Η συνάντηση – Μέρος 1ο

Ο ήχος των παπουτσιών της στην βρεγμένη άσφαλτο έδινε τον ρυθμό στο βάδισμά της.

«Δεν θέλω να πάω! Δεν θέλω να πάω! Δεν θέλω να πάω!», μονολογούσε, ενώ τα πόδια της την πήγαιναν στο μαγαζί που είχαν ραντεβού. Τόσος κόσμος την περίμενε, μα εκείνη δεν είχε καμία διάθεση. Ένα στενό πριν το μαγαζί, κοντοστάθηκε. Η απροθυμία και η άρνησή της για αυτή την έξοδο είχε χτυπήσει κόκκινο. Η δόνηση στην τσέπη της δεν ήταν για καλό…

«Πού είσαι Ναταλία;», η φωνή της αδερφής της σε συνδυασμό με μουσική και βαβούρα της τρύπησαν τον εγκέφαλο.
«Έρχομαι Έφη!»
«Ναι ok, αλλά πού είσαι; Έπρεπε να έχεις φτάσει εδώ και μισή ώρα! Έχουμε κάποιον που σε περιμέέέένει!»
«Αυτόν τον ‘κάποιον’ θέλω να τον αποφύύύύύγω και στο έχω πει πολλές φορές! Με το ζόρι έρχομαι και το ξέρεις…»

«Με συγχωρείτε μισό λεπτό!», είπε η Έφη και αμέσως ακούστηκε ο ήχος από καρέκλες που σέρνονται. Ξαφνικά ησυχία. «Μπορείς να μου πεις τι σε έχει πιάσει; Ο Γιώργος θέλει να σου γνωρίσει έναν φίλο του. Τόσο κακό είναι; Σταμάτα να είσαι ξινιόλα ρε Ναταλία και έλα! Ξέρω πόσο δύσκολο είναι για σένα, αλλά κάνε το για μένα! Ο Γιώργος ξέρεις πόσο σε αγαπάει!»
«Ναι, Έφη μου! Το ξέρω! Και εγώ τον αγαπάω και έρχομαι μόνο και μόνο γιατί μου το ζήτησε ευγενικά! Και επειδή είναι ο άντρας σου και είσαι αδερφή μου! Έρχομαι!».

Η Ναταλία έκλεισε το τηλέφωνο και το έβαλε στην τσέπη της. Πήρε μια βαθιά ανάσα, ίσιωσε το παλτό της και προχώρησε. «Μια ψυχή που είναι να βγει… ας βγει!», μονολόγησε και πήρε τον δρόμο για το μαγαζί.

Ο πορτίερης μόλις την είδε, της χαμογέλασε και έσπρωξε την πόρτα για να περάσει. Η Ναταλία του χάρισε ένα μεγάλο χαμόγελο και προχώρησε στο εσωτερικό ξετυλίγοντας το κασκόλ από τον λαιμό της. Δύο σειρές τραπέζια προς την πίστα καθόταν η αδερφή της. Κατευθύνθηκε προς το τραπέζι…

«Ήρθες!», φώναξε η αδερφή της και σηκώθηκε να την αγκαλιάσει. Η Ναταλία έβγαλε το παλτό της και κάθισε απέναντι από το υποτιθέμενο ραντεβού της. Όμορφος μεν, με ύφος πολλών καρδιναλίων δε.

«Καλησπέρα! Ναταλία! Χάρηκα!»
«Βαγγέλης!»
Η Ναταλία, μετά από αυτή την απάντηση, δεν συνέχισε την κουβέντα. Χαιρέτησε τον γαμπρό και τις φίλες της και έκατσε δίπλα στην αδερφή της στην άκρη του τραπεζιού.

«Γιώργο;;; Πού είσαι ρε παιδί μου;;;». Μια αντρική φωνή ερχόταν πάνω από το κεφάλι της Ναταλίας μα δεν έδωσε καμία σημασία στον άντρα που μιλούσε. Ο γαμπρός της σηκώθηκε και τον χαιρέτησε ενώ εκείνη συνέχισε να τρώει και να πίνει με τους υπόλοιπους. Με το υποτιθέμενο ραντεβού της δεν είχε ανταλλάξει κουβέντα.

«Να σου συστήσω… Από εδώ η γυναίκα μου, Έφη και από εδώ η κουνιάδα μου, η Ν…»
«Ναταλία!», είπε ο άντρας που στεκόταν πάνω απ’ το κεφάλι της.
Η Ναταλία τον κοιτούσε στα χαμένα. Δεν πίστευε ότι μπορεί να ήταν αυτός… Δεν μπορεί να ήταν ο…

«Νικηφόρε;». Σιωπή. Όλο το τραπέζι τους κοιτούσε με απορία. Το ραντεβού της ήταν φανερά εκνευρισμένο.
«Συγγνώμη, γνωρίζεστε;», ρώτησε ο Γιώργος
«Ναι!», απάντησαν και οι δύο με μια φωνή.

Η Ναταλία πετάχτηκε όρθια και τον αγκάλιασε. Ο Νικηφόρος την έσφιξε λίγο παραπάνω από όσο επιτρέπεται στην αγκαλιά του. Μόλις χωρίστηκαν, κοιτάχτηκαν με μια εμφανή συγκίνηση στα μάτια.

«Πόσα χρόνια;», τον ρώτησε
«Δεκατέσσερα!», απάντησε εκείνος με μια ανήκουστη φυσικότητα
«Τα μετράς;», αστειεύτηκε η Ναταλία μα μέσα της ήλπιζε η απάντησή του να είναι θετική. Αντιθέτως, εκείνος χαμογέλασε και κατέβασε το κεφάλι.

«Θα μας πει κάποιος τι συμβαίνει εδώ;», η φανερά εκνευρισμένη φωνή του Βαγγέλη, τους επανάφερε στην πραγματικότητα.
«Η Ναταλία είναι μια… φίλη από τα παλιά!», απάντησε αμέσως ο Νικηφόρος έχοντας το χέρι του περασμένο στη μέση της.
«Από τα πολύ παλιά. Παιδάκια ήμασταν όταν γνωριστήκαμε! Εγώ! Ο Νικηφόρος είναι μια δεκαετία μεγαλύτερος! Γνωριστήκαμε ένα καλοκαίρι. Με είχε σώσει από έναν τύπο σε ένα μπαρ που με πλησίαζε απειλητικά. Είχα πάει με τις φίλες μου για ένα ποτό χωρίς αλκοόλ!».

«Πλάκα κάνεις!», πετάχτηκε η Έφη και όλοι γύρισαν και την κοίταξαν, «είναι ο τύπος που…». Η Ναταλία την κλώτσησε στο καλάμι και η Έφη σταμάτησε να μιλάει.

«Ο τύπος που…;», ρώτησαν με μια φωνή ο Βαγγέλης και ο Νικηφόρος.
«Ο τύπος που την έσωσε, καλέ! Την μικρή την αδερφούλα μου!», είπε η Έφη και η Ναταλία ανέπνευσε κανονικά.

«Πότε θα τα πούμε;», ρώτησε ο Νικηφόρος την Ναταλία
«Τώρα! Έχεις χρόνο;»
«Δώσε μου μισό λεπτό να φτιάξω!».

Ο Νικηφόρος έκανε σήμα σε έναν υπεύθυνο, ο οποίο τον πλησίασε με αστραπιαία ταχύτητα. Του ψιθύρισε κάτι στο αυτί και αμέσως εξαφανίστηκε. Σε κλάσματα δευτερολέπτου, σερβιτόροι πλησίασαν το τραπέζι αφήνοντας επιπλέον πιατέλες με αλμυρά εδέσματα και δύο επιπλέον μπουκάλια από το κρασί που έπιναν.

«Αυτά είναι από το μαγαζί!», είπε ο Νικηφόρος στην ομήγυρη και αμέσως στράφηκε στη Ναταλία. «Πάμε!». Την έπιασε από το χέρι και ανέβηκαν τις σκάλες δίπλα στην είσοδο του μαγαζιού αφήνοντας πίσω της τον Βαγγέλη να κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα…

Κατερίνα Μοχράνη

Συνεχίζεται…

One response to “Η συνάντηση – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading