Η Ελπίδα κρατούσε σφιχτά την κούκλα της, τη Νεφέλη, ακουμπώντας το πιγούνι της στο μικρό πλαστικό κεφάλι. Απέναντί της, η κυρία Άννα (λογοθεραπεύτρια) την κοιτούσε ήρεμα, περιμένοντας.
– Μου είπαν ότι έχω ΔΕΠΥ και δυσλεξία, είπε ξαφνικά η Ελπίδα.
– Και πώς σε κάνει αυτό να νιώθεις;
Η Ελπίδα ανασήκωσε τους μικρούς της ώμους.
– Δεν ξέρω. Νομίζω… σαν λάθος.
Η κυρία Άννα έγειρε μπροστά.
– Λάθος;
Η Ελπίδα δεν την κοίταξε.
– Η δασκάλα μου λέει ότι πρέπει να συγκεντρωθώ περισσότερο. Αλλά εγώ προσπαθώ. Κι όταν δεν τα καταφέρνω, βαριαναστενάζει. Ο μπαμπάς μου λέει ότι είμαι πολύ έξυπνη, αλλά μετά θυμώνει που ξεχνάω πού άφησα τα παπούτσια μου. Η μαμά λέει ότι με αγαπάει όπως είμαι, αλλά χθες τη βρήκα να κλαίει γιατί «τίποτα δεν είναι εύκολο μαζί μου».
Η κυρία Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα.
– Εσύ τι σκέφτεσαι για όλα αυτά;
Η Ελπίδα έσφιξε τη Νεφέλη στην αγκαλιά της.
– Σκέφτομαι ότι οι μεγάλοι λένε ψέματα.
– Τι εννοείς;
– Εννοώ ότι μου λένε πως η ευτυχία είναι να αγαπάς αυτό που είσαι, αλλά κανείς δεν είναι χαρούμενος με το πώς είμαι εγώ.
Η κυρία Άννα ανοιγόκλεισε τα μάτια της.
– Μου λένε να μην κάνω φασαρία, αλλά όταν δεν μιλάω, λένε ότι είμαι «στον κόσμο μου». Μου λένε να μην συγκρίνω τον εαυτό μου με τους άλλους, αλλά αυτοί συνέχεια με συγκρίνουν. Μου λένε ότι η βία είναι κακή, αλλά όταν ένα παιδί με σπρώχνει στην αυλή, μου λένε να μην το κάνω θέμα. Μου λένε ότι η υγεία είναι το πιο σημαντικό, αλλά η μαμά ξεχνάει να φάει από την κούραση και ο μπαμπάς πίνει χάπια για να κοιμηθεί.
Η κυρία Άννα έμεινε σιωπηλή. Η Ελπίδα αναστέναξε και κοίταξε την κούκλα της.
– Ξέρεις τι σκέφτομαι, Νεφέλη; Ότι ίσως εγώ να μην είμαι το πρόβλημα. Ίσως ο κόσμος να είναι πολύ μπερδεμένος. Και ίσως, αν σταματούσαν να προσπαθούν να με κάνουν «κανονική», να μπορούσαν να δουν ότι ήδη είμαι… αληθινή. η φωνή της έσβησε.
Η κυρία Άννα της έτεινε το χέρι.
– Ελπίδα, έχεις σκεφτεί ότι μπορείς να είσαι ακριβώς όπως είσαι… και να αξίζεις αγάπη έτσι κι αλλιώς;
Η Ελπίδα την κοίταξε για λίγο, δεν απάντησε αμέσως.
– Αξίζω αγάπη έτσι κι αλλιώς; ψιθύρισε.
Η κυρία Άννα χαμογέλασε.
– Έτσι κι αλλιώς. Χωρίς «αλλά». Χωρίς «αν».
Η Ελπίδα δάγκωσε το χείλος της.
– Τότε γιατί όλοι μοιάζουν τόσο λυπημένοι όταν με κοιτάνε;
Η κυρία Άννα έγειρε λίγο πιο κοντά.
– Ίσως επειδή δεν έμαθαν ποτέ να βλέπουν πραγματικά.
Η Ελπίδα σήκωσε τα μάτια της.
– Και τι θα γίνει αν δεν μάθουν ποτέ;
Η κυρία Άννα χαμογέλασε πιο πλατιά.
– Τότε, Ελπίδα μου, ίσως χρειαστεί να τους μάθεις εσύ.
Η Ελπίδα άνοιξε τα μάτια της διάπλατα.
– Εγώ;
– Εσύ. Γιατί εσύ βλέπεις τον κόσμο όπως είναι, όχι όπως σου λένε ότι πρέπει να είναι.
Η Ελπίδα έμεινε σιωπηλή για λίγο. Μετά, αργά, άφησε τη Νεφέλη στο πλάι και έπιασε το χέρι της κυρίας Άννας.
– Θα μου δείξεις πώς;
Η κυρία Άννα έσφιξε το χέρι της απαλά.
– Θα το μάθουμε μαζί.
Αφροδίτη Αυγερινού
