Μοιάζεις με όσα νόμιζα πως ξέχασα – Μέρος 3ο

Προηγούμενο

Ούτε η Αρετή περίμενε αυτήν την αντίδραση από την κόρη της. Ξαφνιάστηκε. Έπρεπε να πάρει μια απόφαση. Μέχρι πριν λίγες ώρες, όλα μέσα της ήταν τακτοποιημένα. Το παρελθόν το είχε καταχωνιάσει κάπου στα βάθη της ψυχής της και το ανακαλούσε σε στιγμές που ο κόσμος μέσα της, γύρω της, κατέρρεε και είχε ανάγκη από κάπου να πιαστεί, από κάπου να πάρει δυνάμεις, από κάπου να πιστέψει πως η αγάπη δεν ήταν μόνο στα μυθιστορήματα. Την είχε ζήσει. Καρπός μιας τέτοιας αγάπης ήταν η κόρη της. Από την ώρα που έφυγε από κοντά του όμως, όσα είπαν, το άγγιγμά του, το βλέμμα του, ξύπνησε μέσα της όλα όσα αναγκάστηκε να απαρνηθεί, όλα όσα έθαψε χωρίς την θέλησή της. Από τη μια η κόρη της, ο κόσμος της όλος δεκαέξι χρόνια τώρα και από την άλλη, ο άντρας που δεν έφυγε ποτέ από την καρδιά και την σκέψη της. Αλλιώς θα ήταν όλα αν….

– Μαμά, θα αποφασίσεις; Θα φύγει το πλοίο!
– Θα μείνουμε!
Ο Φίλιππος επιτέλους πήρε ανάσα ανακούφισης. Της είπε ένα όλο νόημα “ευχαριστώ” και τις οδήγησε στο σπίτι του Θάνου.

Αφού βόλεψαν τις βαλίτσες τους, ο Θάνος, κεφάτος, πρότεινε να βγουν για ρετσινούλα όλοι μαζί. Χρόνια είχαν να περάσουν τόσο καλά και οι δύο. Εκείνος έβγαινε με γυναίκες, ξενυχτούσε, έπινε, νόμιζε μάλιστα λίγο καιρό πριν ότι είχε δίπλα του το άλλο του μισό, μα τώρα κατάλαβε πόσο κενός ένιωθε. Πόσο ανούσια ήταν όλα, δεν ήταν ευτυχισμένος. Τώρα, σε αυτό το ταβερνάκι, με την Αρετή δίπλα του, ένιωθε πλήρης, τα είχε όλα. Εκείνη δεν έβγαινε, για κάποια χρόνια ξενυχτούσε με το μωρό, δεν είχε καθόλου προσωπικό χρόνο. Η ζωή της όλη ήταν η κόρη της, το σημείο αναφοράς της. Σε εκείνη είχε αφοσιωθεί. Τώρα, σε αυτό το ταβερνάκι με τον Φίλιππο δίπλα της, η καρδιά θυμήθηκε, το σώμα ξανά λαχτάρησε, ένιωθε πλήρης, τα είχε όλα.

Το επόμενο πρωί, ο Θάνος, σωστός οικοδεσπότης, ετοίμασε πρωινό για τους φιλοξενούμενούς του. Έκατσαν στην βεράντα με θέα την θάλασσα και κουβέντιαζαν. Η Αρετή ήταν ανήσυχη και έγινε αντιληπτό από τον Φίλιππο. Όταν ο Θάνος με την Νεφέλη, μάζευαν το τραπέζι, βρήκε ευκαιρία.
– Το μετάνιωσες;
– Που μείναμε; Όχι, αλήθεια.
– Τότε; Τι έχεις;
– Φίλιππε, πρέπει να μιλήσουμε…

Η Νεφέλη που πλησίαζε εκείνη την ώρα κι άκουσε την τελευταία πρόταση, κοίταξε στα μάτια την μαμά της.
– Νεφέλη μου κι εσύ πρέπει να ακούσεις όλα όσα έχω να πω. Εννοείται κι εσύ Θάνο μου, έτσι που ήρθαν τα πράγματα.
– Μαμά, να ανησυχήσω; Συμβαίνει κάτι;
– Θα τα μάθεις όλα αγάπη μου. Νομίζω ήρθε η ώρα.
Πήρε μια βαθιά ανάσα, γέμισε τα πνευμόνια της με οξυγόνο κι άρχισε να μοιράζεται τις αλήθειες της.

– Νεφέλη μου, ο Φίλιππος, πέρα από συμφοιτητής μου, ήταν και πρώην σύζυγός μου.
Το κορίτσι προς έκπληξη όλων, δεν έδειξε να μη πιστεύει στα αυτιά της.

– Δεν είμαι χαζή, κατάλαβα ότι κάτι έχει παίξει ανάμεσά σας. Αλλά και σύζυγος;! Καλά ρε μαμά, πότε παντρευτήκατε, δέκα χρονών;
– Λίγο πριν τα είκοσι.
– Νεφέλη, η μαμά σου ήταν η πιο όμορφη νύφη που έχω δει στη ζωή μου κι ας ήταν τόσο μικρή, πρόσθεσε ο Θάνος.
– Καταλαβαίνεις λοιπόν, τι έπαθα όταν σε είδα τις προάλλες στην παραλία…, είπε ο Φίλιππος και έπιασε το μέτωπό του με την παλάμη του.
– Καλά, ας μη το θυμόμαστε αυτό!, είπε η μικρή και χαμογέλασαν όλοι.
– Νεφέλη, ο Φίλιππος είναι ο μπαμπάς σου. Φίλιππε, η Νεφέλη είναι η κόρη σου.
Τα είπε, με μια ανάσα η Αρετή, πριν το μετανιώσει. Σαν το τσιρότο που το τραβάς με τη μία, απότομα κι όχι λίγο λίγο. Τρία πρόσωπα άλλαξαν κατευθείαν έκφραση. Η κόρη της, με σηκωμένο φρύδι και σαγόνι πεσμένο. Αυτό σίγουρα δεν περίμενε να το ακούσει. Ο άντρας που κάποτε λάτρευε, με το στόμα ανοιχτό από το σοκ, προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι άκουσε. Ο Θάνος, σα να το περίμενε, σα να το ήθελε, σηκώθηκε και την αγκάλιασε, θέλοντας να δώσει μια κίνηση, μια εξέλιξη στην στιγμή που όλα πάγωσαν.

– Μα… πώς; μπόρεσε μόνο να ρωτήσει ο Φίλιππος.
– Εσύ όταν ήμουν μικρή, μου έλεγες ότι ο μπαμπάς μου μόλις έμαθε ότι έμεινες έγκυος, φοβήθηκε κι έφυγε.
– Τι; Γιατί μεγάλωσε με αυτό το ψέμα το παιδί;
– Φίλιππε, όταν ανακάλυψα ότι είμαι έγκυος, ήταν η φάση που είχαμε απομακρυνθεί. Πίστευα πως δεν θα τα καταφέρναμε κι ας αγαπιόμασταν. Ήμουν πελαγωμένη. Αμέσως, ενημέρωσα τους γονείς μου. Δεν χάρηκαν, όπως καταλαβαίνεις. Μα αποφάσισαν να με στηρίξουν. Η μαμά μου έκανε το λάθος, έτσι νόμιζα, και το μοιράστηκε με την μαμά σου. Δύο μέρες μετά, δέχτηκα μια επίσκεψη από τον μπαμπά σου. Μου ζήτησε να ρίξω το μωρό που είχα μέσα μου και να μη σου πω ποτέ τίποτα. Ήμασταν πολύ μικροί έλεγε, ακόμα δεν είχαμε βρει δουλειές, το παιδί θα ήταν εμπόδιο στα όνειρά μας, δεν θα τα βγάζαμε πέρα. Όταν είδε ότι δεν με πείθει, πέρασε στις απειλές. Να μη περιμένουμε καμία οικονομική βοήθεια, να μη βασιζόμαστε σε αυτούς να κρατάνε το μωρό και η χαριστική βολή, ότι δεν έφτανε που σε τύλιξα και με παντρεύτηκες σε αυτή την ηλικία, τώρα θα σε κρατούσα με το μωρό. Εκείνη τη στιγμή, είχαν ξεκαθαρίσει όλα μέσα μου κι ας ήμουν διαλυμένη. Αυτό που θεώρησα ότι ήταν λάθος της μαμάς μου, να το πει στους δικούς σου, γρήγορα κατάλαβα ότι ήταν γραφτό, έτσι έπρεπε να γίνει, για να πάρω τις αποφάσεις μου. Δεν θα μπορούσαμε να είμαστε μαζί, ήταν τόσα τα εμπόδια. Ποτέ δεν δέχτηκαν αυτόν τον γάμο, πώς μπορούσα να γεννήσω το εγγόνι τους, μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον; Δεν θα ήταν δίκαιο, κυρίως για το παιδί. Σου ζήτησα να χωρίσουμε, είχα την ψευδαίσθηση ότι δεν θα το επιτρέψεις, ότι θα προσπαθήσεις να με κρατήσεις κοντά σου. Δεν σε κατηγορώ. Ήταν δική μου, εσωτερική, ανάγκη. Επιβεβαίωσα στους δικούς σου ότι θα κάνω έκτρωση, έφυγα από το νησί για να ζήσω την εγκυμοσύνη μου. Δεν ξαναγύρισα ποτέ. Πώς να γυρνούσα; Δεν υπήρξε ούτε λεπτό που να σκέφτηκα την έκτρωση. Αυτό το παιδί, το ήθελα όσο τίποτα άλλο στη ζωή μου. Εσένα θα σε έχανα, μα το παιδί μας θα έκανα τα πάντα για να γεννηθεί. Ναι, μεγάλωσε με ένα ψέμα για τον μπαμπά της, γιατί δεν είχα άλλη επιλογή…

Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα. Η Νεφέλη βρισκόταν ήδη πλάι της και της χάιδευε τα μαλλιά. “Μανούλα μου, αυτή τη στιγμή, σε αγαπώ λίγο παραπάνω”, της είπε και την έσφιξε στην αγκαλιά της.
Ο Φίλιππος, δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Χρειάστηκε κάποια λεπτά να βάλει σε μια σειρά τις σκέψεις του. Τις πλησίασε, με το ένα χέρι άγγιξε τα μαλλιά της μικρής και με το άλλο της Αρετής.
– Πώς μπόρεσε να μου το κάνει αυτό; Ήξερε ότι έχεις στα σπλάχνα σου το παιδί μου και σου ζήτησε να το ρίξεις; Αρετή, σου ζητώ συγνώμη, για όλα. Ξέρω πως δεν είναι αρκετό, πως δεν αναπληρώνει τίποτα. Σε προδώσαμε όλοι κορίτσι μου. Συγνώμη, για την συμπεριφορά του πατέρα μου, της μάνας μου, για το ότι σε άφησα μόνη. Ήμουν πάντα εγωιστής. Δεν σου άξιζε όλο αυτό. Συγνώμη για όλα αυτά τα χρόνια που δεν σε έψαξα. Χαράμιζα τον εαυτό μου και νόμιζα ότι είχα όλα όσα μου έκαναν κέφι, ενώ δεν είχα τίποτα. Δώσε μου μια ευκαιρία, να είμαι δίπλα σου. Δεν τολμώ να ζητήσω σαν σύντροφος, μα έστω σαν πατέρας. Νεφέλη, παιδί μου, κορίτσι μου, επέτρεψέ μου να σε γνωρίσω, να είμαι ο μπαμπάς σου.
– Εγώ, πάντα ήθελα να γνωρίσω τον μπαμπά μου, κι ας ήταν υπεραρκετή η μαμά μου. Και να ξέρεις, κέρδισες πόντους, όταν ήρθες στο λιμάνι και της ζήτησες να μη φύγει, ήταν βγαλμένο από ρομαντική κομεντί!, του είπε και του έκλεισε το μάτι.

Η Αρετή άνοιξε τα χέρια της κι έκανε νόημα και στους δύο. Είχε στην αγκαλιά της, κυριολεκτικά, όλο τον κόσμο. “Έλα κι εσύ βρε μούργο!” είπε στον Θάνο και έγιναν όλοι, μια αγκαλιά.

Την επόμενη μέρα, η Αρετή ζήτησε από τον Φίλιππο, να μιλήσουν οι δυο τους. Πήγαν σε ένα παγκάκι και αγνάντευαν την θάλασσα.
Εκείνη του είπε όλα όσα είχε μέσα της τόσα χρόνια. Πόσο πληγώθηκε, που δεν άντεξαν στον χρόνο, που δικαίωσαν τελικά τους δικούς τους, με το να επιτρέψουν ρωγμές στη σχέση τους. Πόσο πικράθηκε όταν ο μπαμπάς του δεν την υπολόγισε ως γυναίκα και δεν σεβάστηκε την εγκυμοσύνη της, πόσο μόνη και τρομοκρατημένη ένιωθε με το μωρό στη κοιλιά, πόσο δυνατή έγινε κρατώντας το βρέφος στην αγκαλιά της και πόσο πείσμωσε να μεγαλώσει την κόρη της, αγαπώντας την και για όλους όσους δεν θα είχε στη ζωή της, μπαμπά, γιαγιά, παππού. Του εξομολογήθηκε ότι δεν έκανε ποτέ δεσμό με κανέναν κι ότι αυτό το κεφάλαιο είχε κλείσει για κείνη. Κανείς δεν μπορούσε να πάρει την θέση του στην καρδιά της. Μέχρι χθες, που τον συνάντησε και αισθάνθηκε πως η ζωή της χαμογέλασε και πάλι, που ένιωσε και πάλι γυναίκα.

Εκείνος την έσφιγγε στην αγκαλιά του και της ζητούσε να τον συγχωρέσει που κουβαλούσε όλο αυτό το φορτίο μόνη της, τόσα χρόνια. Της ορκιζόταν πως θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να αναπληρώσει το χαμένο χρόνο.

Τα όνειρα που έκαναν νέοι, κατά το ήμισυ, τα είχε πραγματοποιήσει μόνη της η Αρετή. Υπήρχε η Νεφέλη στη ζωή τους. Δεν συγχώρεσε ποτέ τους γονείς του κι ας, εκ των υστέρων εκείνοι, ζήτησαν να πάρουν τον ρόλο τους ως γιαγιά και παππούς. Πόσο εύκολα οι άνθρωποι ξεχνούν το κακό που έχουν κάνει, όταν έτσι τους βολεύει! Οι τρεις τους, σαν οικογένεια πια, ταίριαζαν στην καθημερινότητά τους όλα όσα έχασαν τα προηγούμενα χρόνια. Έγινε ο προστάτης της, πρόσεχε την υγεία της περισσότερο και από ό,τι η ίδια της. Κάθε μέρα ήταν ευκαιρία για εκδήλωση αγάπης και για ότι οι άνθρωποι νομίζουμε πως έχουμε τον χρόνο μπροστά μας και αναβάλλουμε. Τα αφήνουμε για αύριο, χωρίς να υπολογίζουμε ότι ο χρόνος δεν μας ανήκει. Αυτό που μας ανήκει, είναι η επιλογή να τον ζήσουμε όπως εμείς θέλουμε. Κι αυτό έκαναν οι τρεις τους. Δημιουργούσαν καθημερινά, κοινές αναμνήσεις, συλλέγοντας μοναδικές στιγμές, γελούσαν, ευγνωμονούσαν τον Θεό για όσα ζούσαν, για όσα είχαν, χαίρονταν την λιακάδα, την βροχή, το κρύο, τη ζέστη, τον ουρανό, τη φύση, την ύπαρξη ο ένας του άλλου. Αναπλήρωναν τον χαμένο χρόνο, ζώντας την κάθε στιγμή.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading