Μοιάζεις με όσα νόμιζα πως ξέχασα – Μέρος 1ο

Δεν περνούσε η ώρα, οι δείκτες του ρολογιού είχαν κολλήσει. Κι εκείνος είχε τόση ανάγκη να φύγει από το γραφείο των καθηγητών. Τελευταία επαφή σήμερα και για κάποιους μήνες, απόσταση, επιτέλους. Δεν τον ένοιαζε για τους υπόλοιπους, εκείνη δεν ήθελε να ξαναδεί, δεν το άντεχε. Λίγο αργότερα, τους χαιρέτησε εγκάρδια έναν έναν κι όταν βρέθηκε απέναντί της, ξεροκατάπιε, προσπάθησε να χαμογελάσει και ξεψυχισμένα ευχήθηκε καλό καλοκαίρι.

Ο Φίλιππος, σαραντάρης, γυμναστής, ευπαρουσίαστος, ψηλός, ξανθός, με πράσινα μάτια, λακκάκια στα μάγουλα, που πρόσθεταν στο χαμόγελό του μια υπέρμετρη γλύκα, μια ακατανίκητη γοητεία κι ένα κορμί γυμνασμένο, που γινόταν φαντασίωση.
Η Μάνια, πενηντάρα, χημικός, ψηλή, με καστανά καρέ μαλλιά και μια συνηθισμένη ομορφιά, δεν κέρδιζε με την εξωτερική της εμφάνιση, μα με την αυτοπεποίθηση και τον αέρα της.

Ο Φίλιππος, χωρισμένος πολλά χρόνια, ούτε θυμόταν πια πως κάποτε υπήρξε παντρεμένος. Ένας νεανικός έρωτας, ένα πυροτέχνημα, που ενώ οι γονείς εκατέρωθεν προειδοποιούσαν ότι θα σκάσει, οι νέοι δεν άκουγαν. Ο ενθουσιασμός ποτέ δεν υποδουλώνεται στην πείρα. Συμμαθητές και συμφοιτητές με την Αρετή, κάπου λίγο πριν τα είκοσι, κόντρα σε όλους, επέβαλλαν το θέλω τους. Ένας γάμος λιτός, απέριττος, με γνώμονα την παιδικότητα, την νιότη, με τον κόσμο σε αμηχανία, μα το ζευγάρι σε πλήρη ευτυχία. Σπούδαζαν και είχαν το σπιτικό τους. Μα η ζωή, δεν είναι όπως την διαβάζουμε στα βιβλία ή όπως την βλέπουμε στις ταινίες. Το μαζί θέλει συμβιβασμούς, επιμονή, υπομονή. Κυρίως, το μαζί, απαιτεί, να δουλευτεί το εγώ….
Χώρισαν, τρία χρόνια μετά. Όχι με καβγάδες, ούτε υστερίες. Η Αρετή, το ζήτησε κι εκείνος, απλά το δέχτηκε. Η κοπέλα επέστρεψε στον τόπο καταγωγή τους, την Θάσο. Ο Φίλιππος, παρέμεινε στην Θεσσαλονίκη. Με τίποτα δεν θα γύριζε πίσω. Στην μικρή κοινωνία του χωριού, τα κουτσομπολιά, όλους να του κουνάνε το δάχτυλο, με ύφος “σου τα λέγαμε εμείς, τι τον θέλατε τον γάμο”, τον μπαμπά του να τον πρήζει να τον βοηθάει στο βενζινάδικο, την μάνα του να τον πρήζει για τα πάντα, να συναντάει κάθε μέρα την Αρετή, να θυμάται. Λίγο αργότερα είχε μάθει από την αδερφή του ότι και η Αρετή, έφυγε από τη Θάσο. Τα πρώην συμπεθέρια, έλεγαν στον κόσμο ότι μέσω ενός θείου της, βρήκε μια πολύ καλή δουλειά στην Αθήνα. Δεν άκουσε νέα της έκτοτε, ούτε και ενδιαφέρθηκε να μάθει.

Ήταν νέος, ωραίος, σε μια μεγάλη πόλη, δεν είχε να δώσει εξηγήσεις και αναφορά πουθενά. Για να μπορεί να ζει, χωρίς να γκρινιάζουν οι δικοί του ότι του στέλνουν χρήματα, αφού πια δεν ήταν φοιτητής, δούλευε μπάρμαν. Τα κοριτσόπουλα, διαγωνίζονταν ποια θα φορέσει τα λιγότερα ρούχα για να τις προσέξει. Οι πιο επικίνδυνες ήταν οι μεγαλύτερές του. Όσες διέθεταν την εξωτερική εμφάνιση, έμπαιναν στην διαδικασία να “γδυθούν”. Όσο πιο λίγα ρούχα πάνω τους, τόσο πιο πολλές πιθανότητες να τραβήξουν την προσοχή του. Κάποιες όμως, έριχναν στο παιχνίδι της διεκδίκησης ακόμα και το χρήμα. Του έταζαν ταξίδια, δώρα, ανέσεις. Όλα τα δοκίμασε. Και τις νεαρές καλλονές και τις μεγαλύτερες εμφανίσιμες και εκείνες που από μια άποψη, πλήρωναν για τον έρωτά του. Κάθε βράδυ έφευγε από το μπαρ με διαφορετική γυναίκα πλάι του. Πολλές, αυτό αναζητούσαν, μια βραδιά μαζί του. Υπήρξαν και κάποιες όμως, που τον ερωτεύτηκαν, που δεν ήταν της μιας νύχτας, που ήθελαν να κοιμούνται και να ξυπνούν δίπλα του. Αυτός όμως δεν είχε στο μυαλό του σχέσεις και δεσμεύσεις. Μοίραζε τον εαυτό του, το σώμα του, από δω κι από κει, χωρίς συναίσθημα, καλύπτοντας μόνο τις σωματικές του ανάγκες.

Αφού έκανε αναπληρωτής καθηγητής για αρκετά χρόνια σε διάφορα μέρη, λίγο πριν τα σαράντα του, διορίστηκε μόνιμα, σε λύκειο, σε άλλη περιοχή από κει που νοίκιαζε. Άφησε το σπίτι του και την ζωή της νύχτας, που ταυτόχρονα είχε για τα έξτρα χρήματα και βρήκε ένα διαμέρισμα κοντά στο σχολείο που δίδασκε.

Από την πρώτη στιγμή έγινε θέμα συζήτησης στα πηγαδάκια. Πολλές μαθήτριες ερωτευμένες μαζί του. Οι ελεύθερες καθηγήτριες, σε κάθε ευκαιρία, τον άγγιζαν, ρωτούσαν για τη ζωή του και οι παντρεμένες τον φλέρταραν με τρόπο. Η μόνη καθηγήτρια που δεν φαινόταν να ταράζεται με την παρουσία του, ήταν η Μάνια. Παντρεμένη βέβαια, μα αυτό δεν εμπόδιζε κάποιες άλλες. Δεν του έριχνε ούτε μια ματιά θαυμασμού. Δεν έβρισκε δικαιολογίες να τον πλησιάζει, φαινόταν χορτάτη και έμπειρη. Ξεκάθαρα, διέφερε από την μάζα. Τον αγνοούσε ενώ οι υπόλοιπες αναστέναζαν στο πέρασμά του. Μα τι είχε πάθει; Τον περνούσε και δέκα χρόνια, διάολε, σιγά μη την παρακαλούσε κιόλας, όταν μπορούσε με ένα νεύμα του, να έχει όποια θέλει. Η Μάνια το έβλεπε ότι τσίμπησε το δόλωμα, ότι τον παρασύρει, τον τραβάει κοντά της, με τον δικό της τρόπο. Είχε ρίξει το δίχτυ της, κάτι τέτοια κοριτσάκια που τον θεοποιούσαν, τα είχε για πρωινό. Είχε από καιρό τελειώσει ο γάμος της. Τα διαδικαστικά έμεναν, για να μπορεί πια ελεύθερη να αναζητήσει τον έρωτα, χωρίς να προκαλέσει τα κουτσομπολιά και την κατακραυγή του κόσμου, της παντρεμένης που ψάχνεται, που απατά και είχε από καιρό βάλει στο μάτι τον κατά δέκα χρόνια μικρότερό της γυμναστή.

Άρχισε να την πλησιάζει εκείνος. Η Μάνια, τυπική, δήθεν δεν καταλάβαινε το φλερτ του, δήθεν σοβαρή και μετρημένη σύζυγος, μητέρα και συνάδελφος. Μετά από πολλούς μήνες στενό μαρκάρισμα, του εκμυστηρεύτηκε ότι περιμένει να βγει το διαζύγιό της κι ότι θα πρέπει να έχει υπομονή. Ο Φίλιππος, κόλλησε μαζί της. Όταν αρκετό καιρό μετά, έκαναν πρώτη φορά έρωτα, ένιωσε πως πια είχε δίπλα του μια αληθινή γυναίκα κι όχι τα κοριτσόπουλα με τα οποία τόσα χρόνια περνούσε τον καιρό του. Μαζί της ένιωσε πως πολλά από τα κομμάτια του παζλ του σώματός του, της ψυχής του, βρήκαν το συμπλήρωμά τους, κούμπωσαν και ολοκληρώθηκε η εικόνα. Ήταν προστατευτική, ήξερε πώς να του φερθεί, πώς να τον ηρεμεί, πώς να τον διεγείρει ερωτικά χωρίς καν σωματική γύμνια, κάλυπτε τις ψυχικές του ανάγκες, πήγαιναν θέατρο, σινεμά, εκδρομές, έκαναν συζητήσεις διαφόρων θεμάτων, μάθαινε από κείνη, την θαύμαζε.

Διαχώριζαν και οι δύο αρμονικά την ζωή τους εκτός και εντός σχολείου. Δεν έδωσαν την παραμικρή τροφή για σχόλια. Κι εκείνη, απολάμβανε τα πάντα κοντά του. Την ανανέωνε η σχέση με έναν πολύ μικρότερο της άντρα.

Τέλος Μαΐου, είχε τα γενέθλιά της. Θα έκλεινε τα πενήντα. Ο Φίλιππος, παρέα με τις κόρες της, οργάνωσαν ένα σούπερ πάρτι έκπληξη. Έδειχνε τόσο χαρούμενη δίπλα του, διασκέδαζαν, χόρευαν, γελούσαν. Όταν έμειναν μόνοι, της ζήτησε να συγκατοικήσουν.
– Όχι Φίλιππε, δεν έχω σκοπό να συγκατοικήσω με κανέναν. Τώρα πια που οι κόρες μου τελειώνουν τις σπουδές, θα έχω προτεραιότητα εμένα. Θέλω να ταξιδέψω, να ερωτευτώ, να είμαι κυρία του εαυτού μου, να μη δίνω αναφορά σε κανέναν και για τίποτα, να συλλέξω εμπειρίες που με την έγγαμη ζωή, το μεγάλωμα δύο παιδιών και το κυνήγι της καθημερινότητας, δεν πρόλαβα, προσπέρασα, έχασα.
– Μα νόμιζα, πως έχουμε κάτι όμορφο. Πως…
– Έχουμε κάτι όμορφο, αλλά δεν έχω σκοπό, να κλείσω ως γυναίκα με δύο άντρες στη ζωή μου. Τον πρώην μου κι εσένα.

Ο Φίλιππος δεν πίστευε στα αυτιά του.
– Δηλαδή, εγώ ήμουν, εξαρχής με ημερομηνία λήξεως; Θα με παρατούσες για νέες περιπέτειες;
– Ένας άντρας το έχει αυτό το προνόμιο – δικαίωμα ε; Μια γυναίκα όμως, όχι;!
Δεν περίμενε απάντηση. Κατευθύνθηκε στην εξώπορτα του σπιτιού της, την άνοιξε και περίμενε.

– Με διώχνεις; Μάνια, σε παρακαλώ, ωραία, ας ξεχάσουμε την συγκατοίκηση!
– Εγώ σε παρακαλώ. Φύγε, τελειώσαμε.

Έναν μήνα σχεδόν την έπαιρνε τηλέφωνο, της έστελνε μηνύματα, χτυπούσε το κουδούνι της, την παρακαλούσε να το ξανασκεφτεί. Εκείνη δεν σήκωνε το τηλέφωνο, δεν απαντούσε στα μηνύματα, δεν άνοιγε την πόρτα της. Στο σχολείο δεν μπορούσε να τον αποφύγει, αλλά ήταν σίγουρη ότι δεν θα έφτανε στο σημείο να δώσει αφορμή για σχόλια, θα ήταν διακριτικός. Τον πλήγωσε, το ήξερε, αλλά δεν θα έσκαγε κιόλας. Εκείνη μετά από τόσα χρόνια συμβιβασμού και μετριότητας, θα ζούσε την ελευθερία της και δεν είχε σκοπό να το χαλαλίσει για κανέναν Φίλιππο.

Ήταν πληγωμένος. Τώρα καταλάβαινε όλες εκείνες στις οποίες είχε φερθεί με επιπολαιότητα, αδιαφορία, εγωισμό. Δεν τον χωρούσε ούτε το μέγεθος της Θεσσαλονίκης, πνιγόταν. Δεν ήθελε να περάσει το καλοκαίρι εκεί, όπου πάντα θα υπήρχε φόβος να την συναντήσει κάπου. Μόλις έφυγε από το λύκειο, την τελευταία μέρα λειτουργίας του, πήρε το αεροπλάνο για Αθήνα κι από κει, πλοίο για Αίγινα. Όσο πιο μακριά, τόσο το καλύτερο. Όταν ήταν στο πανεπιστήμιο, είχε έναν συμφοιτητή από κει και όλα αυτά τα χρόνια κρατούσαν επαφές. Μόλις του διηγήθηκε το δράμα του, εργένης κι εκείνος, τον προσκάλεσε, να περάσουν το καλοκαίρι τους μαζί, να ξεχαστεί, να επιστρέψει με γεμάτες μπαταρίες.

– Σώπα ρε! Τι ήττα ήταν αυτή ρε φίλε!
– Θάνο, μη με τσιτώνεις κι άλλο…
– Έλα ρε, πλάκα κάνω. Σιγά μη σκάσουμε για μια γυναίκα.
– Την αγάπησα φίλε. Όσο δεν αγάπησα ποτέ καμία.
– Όσο καμία; Και η Αρετή;
Ο Φίλιππος, σα να του άγγιξαν ένα νεύρο, τινάχθηκε, στο άκουσμα του ονόματός της.

– Πού την θυμήθηκες την Αρετή;
– Ε ξεχνιέται, αυτός ο έρωτας; Ήσουν ο Ρωμαίος της εποχής σου κι εκείνη η Ιουλιέτα.

Πόσα χρόνια είχαν περάσει. Ούτε μία στιγμή την σκέφτηκε. Ήταν κομμάτι της νιότης του, τότε που πήγε κόντρα σε όλους, που μόνο εκείνη τον έκανε ευτυχισμένο. Σα να πέρασε αιώνας από τότε. Άλλα χρόνια, της αθωότητας, της εμπιστοσύνης. Την έφερε στο μυαλό του. Είχε ερωτευτεί τα μάτια της. Εκείνα τα μικρά, τα στρόγγυλα, τα μαύρα, τα σπινθηροβόλα. “Τι να κάνει άραγε”; Τις σκέψεις του, διέκοψε ο Θάνος.

– Εεεεεε πού χάθηκες;
– Με ταξίδεψες πολλά χρόνια πίσω.
– Σοβαρά, δεν βρεθήκατε ποτέ όλα αυτά τα χρόνια;
– Δεν έτυχε. Αφού ξέρεις, έφυγε από την Θάσο κι εγώ δύο τρεις φορές που πήγα στα τόσα χρόνια, δεν επιδίωξα να μάθω. Οι δικοί μου ούτε θέλουν να θυμούνται αυτό το “λάθος” μου, ποτέ δεν αναφέρουν τίποτα.
– Την άποψή μου την ξέρεις, παλιέ μου συμφοιτητή.
– Ναι, ναι, ήμασταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλον.
– Ε ναι ρε φίλε, είστε, όχι ήσασταν.
– Ο ενεστώτας, τι φάση! Χωρίσαμε στα είκοσι τρία μας, φτάσαμε σαράντα, δεν γνωρίζω καν πού βρίσκεται κι εσύ επιμένεις ότι είναι η “αδερφή ψυχή μου”.
– Δεν ξεχνιέται ο τρόπος που σε κοιτούσε, έλαμπαν τα μάτια της. Έτσι την κοιτούσες κι εσύ ρε Φίλιππε.

Λίγες μέρες μετά, ένα πολύ ζεστό απόγευμα της τελευταίας μέρας του Ιούνη, οι δύο φίλοι επέλεξαν να κάνουν το μπάνιο τους μακριά από την οργανωμένη πλευρά της παραλίας που πήγαιναν κάθε μέρα και την οχλαγωγία που την συνόδευε. Έστησαν την ομπρέλα τους, τα καρεκλάκια, το ψυγειάκι και μιλούσαν, με τον παφλασμό του νερού να σιγοντάρει την κουβέντα. Ένα εκνευριστικό “τακ τακ τακ”, χάλασε ξαφνικά τους ήχους της φύσης. Οι δύο άντρες έκαναν προσπάθεια να αγνοήσουν τον θόρυβο. Όταν το μπαλάκι χτύπησε τον Φίλιππο στο πίσω μέρος του κεφαλιού, γύρισε απότομα, έτοιμος για καβγά.
– Καλά, είστε σοβαρ….

Γούρλωσε τα μάτια, η πρότασή του έμεινε μετέωρη, το ύφος του άλλαξε. Από οργισμένος, μετατράπηκε σε σαστισμένο.
– Με συγχωρείτε. Χίλια συγνώμη, μου ξέφυγε το μπαλάκι. η νεαρή κοπέλα με τα στρόγγυλα, μαύρα μάτια, του θύμισε τόσο πολύ την Αρετή.
– Δ…εν πειράζει, εντάξει…, σχεδόν συλλάβιζε, μη παίρνοντας τα μάτια του από πάνω της.

Το κορίτσι, πήρε το μπαλάκι, χαμογέλασε και συνέχισε να παίζει ρακέτες.
– Θάνο, είδες ό,τι είδα;
– Έλεος ρε γύπα. Αυτό είναι μια σταλιά μωρό.
– Θέλεις και τα λες ρε ή σου ξεφεύγουν; Εννοείται είναι μωρό. Δεν σου θύμισε την Αρετή;
– Ωχ ωχ ωχ. Το ‘ξερα, δεν το ‘ξερα; Τι σου έλεγα; Η Ιουλιέτα σου φίλε!
– Ρε πάψε. Απλά, της μοιάζει πολύ.
– Όλοι οι άνθρωποι κάπου έχουμε τον σωσία μας, έτσι δε λένε;

Κοιτάζοντας την μικρή παραδίπλα να παίζει, να γελάει, να κινείται, χάθηκε στο παρελθόν, με την νεαρή και τότε κοπέλα, που του είχε πάρει τα μυαλά και που Θεέ, θα ορκιζόταν ότι την βλέπει μπροστά του, στο πρόσωπο αυτής της άγνωστης νεαρής.

Μεταφέρθηκε στη μέρα, που φεύγοντας από το σχολείο, έπεσε από το ποδήλατο μπροστά στα μάτια του. Έτρεχαν αίματα από τα γόνατά της. Την πήρε αγκαλιά, έκρυψε το πρόσωπό της στην μασχάλη του, λέγοντάς του “δεν μπορώ, τη θέα του αίματος!”. “Στηρίξου επάνω μου…” της είπε και δεν την άφησε στιγμή. Την έβαλε να καθίσει σε ένα παγκάκι και με ένα χαρτομάντιλο και νερό από το μπουκαλάκι που κρατούσε, βάλθηκε να σκουπίζει το αίμα, να καθαρίζει τα χτυπημένα σημεία. Εκείνη έκλεισε τα μάτια, σφίγγοντάς τα, να μη βλέπει και τα χέρια, σε σφιχτές γροθιές, για να αντέχει το τσούξιμο. Σα μικρό κοριτσάκι, γκρίνιαζε “μη μη μη μη τσούζειιιι τσούζειιιι, άστο, άστο, μη το πατάς άλλο, πονάωωωω!”. Λίγο μετά της χαμογέλασε και της είπε “μπορείς να ανοίξεις τα μάτια σου τώρα, δεν τρέχει άλλο αίμα” και δειλά δειλά εκείνη, ψευτοάνοιξε τα μάτια, μη θέλοντας να δει, στην πραγματικότητα. Και την επόμενη στιγμή, του έσκασε ένα γρήγορο φιλί στο μάγουλο, για να τον ευχαριστήσει. Αχ, εκείνο το φιλί, που θυμάται τον εαυτό του να ηλεκτρίζεται, να θέλει να την αρπάξει και να ρουφήξει τα χείλη της, να γευτεί το φιλί της, να της πει ότι την θέλει σα τρελός. Μα, έπνιξε τα “θέλω” του, όπως έκανε τόσο καιρό.

Πού τις είχε θαμμένες τις μνήμες τόσα χρόνια; Συνέχισε σαν υπνωτισμένος να παρατηρεί το κορίτσι απέναντί του. “Μα τέτοιο μοιάσιμο!” σκεφτόταν απορημένος.
– Ρε θα σε χώσουν μέσα, θα νομίζουν ότι θα αποπλανήσεις την πιτσιρίκα, πώς καρφώνεσαι έτσι;
– Μα την κοιτάζω και ξεπηδούν οι αναμνήσεις με την Αρετή.
– Εντάξει, ναι, της μοιάζει, αλλά εσύ ξελογιάστηκες ρε φίλε!

Η μικρή, ένιωθε τα μάτια του συνεχώς επάνω της. Κούκλος ο μεσήλικας, δεν μπορούσε να το αγνοήσει, αλλά, περνούσε αλήθεια από το νου του, ότι θα μπορούσε να τον δει ερωτικά; Της μιλάει από μωρό παιδί η μαμά της για τα λιγούρια. Πόσο δίκιο είχε για μια ακόμη φορά.

Οι δύο άντρες έφυγαν πρώτοι. Όταν περνούσε από δίπλα της, της χαμογέλασε. Η μικρή τον κοίταξε με αυστηρό ύφος, σα να του έλεγε, “μπάρμπα, τα κουβαδάκια σου και σε άλλη παραλία”. Ο Φίλιππος για μια ακόμη φορά, τρόμαξε με την ομοιότητα βλέποντας αυτό το ύφος. Είχε βυθιστεί στην χρονομηχανή και μπροστά του εμφανίστηκε η Αρετή, πριν περίπου είκοσι χρόνια, όταν του είπε, ότι οι δικοί της, έβαζαν εμπόδια και αρνούνταν να επιτρέψουν τον γάμο τους. Είχε ακριβώς αυτό το ύφος, αυστηρό, γεμάτο απογοήτευση.

Στη διαδρομή για το σπίτι, σκεφτόταν πως λογικά η πιτσιρίκα τον πέρασε για “πέφτουλα” και όχι άδικα. Την ίδια στιγμή, στην παραλία, η κοπέλα, σταυροκοπιόταν και κουτσομπόλευε με την παρέα της, τον περίεργο άντρα, τον τρόπο που την κοιτούσε, το θράσος να της χαμογελάσει και την αυτοπεποίθηση των αντρών μιας κάποιας ηλικίας. Το επιστέγασμα της συζήτησής τους “αγρίεψαν οι παππούδες τη σήμερον”.

Δύο μέρες μετά, ο Φίλιππος ακόμα δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει την συνάντηση αυτή και δεχόταν τα πειράγματα του Θάνου.
– Είδες; Με τον κλώνο της Αρετής, ξέχασες και τον λόγο που σε έφερε εδώ.
– Ρε μην είσαι κάφρος!
– Ποια Μάνια και κουραφέξαλα. Πάει, αυτή, πέρασε και δεν ακούμπησε.
– Η αλήθεια αυτή είναι. Αυτές τις μέρες με αυτό το νέο κορίτσι, δεν έχω σκεφτεί τίποτα άλλο. Η Αρετή, κατέκλυσε το μυαλό μου.
– Μήπως να την αναζητήσεις;
– Μετά από τόσα χρόνια, τι νόημα έχει; Αν δεν βρισκόταν στο δρόμο μου αυτή η νεαρή που μου την θύμισε τόσο, ούτε που θα ερχόταν στη σκέψη μου. Ανήκει στο μακρινό παρελθόν.
– Τίποτα δεν είναι τυχαίο Φίλιππε. Για κάποιο λόγο γίνονται όλα.
– Και γυμναστής και φιλόσοφος.
– Ποιος είναι ο κάφρος είπαμε;
– Και για κείνη είμαι παρελθόν. Τι να σκαλίσω και γιατί;
– Δεν το ξέρεις. Ρε συ, δεν σου λέω να την ξαναπαντρευτείς. Μάθε πού βρίσκεται.
– Τότε είχα μάθει ότι έφυγε στην Αθήνα.
– Άντε, τώρα που είσαι Αίγινα, που είναι κοντά. Ευκαιρία που είμαστε παρέα, σαν reunion ρε!
– Κοίτα που θα με πείσεις!

Γέλασαν και άφησαν το θέμα εκεί. Περνούσαν οι μέρες χωρίς να το ξανααναφέρουν.
Η μοίρα όμως, είναι πάντα προδιαγεγραμμένη…

Χρυσούλα Καμτσίκη

Συνεχίζεται…

One response to “Μοιάζεις με όσα νόμιζα πως ξέχασα – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading