[Σημείωση: Σημείωση: Αυτό το χρονικό διάστημα, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια του Τρίτου Μέρους της Κόμισσας. Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
***
Ο Μάιλς συναντά το φάντασμα
Του Ντιν Κράουλι
(Τεύχος Μαρτίου, 1898, Σελ. 14-16)
Ο Μάιλς έβαλε το αριστερό χέρι του στην τσέπη του πανωφοριού του, αφού κρατούσε με το άλλο χέρι το κηροπήγιο με το αναμμένο κερί. Δε χρειαζόταν να ξεπαγιάζουν και τα δύο χέρια του. Όταν ήταν να ανοίξει κάποια πόρτα, έβγαζε το αριστερό. Ευτυχώς, δεν υπήρχαν πολλές πόρτες στο παλιό σπίτι της οδού Σαρπ: τρεις στο ισόγειο και άλλες τρεις στον πρώτο όροφο. Είχε ήδη εξερευνήσει τις πρώτες και τώρα ανέβηκε τις σκάλες για να ελέγξει τις υπόλοιπες.
Αλλά δεν το ήθελε.
Ήθελε να φύγει από εδώ μέσα και να μην επιστρέψει ποτέ.
Ποτέ του δεν ήθελε πραγματικά να μπει σε αυτό το σπίτι, ό,τι κι αν έλεγαν με τους φίλους του όταν οι μεγάλοι δεν ήταν κοντά. Ήξεραν για τις φήμες που συντρόφευαν το εγκαταλελειμμένο σπίτι του Θαντ Γούλαχαν. Ήξεραν και τα συζητούσαν και προκαλούσαν ο ένας τον άλλο για το ποιος θα έμπαινε σε αυτό. Αλλά ενδόμυχα το απεύχονταν. Γι’ αυτό κάθε φορά έβρισκαν κάποια δικαιολογία και δεν έμπαιναν.
Μέχρι σήμερα, δηλαδή, που μια παρέα μεγαλύτερων παιδιών από την συνοικία των πλουσίων, με αρχηγό τον Μπιούφορντ Πάουλ, βρήκε τον Μάιλς και την παρέα του πάνω που μιλούσαν για το σπίτι των Γούλαχαν. Και έριξαν τον Μάιλς μέσα στο σπίτι, κλείνοντας την πόρτα, και ο Μπιούφορντ κράτησε το σκουριασμένο χερούλι τόσο ώστε να πειστεί ο Μάιλς να προχωρήσει.
Κι ο Μάιλς το αποφάσισε και άρχισε να περπατάει στο εσωτερικό.
Αλλά φοβόταν. Το σάπιο πάτωμα. Τη σκόνη. Τους ιστούς αραχνών. Τα έντομα που γυροβολούσαν. Το κρύο. Το σκοτάδι.
Και το φάντασμα, που λεγόταν ότι κυκλοφορεί εδώ. Το οποίο ακόμα ο Μάιλς δεν είχε δει.
Προχώρησε στην πρώτη πόρτα που βρήκε σε αυτό τον όροφο. Έβγαλε το χέρι από την τσέπη. Πήρε μια ανάσα. Άνοιξε. Είδε δύο μικρά κρεβάτια, μια ντουλάπα, μια σβηστή λάμπα.
Έκλεισε την πόρτα και πήγε στην μεσαία. Άλλο ένα παιδικό δωμάτιο.
Πήγε στην τελευταία πόρτα.
Άνοιξε.
Και ούρλιαξε.
Μια λευκή οπτασία στεκόταν μέσα. Ένα πολύ ψηλότερό του ον, με στρογγυλά, μαύρα μάτια. Χωρίς χέρια ή πόδια ή στόμα. Ήταν μια μονοκόμματη φιγούρα από άσπρο λινό ύφασμα, που στην κορυφή είχε το σχήμα του αυγού. Ή του ανθρώπινου κεφαλιού.
Η οποία φιγούρα δεν ακουμπούσε στο δάπεδο, αλλά πετούσε.
Το φάντασμα!
Το κηροπήγιο στο χέρι του Μάιλς τρεμόπαιξε και η φλόγα ταρακουνήθηκε πολύ… Μέχρι που έσβησε.
Ο Μάιλς γύρισε και έτρεξε.
Αλλά δεν πρόσεξε και έπεσε.
Πριν χτυπήσει στο πάτωμα του ισογείου, κάτι τον σταμάτησε και ο Μάιλς έχασε τις αισθήσεις του από τον τρόμο.
Ο Μπιούφορντ και οι φίλοι του χασκογελούσαν ακόμα από την κραυγή που είχαν ακούσει, όταν η πόρτα του σπιτιού άνοιξε.
Τρόμαξαν με αυτό το λευκό πράγμα που είδαν και το έβαλαν στα πόδια.
Αργότερα, ο Μάιλς πήγε κοντά στους δικούς του φίλους και τους είπε όσα του είχε πει το φάντασμα για την αδικία που είχε βιώσει κάποτε η οικογένεια Γούλαχαν, με τον Θαντ να αναγκάζεται τελικά να ζει αιώνια, μόνος, σαν μια οπτασία που γύρευε δικαιοσύνη. Κι η βοήθεια που είχε προσφέρει στον Μάιλς ήταν ό,τι χρειαζόταν για να αγαλλιάσει και να γυρίσει κοντά στους δικούς του.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Ντιν Κράουλι γεννήθηκε το 1875 στο Λονδίνο, όπου ζει με την οικογένειά του και εργάζεται ως δάσκαλος. Η αγάπη του για τη Λογοτεχνία φάνηκε από πολύ μικρή ηλικία, όταν αποζητούσε να του διαβάζουν όσο πιο πολλές ιστορίες γινόταν.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο ενδέχεται να αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/

One response to “Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Ο Μάιλς συναντά το φάντασμα”
Τι πρωτότυπη προσέγγιση, μπράβο!!!!