Μια ζωή θυμάται να τη ρωτάνε, πού είναι καλύτερα; Εκεί που ήταν πριν ή εκεί που είναι τώρα μαζί τους; Και θέλει να τους πει την αλήθεια, αλλά δε θέλει να στεναχωρήσει κανέναν. Οπότε έλεγε πάντα αυτό που ήθελαν να ακούσουν. Γιατί θα έπρεπε να εξηγήσει και να μοιραστεί αυτόν τον κόσμο που τον ένιωθε δικό της, όμως είχε χαθεί για πάντα. Και στη τελική το ήξερε ότι δεν τους ενδιέφερε, ήθελαν απλά να θρέψουν το εγώ τους, να ακούσουν ότι μαζί τους ήταν καλύτερα από πριν. Τι να τη κάνεις την αλήθεια αν δεν υπάρχει κάποιος να την ακούσει πραγματικά;
Και έτσι πορεύτηκε χωρίς να στεναχωρήσει κανέναν. Σε λάθος φιλίες, με προδοσίες και ψέματα. Σε σχέσεις επιφανειακές, εφήμερες αλλά και κακοποιητικές. Και πάντα ένιωθε ότι έφταιγε, ότι κάπου έκανε λάθος ή μπορεί αυτή να ήταν το λάθος. Και ζητούσε συγγνώμη για να μην τους στεναχωρήσει.
Όταν άρχισε να πνίγεται, άδειασε από αισθήματα για να βρει χώρο να αναπνεύσει για τους άλλους. Έτσι έπρεπε, έτσι την είχαν μάθει. Και πέρασαν χρόνια και χειμώνες και μετά ήρθε εκείνη η άνοιξη.
Είχε κάτι διαφορετικό εκείνη η μέρα, της θύμιζε τον κόσμο που τόσο ονειρευόταν και δεν μπορούσε να περιγράψει σε κανέναν. Είχε ήλιο και επιτέλους είχε ζεστάνει ο καιρός.
Ήξερε ότι έπρεπε να ετοιμαστεί να πάει στη δουλειά, για να μην αργήσει και θυμώσει το αφεντικό. Αλλά και να φτάσει νωρίτερα, γιατί θα παρεξηγούνταν οι συνάδελφοι που δεν τους βοήθησε όπως συνήθως στη προετοιμασία. Και να πάρει τους γονείς της τηλέφωνο, μη χρειάζονται κάτι μεγάλοι άνθρωποι. Και φυσικά να ετοιμαστεί για το βράδυ μόλις σχολάσει. Ο νυν σύντροφός της θα ερχόταν και θα ήθελε έτοιμο το τραπέζι και το κρεβάτι. Έπρεπε να τα προλάβει όλα, μην στεναχωρήσει κανέναν.
Είχε όμως πονοκεφάλους τελευταία, οπότε να μη ξεχάσει τα χάπια της. Πήρε το κουτί από το κομοδίνο και για λίγο κάθισε στο μπαλκόνι.
Άνοιξη, τι όμορφα που ήταν, πουλάκια που κελαηδούσαν και από τα διπλανά μπαλκόνια να μοσχομυρίζουν λουλούδια. Το δικό της πάντα άδειο, δεν είχε χρόνο, τα λουλούδια δε στεναχωριούνται, ούτε θα σου παραπονεθούν.
Ένα, ένα πήρε όλα τα χάπια από το κουτί ενώ απολάμβανε για μια φορά τη μέρα. Σκεφτόταν πως είναι καλύτερα τελικά εκεί που δεν είναι εκείνη και το κυριότερο δε θα στεναχωρούσε ποτέ κανέναν πια.
kolokufoula
