Λοιπόν, σκύλα της λύσσας, οι δυο μας! Ναι, εσένα λέω, την σνομπαρία! Ά!, δεν σου είπα; Έχεις όνομα από σήμερα βρε… Σκύλα της λύσσας. Εεεε; Καλό; Δεν σου αρέσει; Μμμμμ τι μας λες! Βρε δε πα’ να με κοιτάς με αυτό το υπεράνω ύφος, έμαθα πια! Λυσσασμένη! Άκαρδη!
Σουτ! Κιχ δε θέλω, που θα μιλήσεις κιόλας. Τι σου ζήτησα μωρέ; Τι; Να μην εκτοξεύεις τα νούμερα. Σε έχω θρονιασμένη στο ωραίο μάρμαρο, Θασσίτικο, λευκό, κρυσταλλιζέ, το καλύτερο. Σε καθαρίζω, σου αλλάζω μπαταρίες, σου μιλάω γλυκά, σε καλοπιάνω, σου τάζω, βασίλισσα σε έχω. Και ‘σύ; Αχάριστη! Δε δείχνεις λίγο πιο κάτω.
Αντιμιλάς; Τέτοιο θράσος; Τι πάει να πει αφού τρώω τον αγλέορα! Φυσικά! Δεν περίμενα τίποτα διαφορετικό από σένα. Λοιπόν, σιχαμερό αντικείμενο, ως εδώ! Θα τα ακούσεις εσύ και για όλους τους ομοίους σου!
Πού ξέρεις εσύ τι τραβάω; Πού ξέρεις τι δράκους πολεμάω! Ξέρεις τι θα πει βουλιμικές υπερφαγίες; Κάθεσαι εκεί, αγέρωχη ντεμέκ και κρίνεις, όπως κάνουν τόσοι και τόσοι γύρω μας. Εύκολα κρίνουν, δύσκολα νιώθουν και δυσκολότερα βουλώνουν το βρωμόστομά τους. Ρώτησες ποτέ κανέναν τι περνάει; Ρώτησε κανείς από τους επικριτές του σύμπαντος; Εκείνους ντε, τους μοντέλους, τους αδύνατους, που ασχημαίνουμε τον κόσμο τους με την ύπαρξή μας. Φόρεσε κανείς τα παπούτσια του χοντρού που κοροϊδεύουν στην θάλασσα; Του υπέρβαρου που βρίσκεται σε εξωτερικό χώρο, κρατάει στο χέρι με δισταγμό και ντροπή, κάτι που τρώγεται, ξέροντας ότι συγκεντρώνει τα αδηφάγα βλέμματα; Του παιδιού που δεν γίνεται αποδεκτό σε παρέες ή στις φρικιαστικές περιπτώσεις που γίνεται στόχος εκφοβισμού;
Ρώτησε κανείς μήπως ο χοντρός καταβροχθίζει τα συναισθήματά του; Την μοναξιά, την προδοσία, την απογοήτευση, τον πόνο του. Ρώτησε κανείς αν έτσι καλύπτει τα κενά στην ψυχή του; Ρώτησε κανείς τις γυναίκες που φορτώνονται ορμονοδηλητήρια, στο δύσβατο μονοπάτι της εξωσωματικής, λαχταρώντας ένα παιδί; Ρώτησε κανείς αυτούς που χαπακώνονται κορτιζόνες και χίλια δυο άλλα σκ@tά για να μετριάσουν τους σωματικούς πόνους και τα αυτοάνοσα; Δε μας παρατάτε όλοι! Άνθρωποι και ζυγαριές! Και στην τελική, μπορεί τίποτα απ’ αυτά να μη συμβαίνει. Άκου, σου ‘χω νέο! Κάποιοι γουστάρουν να τρώνε, αποδέχονται το πάχος τους και δεν έχουν κόμπλεξ με το σώμα τους. Σοκαρίστηκες;
Σπουδαίο επίτευγμα η αποδοχή του εαυτού μας. Δοκιμάστε το επιτέλους, γιατί εσείς είστε τελικά οι κομπλεξικοί, άνθρωποι και ζυγαριές! Που δεν αντέχετε να μας βλέπετε, αηδιάζετε. Που ενώ δεν μας ξέρετε, στη θέα ενός χοντρού, βγάζετε όλη τη χολή σας με κοροϊδία και σχόλια που, στο άκουσμά τους, λυπάμαι που ανήκω στο ανθρώπινο είδος.
Οι δε γνωστοί, οι του οικείου περιβάλλοντος, ακόμα ακόμα και της οικογένειας, αγωνιάτε θαρρείς κάθε φορά να μας δείτε πιο χοντρούς για να πάρετε ικανοποίηση, μας ζυγίζετε με το μάτι, μας ρίχνετε βλέμμα λύπησης, μας πασάρετε την ηλιθιότητά σας, καταλήγοντας κάθε κουβέντα στα κιλά. Καλέ για την τρύπα του όζοντος δε λέγαμε; Πώς φτάσαμε στο ότι τα κιλά, δεν είναι καλά για την υγεία μου; Και πότε νοιάστηκες εσύ για την υγεία μου;
Κάντε μας μωρέ λίγο την χάρη και πάτε παραπέρα τον λεπτό σας κwλo! άντε μη κάτσουμε επάνω σας, εμείς με τον τεράστιο και σας λιώσουμε!
Χρυσούλα Καμτσίκη
