Με την ολοκλήρωση του “τραγουδιού της εισόδου”, ακολούθησε το “τραγούδι της τούρτας”, που συμμετείχαν μόνο τα όργανα. Ο Θοδωρής είχε γυρίσει πλάτη να πιει λίγο νερό και να ελέγξει το κινητό του, μήπως και είχε κάποιο μήνυμα από τη Λένα, ενώ εκείνη σχεδόν απέναντί του δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του. Μετά βίας έκοψε την τούρτα και περπάτησε μέχρι την εξέδρα ώστε να χορέψει με τον σύζυγό της. Φτάνοντας μπροστά από την μπάντα οι ματιές τους διασταυρώθηκαν. Το χαμόγελο στα χείλη του Θοδωρή πάγωσε και τα μάτια της Λένας ήταν γεμάτα μεγάλα δάκρυα έτοιμα να κυλήσουν στα μάγουλά της.
Αν και κανείς δεν είχε καταλάβει τι συνέβαινε, ο Θοδωρής σε κλάσματα δευτερολέπτου ένιωσε ταυτόχρονα στεναχώρια, προδοσία, θυμό και αηδία.
“Μάριε, πρέπει να σου πω!”, είπε με ένα ψυχρό βλέμμα
“Τώρα;”, ρώτησε όλο αγανάκτηση ο Μάριος
“Τώρα!”
Αμέσως έκαναν νόημα στον μετρ να καθυστερήσει λίγο το χορό και ο Θοδωρής με τον Μάριο χάθηκαν στο πίσω μέρος της εξέδρας.
“Φίλε συγνώμη, αλλά δεν μπορώ να το κάνω!”, είπε ο Θοδωρής με τρεμάμενη φωνή
“Γιατί;”, αναφώνησε ο Μάριος
Και τότε ο Θοδωρής έκανε κάτι που υπό άλλες συνθήκες δεν θα το έκανε ποτέ. Αλλά οι τελευταίοι μήνες τον είχαν βγάλει εντελώς από το “comfort zone” του και είχε πει και κάνει πράγματα που δεν πίστευε ποτέ ότι είχε τη δύναμη. Έτσι, εξιστόρησε στον Μάριο όλα όσα είχαν συμβεί με την Λένα. Παρόντες πια ήταν και ο Κώστας και ο Δημήτρης, οι οποίοι με το τέλος της αφήγησης πρότειναν να στηρίξουν τον φίλο τους κι ας έχαναν μια καλή αμοιβή.
“Αντρική αλληλεγγύη ρε παίδες!”, είπε ο Δημήτρης και οι άλλοι δύο συμφώνησαν
“Σας ευχαριστώ πολύ. Θα σας αποπληρώσω εγώ, σας το υπόσχομαι!”
“Άσε ρε! Βγάλε μας για ένα ποτό στην Αθήνα”, είπε ο Μάριος και τον χτύπησε στη πλάτη
“Ναι, αλλά ξέρετε κάτι, δεν πρέπει να το αφήσουμε έτσι! Η τύπισσα τον κορόιδευε τόσο καιρό και τώρα απλά θα προφασιστούμε αδιαθεσία και θα φύγουμε;”, είπε ο Κώστας
“Και τι άλλο να κάνουμε δηλαδή;”, ρώτησε ο Θοδωρής
“Ποιο τραγούδι θα ήθελες να της πεις τώρα;”
Και οι 3 γύρισαν και κοίταξαν τον Κώστα με γουρλωμένα μάτια.
“Λέγε ρε!”, επέμεινε
“Πάμε!”, είπε νιώθοντας πιο δυνατός από ποτέ ο Θοδωρής και πήραν όλοι θέση μπροστά από την εξέδρα
Ο Μάριος ζήτησε συγνώμη για την αναμονή. Η Λένα ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί. Ο Γιώργος, ο άντρας της, πέρασε τα χέρια του γύρω από τη μέση της και ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν τον γαμήλιο χορό. Μια ματιά του Θοδωρή στον Κώστα ήταν αρκετή για να δώσει την πρώτη νότα.
Το ζευγάρι από το πρώτο βήμα σταμάτησε. Ο Γιώργος τους κοίταξε νευριασμένος και η Λένα όλο απορία.
Ο Θοδωρής άρχισε να τραγουδά. Με ένταση στη φωνή και κοιτώντας τη Λένα στα μάτια. Χωρίς να πάρει στιγμή το βλέμμα του από πάνω της ολοκλήρωσε “…Aν μια μέρα όταν γυρίσεις, καταλάβεις ότι λείπω, και ένα κόκκινο αντίο βρεις στου σαλονιού τον τοίχο, κι αν στο στήθος σου δε νιώσεις την ψυχή σου να σε αφήνει, και την γη κάτω από τα πόδια σου να χάνεται, να σβήνει…”. Άφησε ήρεμα το μικρόφωνο στη βάση του και αφού σηκώθηκαν και οι 4 μαζί, απλά έφυγαν.
Ο κόσμος παρακολουθούσε εμβρόντητος τα όσα συνέβαιναν.
Ο Γιώργος με γρήγορο βήμα τους πρόλαβε και άρπαξε τον Θοδωρή από τον γιακά.
“Τι ήταν αυτό;”, τον ρώτησε τρίζοντας τα δόντια του
Ο Θοδωρής άρπαξε τους πήχεις του και απομάκρυνε με όλη του τη δύναμη τα χέρια από πάνω του.
“Μην με ξανακουμπήσεις! Ρώτα τη γυναίκα σου τι έγινε!”, είπε αυστηρά και μπαίνοντας στο αμάξι, έφυγαν.
Ο Γιώργος κοντοστάθηκε. Προσπαθούσε να ηρεμήσει.
Μετά από δύο – τρία λεπτά γύρισε στο χώρο της δεξίωσης. Δεν μπορούσε να ρισκάρει την φήμη του στη μικρή κοινότητα της Λήμνου. Έτσι, προφασιζόμενος ότι η μπάντα έκανε ένα κακόγουστο αστείο, καθησύχασε τους παρευρισκόμενους και αφού συνεννοήθηκε με τον μετρ, ανέλαβε ένας ξάδερφός του να βάλει τα τραγούδια από τον υπολογιστή.
Η δεξίωση ολοκληρώθηκε και κανείς δεν αναφέρθηκε στο συμβάν. Ούτε ο ίδιος ο Γιώργος. Γύρισε με την Λένα σπίτι τους και έπεσε για ύπνο, χωρίς να πει κουβέντα.
Εκείνο το καλοκαίρι ο Θοδωρής δεν πήγε στη Μυτιλήνη. Ζήτησε από τη δουλειά να κρατήσει τις άδειές του για τα Χριστούγεννα κι έτσι έμεινε όλο το καλοκαίρι στον Πειραιά. Η Λένα προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί του, αλλά με το πρώτο τηλεφώνημα έκανε φραγή το νούμερο της και την διέγραψε από όλα τα social.
Το επόμενο καλοκαίρι, έχοντας περάσει ενάμιση χρόνος πια από το συμβάν, κανόνισε να πάει με τον Σπύρο και τους νέους του πια φίλους, τα παιδιά της μπάντας, λίγες μέρες στο νησί. Ο μήνας ήταν Ιούνιος και ο τουρισμός ήταν ακόμα ήπιος. Είχαν υπολογίσει να μείνουν 5 μέρες και μετά, επιστροφή στη πόλη.
Όλα κύλησαν ομαλά μέχρι το τελευταίο βράδυ που αποφάσισαν να βγουν και να ξενυχτίσουν μέχρι πρωίας σε ένα από τα πιο γνωστά beach bar της Μυτιλήνης. Ανοίγοντας δεύτερο μπουκάλι, τους πλησίασε η σερβιτόρα και τους κέρασε σφηνάκια. Πολύ όμορφη γυναίκα. Ψηλή, επιβλητική, με μαύρα μαλλιά πιασμένα μια δυνατή αλογοουρά και μεγάλα μαύρα μάτια. Έκατσε για λίγο στη παρέα τους και δεν δίστασε να πιάσει κουβέντα με τον Θοδωρή, αν και ο ίδιος δεν είχε ιδιαίτερη όρεξη. Όσο εκείνη του μιλούσε, έχοντας φέρει τα χείλη της κοντά στο αυτί του και ακουμπώντας το στήθος του με το χέρι της σε κάθε ευκαιρία, είδε απέναντί του ένα ζευγάρι μάτια να τον κοιτάζουν. Αυτά τα μάτια που εδώ και τόσο καιρό δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του. Άλλοτε γιατί τα θυμόταν με νοσταλγία και άλλοτε με θυμό.
Ζήτησε συγνώμη από τη σερβιτόρα, που δεν θυμόταν καν το όνομά της, και μίλησε στο Σπύρο. Του είπε ότι θα φύγει κι εκείνοι μπορούν να γυρίσουν ό,τι ώρα θέλουν, προκειμένου να μην χαλάσουν τα σχέδιά τους. Ο Κώστας και ο Δημήτρης ήδη είχαν προχωρήσει μια ‘κατάσταση’ με δύο κοπέλες κι έτσι αποφασίστηκε από κοινού να ακολουθήσουν την πρόταση του Θοδωρή.
Βγήκε γρήγορα – γρήγορα από το μαγαζί και ανέβηκε πάνω στη μηχανή. Την έβαλε μπρος και τότε ένιωσε ένα χέρι πάνω στο δικό του. Γυρίζοντας είδε τη Λένα. Τράβηξε απότομα το χέρι του και τη ρώτησε με πολύ αυστηρό ύφος:
“Τι θες;”
Η Λένα βούρκωσε.
“Ναι, κλάψε κιόλας! Δεν φτάνει που με φλόμωσες στο ψέμα και χαράμισα τόσο καιρό μαζί σου κι άλλο τόσο για να συνέλθω!”
“Θοδωρή…”, είπε σχεδόν ψιθυριστά η Λένα “…έψαχνα να σε βρω να σου εξηγήσω, αλλά εξαφανίστηκες”
“Ρίξ’ τα και πάνω μου τώρα! Άντε κορίτσι μου, πήγαινε στον άντρα σου ή μάλλον σε κανέναν άλλο να πουλήσεις έρωτες!”
Η Λένα σήκωσε το χέρι της να τον χτυπήσει στο μάγουλο για τον τρόπο που της μίλησε, αλλά ο Θοδωρής το έπιασε στον αέρα.
“Με πονάς!”, είπε δυνατά η Λένα
“Όχι όσο με πόνεσες εσύ! Σε ερωτεύτηκα από τη πρώτη ματιά μας στο πλοίο κι εσύ τι έκανες; Όχι μόνο μου παρουσίασες μια άλλη Λένα, μου κατέστρεψες και τη σχέση μου με το νησί. Ήδη ο χαμός των παππούδων μου μού είχε πάρει κάποιες καλές αναμνήσεις και ήρθες εσύ και το αποτελείωσες! Άσε με να φύγω, λοιπόν!”
“Άρα, δεν σε ενδιαφέρει να ακούσεις τίποτα;!”
Ο Θοδωρής, με αναμμένη τη μηχανή, έπιασε με το αριστερό του χέρι το σβέρκο της και την έφερε κοντά του, τόσο κοντά που η Λένα ένιωθε την ανάσα του. Πίστευε ότι όλα θα λύνονταν τώρα με ένα φιλί, μα εκείνος έκανε το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσε να τη διαλύσει σε κομμάτια… Της τραγούδησε:
“Πέρασα όσα πέρασα, σ’ έσβησα απ’ του μυαλού τον χάρτη, πόνεσα όμως προχώρησα, στα όνειρα γυρνάω την πλάτη, σε ποιο δωμάτιο να γδύνεσαι, στα σκοτεινά και να σκεπάζεις την σιωπή με το άρωμά του, σε ποιο κορμί να παραδίνεσαι, σε ποιον να δίνεσαι…”. Καυτά δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλα της Λένας. Αλλά και τα μάτια του Θοδωρή είχαν θολώσει. Πέρασε το χέρι του από το μάγουλό της, έπιασε το τιμόνι, γύρισε απότομα τον καρπό προς τα πίσω και με τέρμα τα γκάζια, χάθηκε. Όπως την μοναδική και τελευταία φορά που βρέθηκαν μαζί.
Μακάρι να την άφηνε να του εξηγήσει. Να του πει ότι αυτός ο γάμος έγινε για να σώσει την ταβέρνα του πατέρα της από τη χρεοκοπία και ότι εκείνον αγάπησε με όλη της τη καρδιά… Αλλά κάθε επιλογή έρχεται με το τίμημά της. Της το είχε πει και ο Θοδωρής άλλωστε, τότε που ήταν αγκαλιά κάτω από τα σεντόνια της και ήθελε να σταματήσει ο χρόνος…
Αγγελική Ανδριοπούλου
ΤΕΛΟΣ
