Όταν τα δάκρυα γίνονται λέξεις

Πρώτη μέρα χωρίς επικοινωνία… και όλα μοιάζουν άδεια. Άδειο το κρεβάτι, κλειστό το τηλέφωνο, άδειες οι σκέψεις μου. Η καρδιά μου σπαράζει, κάθε χτύπος της είναι σαν μαχαίρι στο στήθος. Η σιωπή είναι τόσο εκκωφαντική, τόσο τρομακτική. Κάτι με πνίγει, δεν ξέρω πώς να το διαχειριστώ. Θυμός. Ατελείωτος θυμός. Για όσα δεν ειπώθηκαν, για όσα χάθηκαν. Κάθε στιγμή είναι βάρος, κάθε αναπνοή πονάει, αλλά δεν μπορώ να σταματήσω να αναπνέω. Θλίψη. Βαθιά θλίψη, σαν σκοτεινός ωκεανός που με τραβάει πιο κάτω, χωρίς τέλος, χωρίς ανάσα. Και όμως, μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει μια φωνή που ψιθυρίζει μέσα μου: Είσαι ακόμη ζωντανή. Είσαι ακόμη εδώ, ακόμα κι αν δεν ξέρεις πώς. Στην πρώτη μέρα χωρίς επικοινωνία, με όλα αυτά να πονάνε, να θρυμματίζονται γύρω μου, είμαι η Αγάπη, είμαι στην πρώτη μέρα χωρίς επικοινωνία και είμαι καλά.

Δεύτερη μέρα χωρίς επικοινωνία… και ο κόσμος συνεχίζει να γυρίζει γύρω μου, αλλά εγώ, εγώ παραμένω κολλημένη, παγωμένη, βυθισμένη σε αυτόν τον ατέλειωτο πόνο που δεν λέει να περάσει. Κοιτάζω το τηλέφωνό μου με μια απεγνωσμένη ελπίδα. Μπορεί να έρθει μήνυμα. Μπορεί να χτυπήσει το τηλέφωνο και να είναι αυτός. Μα δεν έρχεται. Η σιωπή του είναι πιο δυνατή από κάθε λέξη που θα μπορούσε να πει. Γιατί το περιμένω; Τι ακριβώς περιμένω; Το ξέρω, το ξέρω πως δεν πρόκειται να συμβεί, αλλά εξακολουθώ να κοιτάζω, εξακολουθώ να ψάχνω, περιμένοντας να με διαψεύσει η πραγματικότητα.
Κι έπειτα έρχεται η σκέψη… Άμα πάω στο αγαπημένο μας στέκι, θα τον δω. Θα βρεθώ τυχαία εκεί, θα τον δω και θα με κοιτάξει και θα καταλάβει ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτόν. Κι όσο κι αν ψάχνω, δεν τον βρίσκω. Όταν το συνειδητοποιώ, το μυαλό μου γυρίζει ανάποδα, η καρδιά μου σπαράζει, και η αίσθηση της απώλειας είναι τόσο έντονη, τόσο βασανιστική, που παρακαλώ τον εαυτό μου να σταματήσει να πονάει. Μα δεν μπορεί. Δεν γίνεται. Η σιωπή του, το κενό του, γεμίζει κάθε γωνιά της ύπαρξής μου. Όλη αυτή η προσμονή… κάθε στιγμή του περνάει και ταυτόχρονα παραμένει παγωμένη. Ένα φόβος, μια απελπισία. Το κενό με συνθλίβει, σαν βαριά πέτρα που πέφτει πάνω μου και δεν με αφήνει να αναπνεύσω.
Η καρδιά μου είναι κομμένη, η σιωπή του είναι θανάσιμη. Πονάω και δεν ξέρω αν θα τελειώσει ποτέ αυτός ο πόνος. Απλά αναπνέω και προσπαθώ να κρατηθώ, μα η αλήθεια είναι ότι η κάθε στιγμή χωρίς εκείνον με σκοτώνει λίγο παραπάνω.
Είμαι η Αγάπη, είναι δεύτερη μέρα χωρίς επικοινωνία και είμαι καλά.

Τρίτη μέρα χωρίς επικοινωνία… Γιατί; Γιατί; Γιατί με άφησες; Γιατί δεν παίρνεις ένα τηλέφωνο; Γιατί δεν μου έδωσες έστω μία λέξη, μία μικρή κίνηση; Γιατί όλα τελείωσαν έτσι; Τι ήταν αυτό που έκανα λάθος και σε έχασα; Τι ήταν αυτό που ήταν αληθινό και τώρα είναι θρύψαλα; Γιατί δεν με θέλεις πια; Μήπως έφταιξα εγώ; Μήπως το πίστευα πολύ και το έκανα λάθος; Γιατί δεν με πήρες τηλέφωνο; Γιατί δεν με ρώτησες πώς είμαι; Πώς μπορείς να το κάνεις αυτό; Πώς μπορείς να αφήσεις κάποιον χωρίς εξήγηση, χωρίς μία λέξη να τον καθησυχάσεις; Η καρδιά μου σπαράζει και το μυαλό μου δεν σταματά να χτυπάει με αυτά τα “γιατί”. Μια αέναη καταιγίδα σκέψεων που δε λέει να κοπάσει. Γιατί; Γιατί;
Είμαι η Αγάπη, είναι η τρίτη μέρα χωρίς επικοινωνία και είμαι καλά.

Τέταρτη μέρα χωρίς επικοινωνία… Να του στείλω; Όχι. Να του τηλεφωνήσω; Όχι. Να γράψω ένα μήνυμα, κάτι απλό, κάτι αθώο, σαν να μη συμβαίνει τίποτα; Όχι. Να βρω μια δικαιολογία, κάτι, οτιδήποτε, μόνο και μόνο για να τον ακούσω; Όχι.
Και αν του λείπω; Αν περιμένει κι αυτός; Αν πιστεύει ότι εγώ δεν θέλω; Αν απλά δεν βρίσκει το θάρρος; Αν χρειάζεται μια μικρή ώθηση;
Όχι. Όχι. Όχι.
Αλλά αν δεν του λείπω; Αν έχει προχωρήσει ήδη; Αν δεν με σκέφτεται καν; Αν είμαι απλώς μια ανάμνηση που έχει ξεθωριάσει; Αν στέλνοντας, γίνομαι γελοία, γίνομαι ασήμαντη, γίνομαι βάρος;
Το τηλέφωνο καίει στα χέρια μου. Τα δάχτυλά μου τρέμουν πάνω στην οθόνη. Το βλέμμα μου κολλημένο στο όνομά του. Ένα άγγιγμα, ένα πάτημα, μια κίνηση τόσο απλή, τόσο μικρή. Αλλά που θα σημαίνει τόσα πολλά.
Όχι.
Ναι.
Όχι.
Δεν μπορώ.
Είμαι η Αγάπη, είναι η τέταρτη μέρα χωρίς επικοινωνία και είμαι καλά.

Πέμπτη μέρα χωρίς επικοινωνία… Βράζω. Κάθε κύτταρό μου φλέγεται. Ο θυμός είναι θηρίο μέσα μου, με ξεσκίζει από μέσα προς τα έξω. Αλλά πιο πολύ από τον θυμό, πονάει η προδοσία. Πώς μπορεί; ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ; Πέντε μέρες και τίποτα. Ούτε ένα μήνυμα, ούτε μια λέξη. Σαν να μη σήμαινα τίποτα. Σαν να μη μοιραστήκαμε τίποτα. Με πέταξε σαν να ήμουν κάτι προσωρινό, ένα διάλειμμα στη ζωή του. Μια σκιά που πέρασε και χάθηκε.
Κι εγώ που πίστεψα… Πίστεψα τα λόγια του, τα βλέμματά του, τις νύχτες που μιλούσαμε ψιθυριστά. “Είσαι το σπίτι μου”, μου έλεγε. Κι εγώ τον πίστεψα. Θεέ μου, τον πίστεψα…
Κι όμως, έφυγε. Δεν κοίταξε πίσω. Δεν ρώτησε αν ανασαίνω, αν υπάρχω, αν μαζεύω τα κομμάτια μου από το πάτωμα. Αλλά εγώ; Εγώ ακόμα τον περιμένω. Ακόμα ελέγχω το τηλέφωνο. Ακόμα ελπίζω πως θα γυρίσει. Τι ανόητη…
Είμαι η Αγάπη, είναι η πέμπτη μέρα χωρίς επικοινωνία και είμαι καλά.

Έκτη μέρα χωρίς επικοινωνία… Αν τον πάρω τώρα, αλήθεια, τι θα γίνει; Θα το σηκώσει; Θα πει το όνομά μου όπως το έλεγε πάντα, ή θα το φτύσει σαν κάτι ξένο, σαν κάτι που δεν του ανήκει πια;
Κι αν δεν το σηκώσει; Αν το δει να χτυπάει και το αφήσει; Αν το κοιτάξει αδιάφορα, σβήσει την κλήση και συνεχίσει τη μέρα του σαν να μη συμβαίνει τίποτα;
Τίποτα. Εγώ πεθαίνω και για εκείνον δεν υπάρχει τίποτα.
Πώς γίνεται; Πώς γίνεται να αγαπηθήκαμε τόσο πολύ και τώρα να είμαστε δύο άνθρωποι που δεν μιλάνε καν;
Πώς γίνεται να με έβλεπε και να έλεγε “εσύ είσαι το σπίτι μου” και τώρα να μην τον νοιάζει αν ζω ή αν έχω χαθεί μέσα σε αυτή την τρύπα που με άφησε;
Αν πάρω και ακούσω κάτι που δεν θέλω; Αν στο βάθος ακούσω μια φωνή, ένα γέλιο, έναν ψίθυρο που δεν είναι δικός μου; Θα πεθάνω. Δεν μπορώ να το αντέξω. Μπορώ να μην το αντέξω; Μπορώ να ζήσω χωρίς να μάθω, χωρίς να ξέρω, χωρίς να καταλάβω τι συνέβη, πώς έγινε, γιατί έγινε;
Αν με αγαπούσε, δεν θα ήμουν τώρα εδώ να γράφω και να τρέμω και να δαγκώνω τα χείλη μου μέχρι να ματώσουν. Αλλά με αγαπούσε. Το ξέρω ότι με αγαπούσε. Δεν μπορεί να εξαφανίστηκε έτσι. Δεν μπορεί να ξεχάστηκε τόσο εύκολα. Θα γυρίσει. Έτσι δεν είναι;
Είμαι η Αγάπη, είναι η έκτη μέρα χωρίς επικοινωνία και είμαι καλά.

Έβδομη μέρα χωρίς επικοινωνία… Οφείλω να ομολογήσω πως είναι λίγο καλύτερη από τις προηγούμενες μέρες. Αλλά, αλήθεια τώρα, όταν έχεις φτάσει στο σημείο να μετράς τις μέρες σαν φυλακισμένος που χαράζει γραμμές στον τοίχο, δεν είναι αυτό από μόνο του ένα σημάδι ότι κάτι πάει στραβά;
Με πείραξε. Ήθελα να νιώσω ότι με σκέφτεσαι. Ήθελα να νιώσω ότι, έστω και για μια στιγμή, πέρασε από το μυαλό σου να πάρεις το τηλέφωνο και να με αναζητήσεις. Ήθελα. Εγώ ήθελα. Εσένα δεν σε ρώτησα ποτέ τι θέλεις. Ούτε ποτέ συζητήσαμε τι συνέβη πραγματικά μεταξύ μας. Κανείς δεν μίλησε για όλα εκείνα τα βράδια. Τα βράδια που αποκοιμιόμουν στην αγκαλιά σου, που ξυπνούσα με το σώμα σου κολλημένο στο δικό μου, με τα χέρια σου να με σφίγγουν, σαν να φοβόσουν μην χαθώ. Τα πρωινά που άνοιγα τα μάτια μου και το πρώτο πράγμα που ένιωθα ήταν τα δάχτυλά σου να χαϊδεύουν αργά την πλάτη μου, τα χείλη σου να ακουμπούν το μέτωπό μου. Τα λόγια που ψιθύριζες μισοκοιμισμένος.
Ίσως να μην υπήρχε λόγος να μιλήσουμε γι’ αυτά. Ίσως μόνο στο δικό μου μυαλό να ήταν κάτι ιδιαίτερο. Ποιος ξέρει; Ίσως να μην μάθω ούτε εγώ ποτέ.
Είμαι η Αγάπη, είναι η έβδομη μέρα χωρίς επικοινωνία και είμαι καλά.

Έχουν περάσει οχτώ μέρες και κάτι μέσα μου έχει αρχίσει να αλλάζει. Ο χρόνος δεν είναι πια ο ίδιος. Δεν ξέρω αν φταίει ο πόνος που γίνεται ανεκτός ή αν απλά η συνήθεια σε κάνει να βλέπεις τα πράγματα διαφορετικά. Η θλίψη δεν έχει φύγει, παραμένει εκεί, βαριά, σαν σκιά που ακολουθεί κάθε βήμα μου. Όμως σήμερα… σήμερα νιώθω κάτι άλλο.
Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Η ανάγκη να σε δω, να ακούσω τη φωνή σου, έχει αρχίσει να ξεθωριάζει. Αν και δεν μπορώ να το παραδεχτώ, είναι σαν να έχω γίνει ξένη σε ό,τι ήμουν εγώ μαζί σου. Και αυτό με τρομάζει. Το ότι η ζωή μπορεί να συνεχιστεί χωρίς εσένα, χωρίς εμάς, είναι κάτι που ακόμα δεν το έχω χωνέψει. Δεν θέλω να το χωνέψω.
Όμως… ίσως αυτή η στιγμή είναι εκείνη που, χωρίς να το καταλάβω, αρχίζω να αφήνω πίσω μου όσα ήμουν. Να σταματώ να περιμένω, να σταματώ να ελπίζω σε πράγματα που δεν θα έρθουν. Να αναγνωρίζω πως, ναι, η αγάπη ήταν εκεί, αλλά ο πόνος που μου άφησε δε σημαίνει πως πρέπει να με κρατάει αιχμάλωτη.
Και κάπως έτσι, αυτή η φράση που κάποτε έλεγα ειρωνικά, βγαίνει αβίαστα: «Είμαι η Αγάπη και είμαι καλά». Και το εννοώ. Για πρώτη φορά το εννοώ. Είμαι εδώ, σιωπηλά. Δεν μετράω πια τις μέρες. Δεν ξέρω ποια μέρα είναι. Δεν έχει σημασία. Είμαι εδώ, και αντέχω να κοιτάω πίσω χωρίς να με εγκλωβίζει το παρελθόν. Θέλω πλέον να είμαι καλά. Αυτό αρκεί.

Αφροδίτη Αυγερινού

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading