

Ο Θοδωρής τον κοιτούσε με ένα βλέμμα εντελώς αχανές
“Μ’ ακούς ρε;”, του φώναξε ο Μάριος και τον έσπρωξε
“Ναι ρε, σ ‘ακούω. Και τι θες να κάνω; Ξέρεις πόσο ντρέπομαι τον κόσμο! Πώς θα βγω να τραγουδήσω μπροστά σε… πόσα άτομα θα είναι τώρα εκεί;”
“150 περίπου”
“Τί λες ρε; Εδώ με το ζόρι και τραγουδάω σε ένα!”
“Θα πληρωθείς κιόλας μ@λ@k@ , ξεκόλλα!”
“Ρε δεν είναι θέμα τα λεφτά…”
“Θοδωρή, νομίζω ότι πρέπει να εκμεταλλευτείς την ευκαιρία και να πας…” τον διέκοψε ο Σπύρος “…και τα παιδιά θα βοηθήσεις με τη φωνάρα σου και το νησί σου θα δεις”, ολοκλήρωσε και του έκλεισε το μάτι.

Αυτό σκεφτόταν όταν είχε μείνει στήλη άλατος και ο Θοδωρής. Πόσο πολύ ήθελε να δει τη Λένα και πόσο δεν ήθελε να τραγουδήσει μπροστά σε τόσους ανθρώπους.
“Άσε τις ντροπές και πήγαινε. Στη τελική ένας γάμος είναι. Όλοι πιωμένοι θα ‘ναι. Σιγά μην ακούν εσένα!”, είπε ο Σπύρος και έσκασαν και οι τρεις στα γέλια
“Εντάξει”, απάντησε αποφασιστικά ο Θοδωρής και ο Μάριος τον προέτρεψε να ετοιμάσει γρήγορα τα πράγματά του γιατί θα φεύγανε με το πλοίο των 12.

Πήγε λοιπόν γρήγορα γρήγορα στο δωμάτιό του και κατέβασε μια μικρή βαλίτσα. Άρχισε να βάζει μέσα όσα θα του χρειάζονταν για τις δύο μέρες που θα ήταν στο νησί.
“Θα της το πεις;”, ακούστηκε η φωνή του Σπύρου στην άκρη της πόρτας
“Θα της κάνω έκπληξη!”, είπε όλο χαρά ο Θοδωρής
“Πού ξέρεις, μπορεί να είναι και καλεσμένη στο γάμο!”, συμπλήρωσε ο Σπύρος και γέλασαν

Τα ξημερώματα επιβιβάστηκαν στο λιμάνι της Μυτιλήνης. Ο Θοδωρής πήρε τον δρόμο για το σπίτι του και οι άλλοι τρεις (ο Μάριος, ο κιθαρίστας, ο Κώστας, ο ντράμερ και ο Δημήτρης, ο πιανίστας) για το ξενοδοχείο.

Αισθανόταν τόσο κουρασμένος, που ήθελε απλά να κάνει ένα μπάνιο και να κοιμηθεί. Έπρεπε να ξεκουράσει και τη φωνή του για το βράδυ. Μπορεί το γλέντι να ξεκινούσε στις 8 αλλά αφενός έπρεπε να είναι η μπάντα εκεί από τις 6 για να ρυθμίσει τα μικροφωνικά συστήματα ο Μάριος, αφετέρου θα τραγουδούσε λογικά 3 – 4 ώρες.

Έφτασε η ώρα 1 το μεσημέρι και ξύπνησε. “Θα της το πω, δεν αντέχω άλλο”, είπε από μέσα του και πήρε τηλέφωνο τη Λένα. Καμιά απάντηση. “Θα γίνεται χαμός στο μαγαζί. Από το πρωί δεν έχει φανεί…”, σκέφτηκε κι έτσι της έστειλε μήνυμα
“Καλημέρα. Σου έχω μια έκπληξη.”

Πέρασε άλλη μια ώρα και δεν έλαβε καμιά απάντηση. Ήθελε τόσο πολύ να πάρει τη μηχανή και να πάει να τη βρει, μετά όμως θα έστηνε τα παιδιά. Ήταν πολύ τυπικός σε κάτι τέτοια. Όταν έδινε το λόγο του, τον κρατούσε.

Στις 6 ακριβώς βρέθηκε με τους υπόλοιπους 3 και πήγαν στο κέντρο. Εκείνη την ώρα έφταναν και οι υπεύθυνοι για το στολισμό, οι οποίοι κουβαλούσαν χιλιάδες πράγματα. Ο Θοδωρής τους κοιτούσε με απάθεια. Τα θεωρούσε όλα αυτά αχρείαστα. Ο γάμος στο μυαλό του ήταν μια πολύ ιερή τελετή, όπου δύο άνθρωποι επισφράγιζαν την αγάπη τους ενώπιον του Θεού. Δεν έβρισκε λοιπόν τον λόγο για τέτοιες υπερβολές, όπως το να γεμίσει όλος ο χώρος με τα αρχικά του ζευγαριού Γ και Ε.

“Θα κάνουμε καμιά πρόβα;”, ρώτησε ο Μάριος και τον έβγαλε από τις σκέψεις του.
Παίρνοντας τις παρτιτούρες στα χέρια του, είδε πως σχεδόν όλα τα τραγούδια είναι μέσα σε αυτά που του αρέσουν κι έτσι ένιωσε λιγότερο αγχωμένος.

Η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβουν και ο μετρ τους ανακοίνωσε ότι το ζευγάρι έφτασε, ώστε να είναι σε ετοιμότητα για το “τραγούδι εισόδου”, της “τούρτας” και αμέσως μετά θα έρχονταν μπροστά στην μπάντα για να χορέψουν το “τραγούδι του γάμου”.

Ο πιανίστας έδωσε τον ρυθμό και ο Θοδωρής ξεκίνησε να τραγουδά “Για πάντα μαζί σου στο δάκρυ, στο φιλί σου, στα πιο τρελά μας όνειρα, 30–40 θα σ’ αγαπώ για πάντα, για μια ζωή και για άλλη μια, Oh, yes I do, oh, yes I do…”

Η Λένα που μόλις βρέθηκε στον χώρο της δεξίωσης δεν μπορούσε παρά να αναγνωρίσει αυτή την μπάσα φωνή που είχε χαράξει τη καρδιά της.
“Ο Θοδωρής…” , ψέλλισε και συνέχισε να περπατά…

Αγγελική Ανδριοπούλου

One response to “Το κορίτσι του πλοίου – Μέρος 3ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading