Η Μαρούλα ήταν μια πολύ μορφωμένη γυναίκα. Αν και ζούσε στην επαρχία, αγαπούσε τα βιβλία. Έμαθε μόνη της γραφή και ανάγνωση. Μάλιστα, είχε ξεκινήσει να διαβάζει εφημερίδες ήδη από την εφηβική ηλικία. Της άρεσαν πολύ τα πολιτιστικά και οι στήλες ψυχαγωγίας.
Φτάνοντας πια στα 76, αν και πάλευε να ακολουθήσει τον παλμό της εποχής, τις έντυπες εφημερίδες δεν τις αποχωριζόταν. Μάθαινε από εκεί όσα της χρειάζονταν. Τώρα πια μελετούσε και τις στήλες με τα πολιτικά και τα κοινωνικά. Μάθαινε τα κουτσομπολιά της showbiz, τις εξελίξεις στον κομματικό χώρο και πολλές φορές σημείωνε απορίες για να ρωτήσει τα εγγόνια της σχετικά με τα νέα τεχνολογικά μέσα. Ποια η χρήση τους, πώς μας διευκολύνουν…
Ήταν τόσο ανοιχτόμυαλη και πεπαιδευμένη! Ένα πράγμα δεν μπορούσε να κατανοήσει με τίποτα όμως, όσο κι αν προσπαθούσε… Διάβαζε τελευταία για τον “αυτοπροσδιορισμό”, για τα πολλά φύλα – “μα καλά, δύο δεν είναι; Αρσενικό και θηλυκό;” συλλογιζόταν – και τις αντωνυμίες που επιλέγουν κάποιοι και κάποιες για να μιλήσουν για τον εαυτό τους, αντί για “ο” , “το” και άλλα τέτοια… Δεν είχε ρωτήσει και τα εγγόνια της να την ‘διαφωτίσουν’…
Μια μέρα επέστρεψε ο άντρας της, ο δήμαρχος του χωριού, σπίτι. Μορφωμένος κι αυτός, αλλά μέχρι εκεί που τού χρειαζόταν στη δουλειά του.
“Γυναίκα!”, φώναξε μπαίνοντας “Μας καλούν στην πρωτεύουσα!”
Η Μαρούλα ήρθε γρήγορα στην πόρτα. “Τι λες βρε Γιώργη! Ποιους; Εμάς; Γιατί;”
“Έχει ετοιμαστεί το φαγητό; Να τρώμε, να σου λέω”
“Φυσικά άντρα μου. Πάμε.”, του είπε όλο αγάπη η Μαρούλα.
Και ο Γιώργης ξεκίνησε με στόμφο την αφήγηση. Ανέφερε πως τον κάλεσε μια δημοσιογράφος από τον κρατικό ραδιοφωνικό σταθμό, η οποία, σε ζωντανή μετάδοση, θα τους έπαιρνε συνέντευξη για τη ζωή στο χωριό, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ακόμα η επαρχία αλλά και τη θέση της γυναίκας εκεί.
“Σκέφτηκα ότι εσύ θα με βγάλεις ασπροπρόσωπο! Και μορφωμένη είσαι και λέγειν έχεις και τον τόπο σου πονάς και τον άντρα σου τον αγαπάς. Θα πάμε μαζί λοιπόν. Τι λες;”
Η Μαρούλα πετάχτηκε και τον φίλησε στο μάγουλο.
“Έλα, έλα άσε τα αυτά τώρα”, είπε κατακόκκινος ο Γιώργης και χαμογέλασε. “Ετοίμασε τα πράγματά μας και τον λόγο σου. Την Δευτέρα κατεβαίνουμε Αθήνα”.
Η Μαρούλα μετρούσε τις μέρες. Ήταν μόλις τρεις, μα της φάνηκαν αιώνας!
Όταν έφτασαν στον ραδιοφωνικό σταθμό, τους καλωσόρισε η δημοσιογράφος που είχε μιλήσει στο τηλέφωνο ο Γιώργης και τους ενημέρωσε πως μια συνάδελφός της θα τους έπαιρνε κάποια στοιχεία πριν βγουν στον αέρα.
Μια κοπέλα, γύρω στα 25, κοντούλα, με μακριά, ξανθά μαλλιά πιασμένα κοτσίδα, έντονα βαμμένη, με αυστηρό ντύσιμο εμφανίστηκε μπροστά τους και με μια τσιριχτή φωνή τους ρώτησε: “Είστε το ζεύγος Παπά;”
“Μάλιστα”, απάντησε όλο περηφάνια ο Γιώργης.
“Ωραία”, είπε με ξινό ύφος, “Θέλω να σας κάνω κάποιες ερωτήσεις. Δεν σας χρειάζομαι και τους δύο”
Ο Γιώργης κοίταξε τη Μαρούλα και με ένα συγκαταβατικό βλέμμα προχώρησε στον χώρο της συνέντευξης κι εκείνη έμεινε πίσω. Πάντα ήταν πιο επιδέξια στη χρήση του λόγου.
“Λοιπόν, ονομάζεστε Μαρούλα Παπά, σωστά;”
“Ναι”
“Ηλικία;”
“76”
“Επάγγελμα;”
“Οικιακά”
“Χόμπι;”
“Μου αρέσει να ασχολούμαι με τον κήπο και να διαβάζω”
“Πώς αυτοπροσδιορίζεστε;”
Ερώτηση εκτός ύλης για την Μαρούλα! Να τος πάλι αυτός ο όρος μπροστά της! Την έλουσε κρύος ιδρώτας. Τι να πει; Πήρε μια βαθιά ανάσα και σκεπτόμενη ότι “προσδιορίζομαι” σημαίνει “παρουσιάζω την κατάσταση στην οποία βρίσκομαι” είπε: “Τι να σας πω… Είμαι μια γυναίκα κουρασμένη, αλλά ενθουσιασμένη που βρίσκομαι εδώ σήμερα. Με πονάει και λίγο η μέση μου αυτές τις μέρες…”
“Τι λέτε;”, τη διέκοψε όλο νεύρα η κοπέλα
“Αυτοπροσδιορίζομαι…”
“Αχ δεν με καταλάβατε! Πώς αυτοπροσδιορίζεστε; “Οι” “Τα”;”
Η Μαρούλα κοίταξε την κοπέλα που είχε απέναντί της με αυστηρό ύφος. Μετά κοίταξε τον εαυτό της. Έπιασε την κοιλιά της. Είχε πάρει αρκετά κιλά τα τελευταία χρόνια, αλλά αυτό παραπάει!
“Αα να σας πω! Είμαι γεματούλα, αλλά όχι κι έτσι! Άκου εκεί “Οι” και “Τα”! Δεν κάνω και για δύο δα! Όλα κι όλα!”
Η κοπέλα γύρισε τα μάτια προς τα πάνω.
“Γιώργη! Εδώ με λένε χοντρή! Φεύγουμε!”
Αγγελική Ανδριοπούλου
