Η Εντολή της Κόμισσας – Μέρος Τρίτο – 3.IV

Προηγούμενο

Στο Κάστρο του Μπραν

*

Αρχικά, ο Μαρτίν σκέφτηκε Κάποιος γελάει. Εις βάρος μας. Και είναι μέσα στο δωμάτιο, του οποίου η πόρτα είναι ανοιχτή.
Μετά, συνειδητοποίησε ότι εν μέρει είχε κάνει λάθος.
«A lépcsőről támadnak!» ούρλιαξε ένας από τους φαντάρους που κάλυπταν τα νώτα τους.
«Μας επιτίθενται από τις σκάλες!» μετέφρασε ο Άπροντ, ο οποίος γυρνούσε ήδη για να βοηθήσει τους άλλους.

Συριστικοί ήχοι πλησίαζαν γοργά. Βήματα που έτρεχαν. Από πάνω. Από τον δεύτερο όροφο. Προς το μέρος των θνητών. Προς το μέρος της υπο-ομάδας του Μαρτίν.
Τότε οι στρατιώτες στράφηκαν όλοι προς τις σκάλες. Και ξεκίνησαν να πυροβολούν με τα Μάνλιντσερ.

Ο Μαρτίν γύρισε και είδε τέσσερις μαυροντυμένες φιγούρες με χλομά πρόσωπα να σωριάζονται και να κατρακυλούν στα παμπάλαια σκαλοπάτια. Αίματα λέκιασαν τον τοίχο, ενώ οι βρικόλακες έφταναν ένας-ένας στο τελευταίο σκαλί, όπου έμειναν ακίνητοι.
Ο Άπροντ τους διέταξε να γεμίσουν ξανά τα όπλα τους.
«Γιούρις» είπε ο Μαρτίν «εσύ και η Φρίντα ξεκάνετε τους».
«Εντάξει. Πάμε, καλή μου» είπε ο Μπόντεμαν και προχώρησε προς τα πεσμένα τέρατα.
«Τσανάντ, καλύψτε τον Γιούρις και τη Φρίντα».
«Κι εσύ;» ρώτησε ο ανθυπασπιστής.
«Εγώ θα μπω σε τούτο το δωμάτιο».
«Μόνος; Μα δεν…»
«Τσανάντ, κάντε ό,τι σας είπα. Χάνουμε χρόνο».
«Ναι, αλλά τι ήταν αυτοί οι ήχοι που ακούσαμε; Έμοιαζαν με κανον…»
«Τσανάντ! Καλύψτε τον Γιούρις και τη Φρίντα».
Ο Άπροντ έβρισε. Είπε στους στρατιώτες τι έπρεπε να κάνουν και τους ακολούθησε.

Ο Μαρτίν στράφηκε πάλι προς την ανοιχτή πόρτα. Έβαλε το πιστόλι στην θήκη και έβγαλε το σπαθί του. Σήκωσε το φανάρι. Και μπήκε στο δωμάτιο. Προχώρησε μερικά βήματα, διαχέοντας φως σε εικόνες αγίων που είχαν καταστραφεί είτε ολοκληρωτικά, είτε μερικώς, σε μεγάλα κηροπήγια γεμάτα σκόνη, σε άδεια καντήλια, σε βιβλία με χρυσοποίκιλτη ή ασημένια ράχη που είχαν στοιβαχτεί σε ένα μέρος του δωματίου. Τα παράθυρα στην άλλη μεριά ήταν κι αυτά διαλυμένα. Ο χώρος ήταν κρύος και βρομούσε σαπίλα. Είδε σπασμένες καρέκλες, με τα κομμάτια τους να έχουν διασκορπιστεί γύρω από ένα σημείο όπου υπήρχε ένα μουχλιασμένο έπιπλο σαν αναλόγιο ή άμβωνας.
Ένας μικρός ναός, σκέφτηκε. Σε τούτη τη φωλιά βρικολάκων. Τι ειρωνεία!
Αναστέναξε.
Προχώρησε προς το βάθος του χώρου, όπου υπήρχαν πολυθρόνες, πίσω από τις οποίες θα μπορούσε να κρύβεται κάποιος.

Εκείνη τη στιγμή, άκουσε την πόρτα πίσω του να κλείνει. Και αυτός που είχε χαμογελάσει νωρίτερα τον κορόιδεψε ξανά.
Ο Μαρτίν άκουσε έξω από τον ναό φωνές και πυροβολισμούς. Φυσικά, δεν ήταν νεκροί, σκέφτηκε, αλλά έστρεψε το φως προς αυτόν που είχε μιλήσει. Το σπαθί προσπάθησε να το κρατήσει πίσω του, μήπως κατάφερνε να ξεγελάσει το τέρας.
«In sfarsit ai venit» είπε ο βρικόλακας με αντρική φωνή. Άρχισε να περπατάει προς τον Ολλανδό, ενώ συνέχιζε την ομιλία του: «Te asteptam sa vii. Ai venit în casa noastră să ne omori. Dar nu vei reuși. Suntem mulți și vom deveni și mai mulți» (Μτφρ: Επιτέλους ήρθατε. Σας περιμέναμε να έρθετε. Ήρθατε στο σπίτι μας να μας σκοτώσετε. Αλλά δεν θα τα καταφέρετε. Είμαστε πολλοί και θα γίνουμε ακόμα περισσότεροι).
«Ειλικρινά» τον διέκοψε ο Μαρτίν «δεν ξέρω καν τι μου λες. Και δεν με ενδιαφέρει καθόλου».
Η μορφή του άλλου αποκαλύφτηκε σιγά-σιγά. Φορούσε μανδύα, σαν εκείνο του πρώτου τέρατος που είχε συναντήσει. Είχε χλομό πρόσωπο και μαύρα λυτά μαλλιά. Ήταν αρκετά κοντύτερος του Μαρτίν και λεπτοκαμωμένος. Τα μάτια του ήταν δύο μαύρες σφαίρες και κοιτούσαν μόνο τον Ολλανδό. Δε χαμογελούσε πια, παρά φαινόταν σοβαρός, λες και ετοιμαζόταν να ανακοινώσει μια δυσάρεστη εμπειρία που είχε βιώσει.

Έξω από τον ναό, συνεχιζόταν η μάχη. Ακούγονταν ανθρώπινες φωνές, αναμεμειγμένες με συριγμούς φιδιών και πυροβολισμούς. Ο Γιούρις έβριζε, ενώ ο Άπροντ διέταζε στα ουγγρικά. Η Φρίντα δεν ακουγόταν, αλλά ο Μαρτίν ήλπιζε να τους βοηθούσε –γι’ αυτό την είχαν φέρει μαζί τους, άλλωστε.
«Ești un gigant. Va fi foarte util să te avem alături de noi» (Μτφρ: Είσαι γίγαντας. Θα είναι πολύ χρήσιμο να σας έχουμε μαζί μας) είπε ο βρικόλακας.
«Προτείνω να σταματήσουμε τις κουβέντες» είπε ο Μαρτίν, έτοιμος να ορμήσει. «Για την ώρα» πρόσθεσε, ενθυμούμενος ότι χρειάζονταν έναν από αυτούς που μιλούσαν, για να τους αποκαλύψει πού είναι ο Φάμπιαν. Αν μπορούσε, θα έπιανε αυτόν εδώ. Σκέφτηκε να βγάλει τον σταυρό, μήπως τον ακινητοποιούσε, όπως είχε κάνει με τον προηγούμενο βρικόλακα.
Αλλά εκείνη τη στιγμή, αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν μόνο αυτοί οι δύο μέσα στον ναό.

Οι καναπέδες μετακινήθηκαν.
Βήματα τον πλησίασαν από πίσω.
Να πάρει!
«Te pregătești să devii o ființă superioară» (Μτφρ: Ετοιμάζεστε να γίνετε ένα ανώτερο ον) είπε ο βρικόλακας που είχε κλείσει την πόρτα.

Ο Μαρτίν δεν ασχολήθηκε να του απαντήσει, καθώς άλλοι δύο έφταναν κοντά του. Ο ένας ερχόταν πίσω και δεξιά και ο άλλος πίσω και αριστερά. Ο Μαρτίν αποφάσισε ότι θα έπρεπε να τους αντιμετωπίσει έναν προς ένα. Έτσι, έκανε ένα βήμα πλάγια και πίσω. Μύρισε την αποφορά του σώματος που τον πλησίαζε από τα δεξιά και άκουσε το βήμα του. Και εκτόξευσε την λεπίδα του σπαθιού του εναντίον του τέρατος, γυρίζοντας να το κοιτάξει.
Άκουσε τον πονεμένο συριγμό του και είδε ότι τον είχε πετύχει στο κέντρο του στήθους. Μια μεγάλη κηλίδα απλωνόταν ήδη εκεί.

Ο Μαρτίν μόρφασε και, χωρίς να αφαιρέσει την λεπίδα από την πληγή, κινήθηκε γρήγορα προς τον βρικόλακα. Τύλιξε το τεράστιο χέρι του γύρω από τον λαιμό του και έβγαλε το σπαθί από το τέρας και μετά το μαχαίρωσε στα αριστερά. Ύστερα, έκανε πίσω, ξετύλιξε το χέρι του από το τέρας και κίνησε ημικυκλικά το σπαθί, για να το αποκεφαλίσει.
Αλλά ένιωσε ένα άλλο κορμί να πέφτει πάνω του. Ο έτερος βρικόλακας τον έσπρωξε. Προσπάθησε να τον παρασύρει, να τον ρίξει χάμω. Όμως, ο Μαρτίν αντιστάθηκε, αν και τα πόδια του υποχώρησαν λίγο και άγγιξαν ένα από τα κηροπήγια, ταρακουνώντας το.
Ο βρικόλακας γύρισε το κεφάλι του προς τα πάνω και ούρλιαξε προς τον πανύψηλο Ολλανδό.
Εκείνος έσφιξε την αριστερή γροθιά του και πέτυχε το πρόσωπο του άλλου, στραπατσάροντας την μύτη και το στόμα του.
Ο βρικόλακας έπεσε πίσω, πολλά βήματα μακριά, και βρέθηκε στα ερείπια των πάλαι ποτέ μεγαλόπρεπων καθισμάτων.
Είναι ελαφριοί σαν κομμάτια φαγητού, σκέφτηκε ο Μαρτίν.

Κατόπιν, δύο πράγματα συνειδητοποίησε.
Ο βρικόλακας που είχε μαχαιρώσει δύο φορές είχε εξαφανιστεί και στην θέση του είχε αφήσει σκόνη να αιωρείται στον ναό.
Και άκουσε ένα ακόμα ουρλιαχτό και είδε τον ομιλούντα βρικόλακα να έρχεται κατά πάνω του, με τα λυτά μαύρα μαλλιά του να ανεμίζουν.
Κάποτε τούτος εδώ θα πρέπει να ήταν ένας όμορφος άντρας, σκέφτηκε ο Ολλανδός. Δυστυχώς, όμως, η μοίρα του έπρεπε να είναι διαφορετική.
Ο Μαρτίν ετοιμάστηκε να τον αντιμετωπίσει, τη στιγμή που ο άλλος βρικόλακας, με το κατεστραμμένο πρόσωπο, σηκωνόταν και ορμούσε κι αυτός προς το μέρος του.
Άφησε κάτω το φανάρι του και έβγαλε το σταυρό του. Και τον ύψωσε απέναντι στον ανώτερο βρικόλακα, λέγοντας παράλληλα μια προσευχή.
Εκείνος σύριξε και πάγωσε στην θέση του, με τα σκοτεινά μάτια του να γουρλώνουν. Τα χέρια και τα πόδια του έμοιαζαν άχρηστα, έτσι ακίνητα που έμειναν.
Ο Μαρτίν είπε μέσα του Ευχαριστώ.

Κοίταξε προς το άλλο τέρας. Είχε σταματήσει την επίθεσή του. Ή, πιο σωστά, είχε επιβραδύνει την επίθεσή του, κινούμενο με αργά βήματα, σαν κλέφτης που ήθελε να διαφύγει χωρίς να κάνει φασαρία. Κοιτούσε μόνο τον Μαρτίν, αλλά το αναιμικό κεφάλι του έκανε σπασμωδικές κινήσεις προς τα αριστερά, προς τον σταυρό, χωρίς να γυρίζει προς τα εκεί και τα μάτια. Ήταν σαν άπιστος που, ξέρει ότι ακριβώς δίπλα του συντελείται ένα θαύμα, αλλά επιμένει να το αγνοεί.
Απ’ έξω, οι εξαγριωμένες ή φοβισμένες φωνές και οι πυροβολισμοί είχαν σιγήσει. Όμως, ακούγονταν συνομιλίες.
Ο Μαρτίν κοίταξε ξανά τον βρικόλακα με τα λυτά μαλλιά. Παρέμενε ακίνητος, σχεδόν έτοιμος να κλάψει.
Άφησε να περάσουν μερικές στιγμές, κατά τις οποίες δεν κοιτούσε το άλλο βαμπίρ, αυτό που ερχόταν στα μουλωχτά. Παράστησε ότι είχε όλη την προσοχή του στραμμένη προς τον ακινητοποιημένο βρικόλακα. Όμως, το σπαθί του το είχε έτοιμο.
Τότε η πόρτα του παλιού ναού άνοιξε και ο Γιούρις με τον Άπροντ όρμησαν μέσα.
Ο ανθυπασπιστής κάτι είπε, αλλά ο Μαρτίν δεν του έδωσε σημασία, καθότι μια λεπτοκαμωμένη φιγούρα ντυμένη στα μαύρα άρχισε να κινείται με τη γρηγοράδα άγριας γάτας.
Ο Μπόντεμαν βρέθηκε απέναντι από τον βρικόλακα που πλησίαζε τον Μαρτίν προτού το τέρας αντιληφθεί τι επρόκειτο να γίνει.
Το κατάνα διαπέρασε το στήθος του βαμπίρ και έπειτα απέκοψε το κεφάλι του, μετατρέποντάς το σε σκόνη.
Να τι παθαίνεις αν αγνοείς ό,τι συμβαίνει κοντά σου, σκέφτηκε ο Μαρτίν, ξέροντας ότι, αν ο βρικόλακας είχε υπερνικήσει το φόβο του για τον σταυρό, θα είχε δει τον Μπόντεμαν και ίσως να ήταν διαφορετική η κατάληξη της μεταξύ τους μάχης. Ίσως.

«Αυτό για το φίλο μου, παλιομ…» πήγε να πει ο Μπόντεμαν.
«Γιούρις!» είπε ο Μαρτίν. «Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω ξανά, παλιόφιλε!»
«Κι εγώ χαίρομαι που είσαι ακόμα ζωντανός, Μαρτίν». Ο Μπόντεμαν ήρθε κοντά του. Είδε τον ακινητοποιημένο βρικόλακα. «Βλέπω ότι βρήκες το κόλπο για να τους αντιμετωπίζεις δύο μαζί, ε; Για να τελειώνουμε από εδώ, όμως, πες μου, θες να τον σκοτώσεις ή να το κάνω εγώ; Μεγάλη μου τιμή να ολοκληρώσω το έργο σου, φίλε μου».
«Όχι, δεν θέλω να πεθάνει» είπε ο Μαρτίν. «Όχι ακόμη, δηλαδή». Απευθύνθηκε προς τον ανθυπασπιστή. «Τσανάντ, έλα εδώ».
«Όσο κι αν χαίρομαι που περνάς καλά κυριαρχώντας πάνω σε τούτο το φρικιό, Μαρτίν, οφείλω να σε ενημερώσω πως πρέπει να τελειώνουμε» είπε ο Μπόντεμαν. «Ήρθε ο Ράινχελ με τους άλλους. Είπαν ότι ακούστηκαν κανονιοβολισμοί και πως, καθώς έφταναν στην κύρια είσοδο του κάστρου, αντιλήφθηκαν μακρινούς πυροβολισμούς. Γίνεται μάχη εκεί έξω, φίλε μου. Ο Ράινχελ έφυγε μαζί με τους δικούς του και πέντε από τους δικούς μας, αφού μας βοήθησαν, βέβαια. Αλλά πρέπει…»
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Άπροντ. «Γιατί καθυστερούμε; Έχουμε προβλήματα…»
Ο Μαρτίν τον διέκοψε. «Τσανάντ, θέλω να ανακρίνουμε τούτον εδώ. Μιλάει. Πριν μου μίλησε, αλλά δεν κατάλαβα τίποτα από όσα μου είπε».
Ο Άπροντ κοίταξε τον βρικόλακα, ο οποίος στο μεταξύ είχε πέσει στα γόνατα, δίχως να πάρει το πονεμένο βλέμμα του από τον σταυρό. Ο ανθυπασπιστής στραβοκατάπιε. Κοιτώντας το τέρας, είπε στον Μαρτίν «Να τον ανακρίνουμε, μάλιστα. Τι θες να τον ρωτήσω;»
«Ρώτα τον πόσοι από αυτούς είναι μέσα στο κάστρο».
Ο Άπροντ το έκανε.
Ο βρικόλακας έβγαλε ένα γουργουρητό, σαν να πνιγόταν από νερό. Αλλά δεν μίλησε.
Ο Άπροντ επανέλαβε την ερώτηση.
Και πάλι, δεν έλαβε καμιά ουσιώδη απάντηση.
«Δεν νομίζω να πει κάτι» είπε ο Μπόντεμαν. «Κοντεύει να κατουρηθεί από το φόβο του. Ή να πεθάνει από καρδιά. Ή και τα δύο».
«Ο σταυρός τον παραλύει» είπε ο Μαρτίν, περισσότερο μιλώντας στον εαυτό του. Αναστέναξε. «Τσανάντ, πάρε το σταυρό και έχε τον στραμμένο προς τον βρικόλακα, όπως κάνω τώρα εγώ».
Ο Άπροντ το έκανε.

Ο Μαρτίν θηκάρωσε το σπαθί του. «Κύριοι, θα πιάσω από τα χέρια τούτον εδώ. Εσύ Γιούρις, θα έχεις έτοιμο το κατάνα, μην τυχόν και μου ξεφύγει. Τσανάντ, θα κατεβάσεις το σταυρό, όταν σου πω, και θα αρχίσουμε ξανά την ανάκριση. Καταλάβατε;»
«Μαρτίν, δεν άκουσες τι είπα; Πρέπει να βιαστούμε» είπε ο Μπόντεμαν. «Δεν έχουμε καιρό για ανακρίσεις. Έξω χρειάζονται βοήθεια».
«Είναι πολλοί, Γιούρις, και με την ομάδα του Τζόνας θα γίνουν περισσότεροι» είπε ο Μαρτίν. «Θα τα καταφέρουν».

Ο Μπόντεμαν πήγε να μιλήσει, αλλά ο Μαρτίν τον πρόλαβε: «Εξάλλου, πιστεύω ότι οι βρικόλακες θα διακόψουν την επίθεσή τους προς τους άντρες του μοιράρχου, όταν αντιληφθούν ότι όσοι δικοί τους είναι εδώ μέσα χρειάζονται τη βοήθειά τους».
«Τι; Πώς το συμπέρανες αυτό;»
«Γιατί εδώ μέσα είναι η αρχηγός τους, Γιούρις. Αυτή η Ρεβέκκα. Είμαι σίγουρος ότι αυτή δεν θα ρίσκαρε να αφήσει το κάστρο και όποια ασφάλεια θεωρεί ότι τους παρέχει».
«Μαρτίν, νομίζω ότι…» Ο Μπόντεμαν σταμάτησε. Αναστέναξε. Κοίταξε τον φίλο του. Τι είχε πει νωρίτερα, όταν ο Ράινχελ και ο Κάρτερ καταφέρονταν εναντίον του Μαρτίν; Ο ψηλός φίλος μου από δω ξέρει τι έχει συμβεί στο Μπραν. Ξέρει τι κάνει. Ξέρει τι αντιμετωπίζουμε. Ξέρει τι ρισκάρει, τι ρισκάρουμε όλοι. Και δε φοβάται. Θα κυνηγήσει θεούς και δαίμονες, αν χρειαστεί. Μόνος του. Επίσης, πρέπει να καταλάβετε τι σας είπε. Τέτοια όντα τα αναζητούμε πολλά χρόνια. Είναι το πάθος μας, αν προτιμάτε. Ο Μαρτίν είδε ένα υπερφυσικό τέρας, ένα από τα ελάχιστα που μπορεί να πει ότι έχει δει ποτέ του. Και είχε το χρόνο να το ελέγξει, αντί να το σκοτώσει αμέσως. Γιατί; Γιατί ήθελε να μάθει όσα μπορεί από δαύτο, ώστε να ξέρει τι να κάνει με τα υπόλοιπα, αλλά και γιατί ήξερε ότι έχει συμμάχους του να τον προστατεύουν. Ήξερε ότι δεν θα αφήνατε να πάθει κάτι, αν χρειαζόταν βοήθεια. Αντί να του “επιτίθεστε”, μήπως να σκεφτόσασταν καλύτερα την όλη κατάσταση; Αυτό λέω εγώ. Και τώρα τι θα έκανε, ετοιμαζόταν να φέρει αντίσταση στην κρίση του φίλου του; Θα έκανε ό,τι έκαναν οι άλλοι δύο πρωτύτερα; Όχι, αποφάσισε. Ο Μαρτίν ξέρει τι κάνει. Αν υπάρχει ένας εδώ μέσα που πρέπει να εμπιστευτούμε πραγματικά, αυτός είναι ο Μαρτίν, είτε μας αρέσουν οι αποφάσεις του, είτε όχι.
«Γιούρις, ήρθαμε εδώ και για τον Φάμπιαν» είπε ο Μαρτίν. «Πρέπει να μάθουμε πού είναι».
«Καλά, καλά, Μαρτίν» ένευσε ο Μπόντεμαν. «Θα κάνουμε ό,τι θες. Αλλά οφείλω να σου πω ότι ο Κάρτερ δεν ήταν μαζί με τον Ράινχελ και τους άλλους στρατιώτες της ομάδας τους. Κι απ’ ό,τι μας είπε, ο Αμερικάνος είχε σκοπό να κατέβει στο υπόγειο. Μόνος του».
«Τι!» Ο Μαρτίν έβρισε. «Γιατί θα έκανε κάτι τέτοιο, που να πάρει;»
Ο Μπόντεμαν ανασήκωσε τους ώμους.
«Θέλει να βρει τον ταγματάρχη» είπε ο Άπροντ.

Ο πανύψηλος Ολλανδός κατένευσε. «Ναι… Μάλλον, θεώρησε ότι δεν έπρεπε να μείνουν χωρίς ενισχύσεις οι άντρες του μοιράρχου, αλλά ταυτόχρονα δεν θα έπρεπε να χάσουμε περισσότερο χρόνο με το να παρατήσουμε μέρος της αποστολής εξερεύνησης του κάστρου». Αναστέναξε. «Ελπίζω να ξέρει τι κάνει».
«Κι εγώ, Μαρτίν. Κι εγώ» είπε ο Μπόντεμαν. Έπειτα, κοίταξε τον Άπροντ. «Τσανάντ, στόχευε τούτον εδώ. Και μη φοβάσαι, δεν θα ξεφύγει του Μαρτίν. Είναι πολύ δυνατός και τούτα τα φρικιά είναι πιο αδύναμα κι από πεντάχρονο παιδί. Δεν θα πάει πουθενά. Αλλά και να ξεφύγει από τους κορμούς που έχει για χέρια ο Μαρτίν, θα είμαι εγώ έτοιμος. Θα τον σφάξω, πριν καν σκεφτεί να πέσει από το παράθυρο».
«Καλώς» είπε ο Άπροντ, αν και αμφέβαλλε για το εγχείρημά τους. «Μην αργήσουμε πολύ μόνο».
«Μην ανησυχείς, Τσανάντ» είπε ο Μαρτίν, καθώς πήγαινε πίσω από τον βρικόλακα. Πέρασε τα χοντρά μπράτσα του ανάμεσα στις μασχάλες του τέρατος και έπιασε τους καρπούς του. «Θα μάθουμε ό,τι θέλουμε. Κι αν δούμε ότι δε συνεργάζεται…»
Άφησε ημιτελή την πρότασή του. Όλοι ήξεραν τι εννοούσε.

«Έτοιμοι;» ρώτησε ο Μαρτίν.
«Ναι» του απάντησαν.
«Πολύ ωραία. Τσανάντ, κατέβασε το σταυρό. Γιούρις, μην πάρεις τα μάτια σου από το βρικόλακα. Μη διστάσεις να τον σκοτώσεις, αν μου ξεφύγει».
«Για αυτό να είσαι σίγουρος» είπε ο Μπόντεμαν. Σήκωσε το κατάνα στο ύψος των ματιών του βρικόλακα. «Το βλέπεις τούτο το λεπίδι; Ε; Είμαι σίγουρος ότι το βλέπεις. Και πως ξέρεις τι θα κάνω με αυτό, αν κάνεις καμιά μαλακία».
Ο Άπροντ κατέβασε το σταυρό και ο βρικόλακας προσπάθησε να ελευθερωθεί από την αρπάγη του Μαρτίν.

Η μάχη συνεχιζόταν με φωνές, πυροβολισμούς, μαχαιριές και αποκεφαλισμούς. Οι στρατιώτες έριχναν με τα Μάνλιντσερ ή με τα πιστόλια στους επιτιθέμενους, ενώ για τις κοντινές μονομαχίες χρησιμοποιούσαν κυρίως τα σπαθιά τους. Χτυπούσαν όπου μπορούσαν, μορφάζοντας και βρίζοντας, καθότι έβλεπαν πως δεν έκαναν μεγάλο κακό στους άλλους. Τους τραυμάτιζαν μεν, αλλά σπάνια σκότωναν κάποιον με τη μία. Οι στρατιώτες που αναλάμβαναν να καλύπτουν τους δικούς τους έβγαιναν από τις κρυψώνες τους ή αναγκάζονταν να βγουν, όταν οι εχθροί τους ανακάλυπταν.

Προς κακή τύχη όσων είχαν τραυματιστεί από τις ριπές των κανονιών και όσων είχαν μείνει πίσω για να τους περιθάλψουν, κάποιοι από τους εχθρούς πέρασαν τις γραμμές των υπόλοιπων αντρών και βρέθηκαν κοντά τους, να τους επιτίθενται. Μερικοί άντρες αντιστάθηκαν, τραυμάτισαν όσους μπορούσαν, κάνα δυο τους σκότωσαν, αλλά όλοι οι τραυματίες χάθηκαν κάτω από τα σώματα των εχθρών, για να πεθάνουν βίαια ή και για να σηκωθούν όντας κάτι άλλο πια, κάτι μοχθηρό, και να κινηθούν ενάντια στους άλλους άντρες που είχε υπό τις διαταγές του ο μοίραρχος.

Αυτό που οι ένστολοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν ήταν πως οι ριπές από τα όπλα έμοιαζαν μάταιες. Άνοιγαν τρύπες σε πολλά σημεία ενός, αλλά αυτός σηκωνόταν ξανά και ορμούσε σε όποιον άτυχο βρισκόταν κοντά του. Κάποιοι δοκίμαζαν να βάλουν φωτιά στους εχθρούς, αλλά γρήγορα φάνηκε ότι δεν ήταν καλή ιδέα, γιατί δεν τους πλήγωνε πραγματικά ούτε αυτό, αφού συνέχιζαν τις επιθέσεις τους.

Το άλλο στοιχείο που έμοιαζε αδιανόητο στους φαντάρους ήταν η ωμότητα, η αγριάδα, οι γρήγορες κινήσεις τους και γενικά ο τρόπος με τον οποίο υφίσταντο τις επιθέσεις των άλλων. Ήταν άοπλοι και χρησιμοποιούσαν τα χέρια και τα δόντια τους. Άνοιγαν το στόμα και εμφάνιζαν σκυλόδοντα που μόνο φυσιολογικά δεν ήταν. Η δύναμή του καθενός έμοιαζε αδιανόητη: μπορούσε ένας σχετικά αδύνατος εχθρός να σηκώσει με άνεση έναν πολύ βαρύτερό του άντρα. Οι εχθροί έπεφταν πάνω τους σαν λύκοι που τους τρέχουν τα σάλια για το κοπάδι των προβάτων που βρήκαν. Εμφανίζονταν από τις σκιές, από κάποιο κλαδί δέντρου ή από κάποιο θάμνο. Η παγερή τους ανάσα δηλητηρίαζε τους φαντάρους πριν καν τους αγγίξουν τα δόντια των εχθρών.
Ποιοι ήταν; Γιατί κινούνταν έτσι;

Πολλοί στρατιώτες δεν πίστευαν στα μάτια τους όταν είδαν ότι αυτοί που έπρεπε να αντιμετωπίσουν φορούσαν ίδιες στολές με τους ίδιους. Στα χλομά πρόσωπα αναγνώρισαν φίλους, που μέχρι πρότινος ήταν συμπολεμιστές τους. Αλλά εκείνοι ούτε που στέκονταν, ούτε που είχαν δεύτερες σκέψεις, απλά επιτίθονταν με όλη τη βαρβαρότητα που είχαν αποκτήσει στη λίγη ώρα που είχε μεσολαβήσει από τη στιγμή που οι μεν είχαν αποχαιρετήσει τους δε.
Τα λόγια του πανύψηλου Ολλανδού ήταν σαν να είχαν εξαφανιστεί από την μνήμη των περισσοτέρων. Μπροστά στις επαναλαμβανόμενες απειλές που έπρεπε να σταματήσουν δεν σκέφτονταν τίποτα άλλο, όσο σχετικό, όσο χρήσιμο κι αν τους ήταν. Απλά, χρησιμοποιούσαν τα όπλα τους για να προστατευτούν οι ίδιοι, για να καλύψουν τους φίλους τους και για να εξαφανίσουν τους εχθρούς τους.

Ελάχιστοι από τους στρατιώτες θυμούνταν και ακόμα λιγότεροι συνειδητοποίησαν ότι οι εχθροί τους πέθαιναν αν τους μαχαίρωναν στην καρδιά και αν τους έκοβαν το κεφάλι. Οι πιο πολλοί στρατιώτες, άλλωστε, ήταν πολύ νέοι για να είναι αρκετά δυναμικοί πάνω στις σφοδρές συγκρούσεις και ταυτόχρονα να παρατηρούν και να καταγράφουν στην μνήμη τους ό,τι έπρεπε.

Όμως, ακόμα και ο μοίραρχος, που ήταν πιο μεγάλος σε ηλικία από σχεδόν όλους τους άντρες που είχε μαζί του, δεν θυμόταν όλα όσα τους είχε πει ο Χόουνεχ. Αντιμετώπιζε τους πρώην ένστολους συντρόφους του, τους χτυπούσε, τους πυροβολούσε, τους μαχαίρωνε, αλλά προσπαθούσε συνεχώς να συνειδητοποιήσει τι γινόταν. Τι είχαν απογίνει οι λίγοι άντρες που είχαν αφήσει πίσω στο Μπραν. Έβλεπε ανθρώπους που πριν λίγη ώρα θα έκαναν ό,τι τους διέταζε να ρίχνονται κατά πάνω του, με σκοπό να τον σκοτώσουν. Είχε δει έναν δύο να πέφτουν πάνω σε ένοπλους άντρες, να τους πετάνε χάμω και να βυθίζουν τα δόντια τους στο λαιμό του άτυχου. Ο μοίραρχος είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα την πρώτη φορά που είδε κάτι τέτοιο. Είχε σταματήσει την επίθεσή του μπροστά στο αποτρόπαιο θέαμα. Είχε χρειαστεί να παρέμβει ο Σέκερες, ο οποίος ζήτησε από τον μοίραρχο βοήθεια στην προσπάθειά του να σφάξει και τελικά να αποκεφαλίσει τον εχθρό, κάνοντάς τον… σκόνη. Αν τους έσφαζαν, γίνονταν σκόνη. Σκόνη. Εξαφανίζονταν, χάνονταν στον σκοτεινό αέρα. Σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ.

«Πώς; Πώς συνέβη;… Πώς γίνεται;…» ρωτούσε ο μοίραρχος. Ένιωθε το όπλο στο χέρι του βαρύ. Η παρόρμηση να το αφήσει και να φύγει ήταν μεγάλη. Όλος ο θυμός και όλη η διάθεσή του να νικήσουν τους άθλιους εισβολείς είχε τσαλακωθεί. Δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί όλα όσα έβλεπε γύρω του. Δεν ήταν προετοιμασμένος για αυτή τη μάχη. Αντίθετα, ήταν τόσο μπερδεμένος…

Κάποια στιγμή, άκουσε τον Σέκερες να φωνάζει δυνατά, κάπου πιο μπροστά του.
«Μοίραρχε! Όχι! Προσέξτε!» έλεγε ο δεκανέας.
Ο μοίραρχος επανήλθε στην πραγματικότητα πολύ αργά, όταν ένας μεγαλόσωμος άντρας έπεσε πάνω του. Έβγαλε ένα αγκομαχητό και έχασε το όπλο του. Βρέθηκε στο κρύο έδαφος, που παρέμενε χιονισμένο κατά τόπους. Μόρφασε από τον πόνο που απλώθηκε στην πλάτη του. Το κράνος δεν έφυγε από το κεφάλι του, αλλά ένιωσε να κουδουνίζει το μυαλό του από την πτώση.
Άκουσε κάτι να συρίζει από πάνω του.
Άνοιξε τα μάτια του αργά-αργά, σαν παιδί που φοβάται να κοιτάξει στο σκοτεινό δωμάτιό του, μήπως και αντικρίσει το τέρας που ανέκαθεν ήξερε ότι κρυβόταν εκεί μέσα.
Στο φως ενός πεσμένου φαναριού που ακόμα έφεγγε, είδε ένα λευκό, αναιμικό πρόσωπο να τον κοιτάει από ψηλά. Ο άντρας φορούσε στολή του Δέκατου Πέμπτου Συντάγματος Ορεινού Πυροβολικού, της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Δεν είχε κράνος, ενώ τα μικρά όπλα του ήταν στις θήκες της ζώνης του. Το χιτώνιό του ήταν λεκιασμένο από κοκκινωπούς λεκέδες.

Ο χλομός άντρας άνοιξε το στόμα του και τα σκυλόδοντά του ελευθερώθηκαν απειλητικά προς τον μοίραρχο.
«Κύριε! Όχι!» φώναξε ο Σέκερες, που, παρότι μαζί με τους άλλους στρατιώτες που είχαν αναλάβει να συνοδεύουν τον μοίραρχο, αντιμετώπιζαν δύο εχθρούς, εκείνος κοιτούσε προς τον ανώτερό του που είχε ξεμείνει πίσω τους, χωρίς κάλυψη.
Ο εχθρός άρπαξε το πιγούνι του μοιράρχου. Σύριξε δυνατά.
Αλλά δεν κατάφερε να γυρίσει το κρανίο του πεσμένου άντρα.
Ο μοίραρχος έβρισε τον άλλο και έβγαλε το μαχαίρι του και το έμπηξε στο κεφάλι του. Αίμα τον πιτσίλισε, ενώ ο επιτιθέμενος ούρλιαξε και προσπάθησε να βγάλει την λεπίδα από μέσα του.
«Δεν θα γευτείς το δικό μου αίμα» είπε ο αξιωματικός. Έσπρωξε τον άλλο και τον πέταξε από πάνω του. Αμέσως, σηκώθηκε και γύρεψε το όπλο του. Δε βρήκε αυτό, αλλά το Μάνλιντσερ πλάι στον φαντάρο που είχε σώσει λίγο νωρίτερα.
Πλησίασε και έσκυψε. Άδραξε το τυφέκιο.
Κοίταξε τον νεκρό φαντάρο. «Θα τιμήσω την μνήμη σου, στρατιώτη» είπε. Και σηκώθηκε.
Αλλά δεν απομακρύνθηκε.
Γιατί ένα χέρι γράπωσε την αρβύλα του και τον ακινητοποίησε.
Ο μοίραρχος στράφηκε και κοίταξε. Είδε τον πεσμένο στρατιώτη να του αντιγυρίζει το βλέμμα. Μόνο που τα μάτια του δεν ήταν φυσιολογικά πια. Ήταν κατάμαυρα, σαν τον νυχτερινό ουρανό.
Ω όχι! είπε μέσα του ο μοίραρχος.

Ο φαντάρος άνοιξε το στόμα και εμφάνισε τα αφύσικα μακριά δόντια του, για να επιβεβαιώσει τις υποψίες του.
Ο μοίραρχος φώναξε «ΟΧΙ!»
Κατέβασε την κάννη του Μάνλιντσερ, σημαδεύοντας τον πεσμένο φαντάρο. Δεν του έριξε αμέσως, όμως. Το νεανικό, χλομό πρόσωπο του άλλου φαινόταν τόσο εύθραυστο… τόσο παιδικό…
Πώς; Πώς θα τον;… Γιατί;…

Εκείνη τη στιγμή, όρμησε από πίσω του ο άλλος στρατιώτης, αυτός που του είχε επιτεθεί πριν. Είχε βγάλει το μαχαίρι από το κεφάλι του, αφήνοντας εκτεθειμένη την αιμορροούσα πληγή του. Έπεσε πάνω στον μοίραρχο, με σκοπό να τον ρίξει ξανά κάτω, προς τον άλλο πρώην στρατιώτη.
«ΟΧΙ!» φώναξε ξανά ο αξιωματικός, φέρνοντας αντίσταση. Έσπρωξε με τον ώμο τον επιτιθέμενο. Κατάφερε να απεγκλωβιστεί από τη λαβή του. Γύρισε με τον υποκόπανο του τυφεκίου και χτύπησε στο πλάι του προσώπου τον άλλο.

Έκανε να κουνηθεί εναντίον του, όμως ο πεσμένος χλομός άντρας τον σταμάτησε και πάλι. Αλλά αυτή τη φορά, σηκώθηκε και αυτός, και πλέον ο μοίραρχος ήταν ανάμεσα σε δύο από δαύτους.
«Άντρες» είπε ο μοίραρχος «σταματήστε αυτή την προδοσία. Τώρα! Είναι διαταγή! Είστε στρατιώτες της Αυστρο…»
Οι άλλοι σύριξαν.
Και του επιτέθηκαν.

Ο μοίραρχος πάγωσε, μη ξέροντας ποιον να αντιμετωπίσει πρώτα.

Αλλά τότε ακούστηκαν πυροβολισμοί και φωνές από την πλευρά του κάστρου. Βήματα που διέσχιζαν γρήγορα το δασώδες τοπίο. Προς αυτούς. Τους πλησίαζαν και πυροβολούσαν.
Οι δύο χλομοί στρατιώτες που είχαν περικυκλώσει τον μοίραρχο ούρλιαξαν, καθώς οι ριπές άνοιγαν τρύπες στο σώμα τους και τους ανάγκαζαν να οπισθοχωρήσουν.

Δευτερόλεπτα μετά, ο μοίραρχος είδε τον επιλοχία Ράινχελ και τον ανθυπασπιστή Άπροντ να ρίχνουν κάτω τους δύο άντρες. Τους μαχαίρωσαν στο στήθος και μετά χάραξαν τον λαιμό του καθενός, μετατρέποντάς τους σε σκόνη.

Άλλοι φαντάροι, γύρω στους είκοσι (απ’ όσο πίστευε ο μοίραρχος), ακολούθησαν τους δύο βαθμοφόρους και έσπευσαν να βοηθήσουν τους συμπολεμιστές τους. Τέρατα έσκουζαν δεξιά και αριστερά, με την πλάστιγγα να αρχίζει να γέρνει υπέρ των ένστολων που είχαν έρθει να καταλάβουν το κάστρο.
«Είσαι καλά, μοίραρχε;» ρώτησε ο Ράινχελ τον άλλο.

Ο μοίραρχος κατένευσε. «Ναι. Ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ που ήρθατε». Κούνησε το κεφάλι πέρα δώθε. «Είναι απίστευτο» συνέχισε, αλλά ο λόγος του κοβόταν. «Ό,τι συμβαίνει. Αυτοί… ήταν δικοί μας… Και… τώρα δεν πεθαίνουν εύκολα… Μας επιτίθενται…»
«Μοίραρχε, δεν είναι πια δικοί μας στρατιώτες» είπε ο Ράινχελ. «Θυμάσαι τι είπε ο Μαρτίν Χόουνεχ; Για το δηλητήριο και το ότι θα έκανε δικούς μας να γίνουν εχθροί μας; Και πως θα πρέπει να τους σκοτώσετε, να τους σκοτώσουμε;»
Ο μοίραρχος κατένευσε ξανά. «Αλλά είπε για εσάς. Για εσάς που θα μπαίνατε στο κάστρο. Αυτοί ήρθαν από πίσω μας, από το Μπραν. Από το γαμημένο Μπραν ήρθαν!»
«Αυτό ήταν κάτι που δυστυχώς δεν είχαμε προβλέψει» είπε ο Ράινχελ. «Όχι τόσο καλά, όσο θα θέλαμε, δηλαδή. Είχαμε πιστέψει ότι θα ήταν όλοι μέσα και ότι δεν θα πήγαιναν στο Μπραν. Αφήσαμε άντρες πίσω, να το φυλάνε, όμως…» Κούνησε το κεφάλι. «Δυστυχώς, δεν ξέραμε ακριβώς τι θα έκαναν».
«Είναι εντελώς απρόβλεπτοι, κύριε μοίραρχε» είπε ο Άπροντ.

Ο μοίραρχος κοίταξε μια τον ένα και μια τον άλλο. Ανασήκωσε τους ώμους. «Τι… τι είναι; Γιατί δεν πεθαίνουν εύκολα; Τους πετυχαίνουμε στο κεφάλι, στο στήθος, στα πόδια… Σταματάνε για λίγο, αλλά σηκώνονται ξανά, λες και δεν τους κάναμε τίποτα. Πώς γίνεται αυτό, γαμώτο; Δε βγάζει νόημα. Απλοί άνθρωποι είναι, θα έπρεπε να… να…» Είδε το βλέμμα των άλλων δύο και σταμάτησε. Ξάφνου, θυμήθηκε. Τις φήμες για το Μπραν. Για το ποιόν των εισβολέων. Τα λόγια του Ολλανδού.
Γούρλωσε τα μάτια του. «Είναι…» έκανε να πει, αλλά σταμάτησε και πάλι. «Όχι! Όχι, όχι, δεν μπορεί. Δεν μπορεί, όχι. Δεν μπορεί!»
«Κι όμως, κύριε μοίραρχε» είπε ο Άπροντ. «Είναι βρικόλακες. Πραγματικοί βρικόλακες».
«Μα δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα!»
«Υπάρχουν, κύριε μοίραρχε. Κοιτάξτε γύρω σας. Το είπατε και μόνος σας. Δεν πεθαίνουν εύκολα».
«Όχι, ανθυπασπιστή, δεν υπάρχουν τέτοια τέρατα! Κατάλαβες; Δεν ξέρω τι δηλητήριο είναι αυτό που τους πότισαν, αλλά αυτοί είναι απλοί άνθρωποι, σαν…»
«Κύριε μοίραρχε, δεν έχουμε χρόνο για…»
«Άκουσες τι είπα, ανθυπασπιστή Άπροντ; Δεν υπάρχουν…»
«Μοίραρχε!» επενέβη ο Ράινχελ. «Δεν έχουμε καιρό για διαφωνίες. Όταν σκοτώσουμε όλους τους εχθρούς, ευχαρίστως να πούμε ό,τι θέλεις. Τώρα, όμως, πρέπει να καταλάβεις αυτό: οι εχθροί μας είναι αιμοδιψή τέρατα, που πρέπει να εξαφανίσουμε αμέσως. Ό,τι και να είναι, αποκάλεσέ τους όπως θέλεις, αρκεί να καταλάβεις αυτό, μοίραρχε». Ο Ράινχελ τον άρπαξε από τον ώμο. «Πεθαίνουν, μοίραρχε. Πεθαίνουν. Τους μαχαιρώνεις στην καρδιά και τους αποκεφαλίζεις, και έτσι πεθαίνουν. Πυροβόλησέ τους, αν θέλεις, αλλά μετά θα πρέπει να τους καρφώσεις στην καρδιά και να τους κόψεις το κεφάλι. Αν έχεις σταυρό πάνω σου, μπορείς να τους απωθήσεις με αυτόν, μέχρι να φτάσεις αρκετά κοντά τους, για να τους ξεκάνεις όπως σου είπα. Κατάλαβες;»
«Μα…»
«Κατάλαβες τι είπα, μοίραρχε;» Χτύπησε με τον δείκτη του ενός χεριού τον μοίραρχο αριστερά στο στήθος και μετά έκανε μια διαγώνια κίνηση στον λαιμό του. «Καρφώνεις την καρδιά, κόβεις το κεφάλι. Κατάλαβες;»

Ο μοίραρχος ξεφύσησε και κατένευσε, αποκαρδιωμένος.
«Δεν σας τα επανέλαβε αυτά ο Χενκ Χόπε, κύριε μοίραρχε;» ρώτησε ο Άπροντ.
Τότε ο Ράινχελ άφησε τον αξιωματικό και κοίταξε τριγύρω. «Πού είναι ο Χόπε;»
«Δεν ξέρω» απάντησε ο μοίραρχος. «Προχώρησε μπροστά από εμάς. Πήγε πρώτος να αντιμετωπίσει τους βρικ… τους εχθρούς μας. Δεν μας περίμενε, απ’ ό,τι μου είπε ο δεκανέας».
«Έχει δίκιο ο κύριος μοίραρχος» είπε ο Σέκερες, καθώς πλησίαζε τους άλλους. Πίσω του ερχόταν άλλος ένας φαντάρος. «Ο Ολλανδός αποφάσισε να κυνηγήσει τους βρικόλακες μόνος».
Ο μοίραρχος κοίταξε τον δεκανέα αποσβολωμένος. «Τους… βρικόλακες;» ψέλλισε. «Κι εσύ πιστεύεις;…»
Ο Σέκερες ένευσε. «Λυπάμαι, κύριε».
«Να πάρει!» είπε ο Ράινχελ. Αναστέναξε και έτριψε το σβέρκο του. Έπειτα, απευθύνθηκε προς τον Σέκερες. «Δεκανέα, μπορείς να καλύψεις τον μοίραρχο; Μπορείτε; Εσύ και ο άλλος φαντάρος; Εγώ και ο ανθυπασπιστής θα πάμε να βρούμε τον Χόπε».
«Ναι, ναι, κύριε. Θα τον καλύψουμε, ασφαλώς». Κοίταξε τον μοίραρχο. «Λυπάμαι που σας αφήσαμε νωρίτερα, κύριε μοίραρχε. Νομίζαμε πως…»
Ο Ράινχελ και ο Άπροντ δεν τους άκουγαν πια. Είχαν ήδη ξεκινήσει για να βρουν τον Χενκ Χόπε.

Ο Κάρτερ είχε αφήσει πίσω του, στο ισόγειο του κάστρου, τα αργά και διστακτικά βήματα και πλέον διέσχιζε τους υπόγειους χώρους δίχως να ενδιαφέρεται αν τον ακούνε και αν του έχουν στήσει κάποια ενέδρα. Είχε αρχίσει από νωρίτερα να εκνευρίζεται που δεν έβρισκε τίποτα και κανέναν, ειδικά τον Φάμπιαν. Πλέον, ήταν αποφασισμένος να «αναγκάσει» τους βρικόλακες να βγουν από τις τρύπες που είχαν χωθεί, νομίζοντας ότι ήταν καλύτεροί του και πως θα έπιαναν ένα εύκολο θήραμα. Ήξερε ότι ήταν αυθάδη τέρατα και πως, παρόλο που είχαν υποστεί πολλές απώλειες από την τελευταία ανοιχτή σύγκρουση με στρατό θνητών, θα έβλεπαν αυτόν ως έναν περιπλανώμενο ανόητο, που είχε κατέβει στα σπλάχνα του κάστρου μοναχός του, αγνοώντας τους κινδύνους που ενέδρευαν εκεί.
Ας έρθουν, έλεγε μέσα του ο Κάρτερ και συνέχιζε το ποδοβολητό του.

Κατ’ ουσίαν, ακολουθούσε την ίδια τακτική που είχαν εφαρμόσει από την αρχή. Περπατούσε στους διαδρόμους, άναβε όποια κεριά ήταν ακόμα σε καλή κατάσταση, άνοιγε πόρτες (μερικές φορές, πυροβολώντας την κλειδαριά), έλεγχε το χώρο, δεν έβρισκε κάτι ή κάποιον, έβγαινε, έκλεινε την πόρτα και προχωρούσε ως την επόμενη. Κάποιες πόρτες ήταν ήδη ανοιχτές και σ’ αυτές επιδείκνυε λίγη παραπάνω προσοχή, αλλά και πάλι έμπαινε στο εκάστοτε δωμάτιο με το φανάρι και το υπηρεσιακό πιστόλι του Φάμπιαν προτεταμένα, σημαδεύοντας προς κάθε κατεύθυνση.

Αναρωτιέμαι τι θα έλεγε ο Μαρτίν αν μάθαινε ότι ήρθα μόνος εδώ κάτω. Αν έπρεπε να μαντέψω, τότε θα έλεγα πως με έβρισε. Εντέλει, όμως, θα το δέχτηκε. Γιατί δεν θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Δεν θα παρατούσε την έρευνα σε εκείνη την πλευρά του κάστρου, για να έρθει να με βρει.
Σχεδόν σίγουρα, ο Ολλανδός θα γνώριζε ήδη ότι ο Κάρτερ είχε διώξει από κοντά του τους στρατιωτικούς, με σκοπό να συνδράμουν στις προσπάθειες των αντρών εκτός του κάστρου, αλλά χωρίς να παρατήσει την αποστολή, να ψάξει το υπόγειο, αδιαφορώντας για τα τέρατα που μάλλον θα είχαν κρυφτεί σε αυτό. Δεν θα του άρεσε καθόλου που ένας θνητός είχε κατέβει στο υπόγειο.
Δεν ξέρει, όμως, ότι δεν είμαι μόνος.

Ο Κάρτερ είχε αντιληφθεί γρήγορα ότι οι χώροι εδώ κάτω δε διέφεραν σημαντικά από αυτούς στο ισόγειο και μάλλον στους άλλους ορόφους. Ελάχιστοι από αυτούς θα ήταν κατοικήσιμοι ακόμα και στις ένδοξες μέρες του κάστρου. Σε ακόμα λιγότερους υπήρχαν κατεστραμμένα κρεβάτια. Παράθυρα και κουρτίνες και αυλή δεν υπήρχαν. Πολλοί χώροι που είδε ο Κάρτερ πρέπει να χρησίμευαν κάποτε ως κελάρια για τη φύλαξη τροφίμων και κρασιών, ενώ βρήκε και χώρους με αιχμηρά όπλα και πολεμικές φορεσιές παλαιότερων αιώνων.

Στην ενημέρωση που τους είχε κάνει, ο Μαρτίν είχε πει: Θα υπάρχει υπόγειο, με δικούς του διαδρόμους και δωμάτια πιθανώς, το οποίο ενδέχεται να έχει μυστικό πέρασμα, για διαφυγή… Αν έπρεπε να μαντέψω, θα έλεγα ότι οι πιο πολλοί από δαύτους θα είναι μαζεμένοι στους επάνω ορόφους. Θα αποφύγουν το υπόγειο, εκτός αν ξέρουν για το μυστικό πέρασμα –αν υπάρχει κάτι τέτοιο, φυσικά. Ή εκτός αν έχουν στήσει κάποια παγίδα εκεί. Κι είχε δίκιο, τουλάχιστον ως προς το τελευταίο σκέλος. Το υπόγειο φαινόταν άδειο από βαμπίρ ή από οποιονδήποτε άλλο. Παραδόξως, ούτε ποντίκια δεν κυκλοφορούσαν στους διαδρόμους, στους χώρους ή στους τοίχους.
Αλλά είναι περίεργο αυτό; αναρωτήθηκε ο Κάρτερ, καθώς άνοιγε μια ακόμα πόρτα. Όπως και στα υπόλοιπα δωμάτια του υπογείου, η μούχλα και η δυσωδία κυριαρχούσαν του κρύου. Κατά τις αποστολές του στις Ηνωμένες Πολιτείες, είχε πατήσει σε πολλά βρόμικα πατώματα ή χωράφια γεμάτα κοπριές, αναζητώντας κάποιον κλέφτη ή φονιά. Αλλά ποτέ του δεν είχε νιώσει τέτοια αηδία όση ένιωθε τώρα. Πατούσε σε πετρώδες δάπεδο με απαρχαιωμένες ακαθαρσίες, κάποιες από τις οποίες αμφέβαλλε αν προέρχονταν από τρωκτικά ή έντομα. Υποψιαζόταν ότι κάποια από τα σημάδια που έβλεπε κάτω από τις μπότες του ή στους τοίχους δεν ήταν σκατά ζώου, αλλά αίματα που είχαν ξεβραστεί από ανθρώπινα κορμιά.

Ο χώρος που βρέθηκε ο Κάρτερ ήταν πολύ μικρός (οπότε μπορούσε να τον δει όλο από το σημείο που στεκόταν) και η αποφορά που τον χτύπησε σχεδόν τον έκανε να δακρύσει, αλλά δεν έκλεισε αμέσως την πόρτα. Δεν είχε βρει (και πάλι) το μυστικό πέρασμα που είχε αναφέρει ο Μαρτίν, αλλά, όπως το περίμενε από το παραθυράκι με τα κάγκελα που υπήρχε στην πόρτα, συμπέρανε ότι είχε ανακαλύψει το μπουντρούμι, τη φυλακή του κάστρου. Ένα σάπιο στρώμα ήταν πεταμένο στην απέναντι πλευρά, ενώ ο «σκελετός» του μοναδικού κρεβατιού είχε αναποδογυρίσει σε έναν από τους πλαϊνούς τοίχους. Ένα στρογγυλό ξύλινο πράγμα σαν κουβάς (που μάλλον θα χρησίμευε για τις σωματικές ανάγκες του εκάστοτε φυλακισμένου) και ένα συνονθύλευμα από σκόρπιες σελίδες που κάποτε θα αποτελούσαν ένα βιβλίο ήταν τα άλλα αντικείμενα που είδε.

Ο Κάρτερ έστρεψε το φως προς όλες τις μεριές της φυλακής. Όπως και σε άλλα σημεία του υπογείου, έτσι και εδώ διέκρινε ίχνη από υγρά που είχαν στάξει και τα οποία θεωρούσε πως ήταν αίματα. Ειδικά εδώ μέσα, ήταν αναπόφευκτο να βρει αίματα. Θα είχαν βασανίσει τους φυλακισμένους, ένας θεός ξέρει με πόσους τρόπους. Ή μπορεί και οι ίδιοι οι φυλακισμένοι να είχαν επιδιώξει να αφαιρέσουν την ίδια τους τη ζωή, χάνοντας μεγάλη ποσότητα του αίματός τους.

Ο Κάρτερ ήξερε από πρακτικές βασανισμού. Είχε δει βοηθούς σερίφη και ομοσπονδιακούς μάρσαλ, αλλά και στρατιώτες, να χτυπάνε και να πληγώνουν με κάθε τρόπο τους κρατούμενους, προκειμένου να μαρτυρήσουν όσα ήξεραν. Ήταν πολύ δυσάρεστο, αλλά μερικές φορές κρινόταν αναγκαίο, γιατί υπήρχε πίεση χρόνου.
Ο πιστολέρο ήξερε, επίσης, πως, αν τέτοια πράγματα συνέβαιναν σήμερα, ήταν βέβαιο ότι θα συνέβαιναν και παλιότερα.

Αυτά που συγκράτησαν τον Κάρτερ από το να κλείσει την πόρτα και να προχωρήσει στο διάδρομο ήταν μερικά υπολείμματα από ρούχα που είδε στο δάπεδο. Μπήκε και πλησίασε όσα ήταν πιο κοντά στην είσοδο. Έσκυψε και, χρησιμοποιώντας το φως από το φανάρι, τα εξέτασε καλύτερα. Βρήκε ένα κουμπί παντελονιού ή σακακιού ή πουκαμίσου, και μια καφετιά δερμάτινη ζώνη. Αλλά τα περισσότερα σκισμένα υπολείμματα ήταν μαύρα και τραχιά στην υφή. Αυτά τα τελευταία του θύμισαν…
«Τους μανδύες που φορούν οι βρικόλακες» ψιθύρισε. Χαμογέλασε. Είναι εδώ, σκέφτηκε. Ή ήταν εδώ. Ίσως να μην έχουν πάει μακριά. Ίσως να με περιμένουν σε κάποιον άλλο χώρο του υπογείου.
Άφησε κάτω τα σκουπίδια και σηκώθηκε. Κοίταξε ξανά τα άλλα απομεινάρια, την ζώνη και το κουμπί. Κάποιος ζωντανός πρέπει να βρέθηκε εδώ, σκέφτηκε. Πρόσφατα. Κάποιος που δεν έχει καμία σχέση με τους άλλους, με τα φρικιά.
Ο Φάμπιαν!

Ο Κάρτερ ένιωσε να ελπίζει και πάλι.
Αλλά μόνο για μια στιγμή. Γιατί μετά αναλογίστηκε, Ήταν εδώ. Αλλά τώρα όχι. Τον μετακίνησαν. Πού είναι; Πού τον πήγαν; Πού έχουν τον αδερφό μου;
Βγήκε από το μπουντρούμι, σκεπτόμενος ότι, αν ο Φάμπιαν είχε βρεθεί σε τούτη τη φυλακή, θα τον είχαν βασανίσει. Μπορεί κάποια από τα σημάδια στους τοίχους να προέρχονταν από το δικό του σώμα. Μπορεί να τον τραυμάτισαν άσχημα. Για να πιουν το αίμα του. Το αίμα του!
Ο Κάρτερ βρόντηξε την πόρτα στους μεντεσέδες. Ο ήχος έσπασε τη σιωπή που επικρατούσε.
«Βγείτε από τις κρυψώνες σας, π’ ανάθεμά σας» είπε. Και μετά, πιο δυνατά: «Με ακούτε, καθίκια; Βγείτε απ’ όπου κι αν κρύβεστε!»
Μάλλον δεν θα καταλάβαιναν τι φώναζε, όμως ήξερε ότι ο σκοπός του θα επιτυγχανόταν ούτως ή άλλως. Το «θήραμά» τους ανακοίνωνε την θέση που βρισκόταν. Σίγουρα, θα ήταν δελεαστικό για αυτούς να του επιτεθούν.

Ο Κάρτερ περπάτησε ως το επόμενο δωμάτιο, και συνέχισε ως το άλλο, και στο τρίτο που βρήκε… Δε σταμάτησε, παρά μόνο όταν έφτασε σε ένα από τους μεγαλύτερους χώρους του υπογείου.
Σε ένα κελάρι. Όπου είδε πεταμένα τα ρούχα από τα οποία πρέπει να προέρχονταν το κουμπί και η ζώνη. Έμοιαζαν με αυτά που φορούσε ο Φάμπιαν εκείνη τη μοιραία νύχτα.
Ο Κάρτερ ένιωσε την καρδιά του να χάνει μερικούς χτύπους. Πού είναι ο αδερφός μου; αναρωτήθηκε ξανά.
Αλλά παραμέρισε την αγωνία του.
Γιατί σε εκείνο το κελάρι υπήρχαν φέρετρα. Και κόκαλα από σκελετούς ανθρώπων στοιβαγμένα σε μια μεριά.
Και ανάμεσα σε όλα αυτά έστεκε μία γυναίκα. Κάτω από το μαύρο ρούχο της το κορμί ήταν κάτισχνο. Σάλια έτρεχαν από το στόμα της. Μέρος των μαλλιών της έπεφτε μπροστά, αλλά τα σκοτεινά μάτια της φαίνονταν ολοκάθαρα. Κοιτούσε τον Κάρτερ.
Εκείνος άφησε κάτω το φανάρι.
Εκείνη γρύλισε, δείχνοντάς του τα θανατηφόρα δόντια της.
Εκείνος έβγαλε από την θήκη το σπαθί του Φάμπιαν.
Εκείνη άνοιξε τις γροθιές της. Τα νύχια της βγήκαν από το δέρμα της και αίματα λέκιασαν το δάπεδο.

Ο Κάρτερ δεν τη ρώτησε τίποτα. Ήταν βέβαιος ότι αυτή η γυναίκα δεν ήταν από τους βρικόλακες που μιλούσαν, γιατί, αν ήταν, τώρα θα μιλούσε με τη γνωστή αυθάδεια που επιδείκνυαν αυτά τα τέρατα. Το μόνο που του έμενε να κάνει ήταν να τη σκοτώσει.

Αυτό ήθελε να του κάνει και η Έλενα. Να τον σκοτώσει και να πιει όλο του το αίμα. Είχε αγνοήσει τα λόγια του Νικολάι και της Ρεβέκκα, με το που είδε αυτόν, τον Αμερικάνο. Ήταν κρυμμένη μαζί με τους ανώτερους στην κλίνη της Κόμισσας, όταν είδε από το παράθυρο αυτόν και άλλον έναν τεράστιο άντρα να στέκονται στην αυλή και να μαλώνουν. Η Έλενα είχε παραφρονήσει και προσπάθησε να τους επιτεθεί, να κατέβει όλο τον τοίχο ως κάτω και να ριχτεί στον Αμερικάνο, αλλά ο Νικολάι την είχε συγκρατήσει. Εντέλει, όταν είδαν ότι κάποιοι από τους στρατιωτικούς έφυγαν προς την άλλη μεριά του κάστρου, οι βρικόλακες αποφάσισαν να χωριστούν, με την Έλενα και άλλους τρεις κατώτερους να περνάνε μέσα από ένα μυστικό πέρασμα που ελισσόταν ανάμεσα στους ορόφους και το υπόγειο. Δεν ήξερε τι θα έκαναν οι άλλοι, γιατί το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να πιει όλο το αίμα του φονιά του αδερφού της, του Βασίλι.

Και να μην τον έβλεπε, η Έλενα ήξερε ότι αυτός είχε σκοτώσει τον αδερφό της. Τον είχε αναγνωρίσει από τα ρούχα και τη μυρωδιά του σώματός του. Αν και είχε κάτι διαφορετικό την προηγούμενη φορά… Δεν ήταν σίγουρη, όμως θυμόταν πως τότε που συναντήθηκαν για πρώτη φορά αυτός ήταν σαν… σαν να ήταν κάποιος άλλος.
Παραλίγο να του ριχτεί νωρίτερα, όταν ακόμα περνούσαν από δωμάτιο σε δωμάτιο, όμως προτίμησε να πάει με τους άλλους στο υπόγειο, που ήταν πιο στενοί οι χώροι και όπου είχαν συνηθίσει να τρώνε τα θηράματά τους και να αναπαύονται κατά τη διάρκεια της ημέρας. Εκεί θα τον αποτελείωνε. Εκεί όπου είχαν πάει και τον αδερφό του όταν τον πήρε μαζί της η Ρεβέκκα.

Όταν κατάλαβε ότι ο Αμερικάνος είχε κατέβει μόνος ως το υπόγειο, η Έλενα θύμωσε. Οι άλλοι βρικόλακες θα ήθελαν κι αυτοί να τραφούν από το θύμα της, αλλά εκείνη το ήθελε όλο δικό της. Θα έπρεπε να τους διώξει, όταν θα τον σκότωναν.
Ο πιστολέρο έκανε να σηκώσει το χέρι με το πιστόλι, αλλά εκείνη τη στιγμή κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνοι. Αφού στεκόταν στην είσοδο, γύρισε το κεφάλι για μια στιγμή. Είδε από το βάθος του διαδρόμου να ξεπροβάλλουν από το σκοτάδι χλομές φιγούρες ντυμένες στα μαύρα. Μέτρησε τρεις από δαύτους. Κατώτερους, αν καταλάβαινε σωστά, μιας και ούτε αυτοί έβγαζαν μιλιά.
Πάνε να με περικυκλώσουν, σκέφτηκε. Αλλά πρώτα θα έπρεπε να είχαν περιμένει να επιτεθώ σε τούτη που είναι μόνη της και μετά να μου ρίχνονταν.
Αν ήθελε, μπορούσε να στραφεί από την άλλη μεριά του διαδρόμου και να τρέξει, μέχρι να βρει τα σκαλοπάτια που είχε κατέβει και να επιστρέψει στο ισόγειο, και ίσως να συνέχιζε το τρέξιμο, ώσπου να βγει έξω από το κάστρο.
Φυσικά, δεν είχε σκοπό να κάνει τίποτα τέτοιο. Είχε έρθει εδώ για μια δουλειά, για να εκπληρώσει μια βαρυσήμαντη υπόσχεση, και θα το έκανε ή θα πέθαινε προσπαθώντας το.
Ο Κάρτερ ατένισε ξανά την γυναίκα που στεκόταν ανάμεσα στα φέρετρα. Δεν είχε κουνηθεί από την θέση της. Αλλά ανοιγόκλεινε τα δάχτυλά της και μόρφαζε, σαν άγρια γάτα του βουνού όταν κάποιος έχει εισβάλλει στην περιοχή της.

Εκείνος έσκυψε, πήρε το φανάρι και προχώρησε μέσα στο κελάρι. Έκλεισε πίσω του την πόρτα και άφησε την μικρή πηγή φωτός παράμερα. Ύστερα, κοίταξε την γυναίκα. Του φάνηκε γνωστή η φυσιογνωμία της. Χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα, αλλά τελικά βρήκε την ανάμνησή της. «Σε θυμάμαι εσένα» της είπε. «Ήσουν μαζί με άλλους, όταν μας επιτεθήκατε στο σπίτι». Ο Κάρτερ την σημάδεψε με το πιστόλι. «Τότε που πήρατε τον αδερφό μου, αναθεματισμένα τέρατα».
Η Έλενα ούρλιαξε.
Και του επιτέθηκε.
Ο πιστολέρο άλλαξε τακτική: κατέβασε το πιστόλι και σήκωσε το σπαθί.
Η Έλενα το απέφυγε, αλλά εκείνος την κλότσησε στην κοιλιά με το τακούνι της μπότας του, αναγκάζοντάς τη να διπλωθεί και να γρυλίσει.
Ο Κάρτερ χάραξε με το σπαθί ξανά.
Πέτυχε την γυναίκα, όμως όχι στον λαιμό. Η λεπίδα άνοιξε μια πληγή κατά μήκος του στήθους της. Αίμα ανάβλυσε από εκεί.

Ο Κάρτερ δεν θα την περίμενε να σηκωθεί. Αμέσως, επανέφερε το σπαθί, με την αιχμή του να στοχεύει στην αριστερή πλευρά του κορμού της.
Όμως, η πόρτα του κελαριού άνοιξε και το σχέδιό του του το χάλασαν οι άλλοι βρικόλακες που μπήκαν.
Ο Κάρτερ κρατούσε το σπαθί με το δεξί χέρι και το πιστόλι με το αριστερό. Είδε τους άλλους να έρχονται προς το μέρος του, οπότε έστρεψε προς αυτούς το πιστόλι και πάτησε απανωτά τη σκανδάλη, μέχρι που δεν είχε άλλες σφαίρες.
Εκκωφαντικές κλαγγές γέμισαν το κελάρι για μερικές στιγμές, ώσπου έμεινε μόνο η ηχώ τους και τελικά μόνο ο καπνός του πιστολιού.
Τα βαμπίρ έπεσαν πίσω, ανάσκελα. Αλλά όχι για πολύ.

Ο Κάρτερ το ήξερε ότι οι σφαίρες δεν θα τα έβλαπταν όσο θα ήθελε, οπότε θηκάρωσε το υπηρεσιακό πιστόλι Γκάσερ του αδερφού του. Έβγαλε το ένα από τα άλλα πιστόλια που είχε μαζί του ο Φάμπιαν, ένα ΛεΜατ που είχε πάρει από τους μπράβους του Τζούρτζου. Ήθελε πάντα να έχει ένα πιστόλι στα χέρια του όταν είχε εχθρούς απέναντί του. Ειδικά στη μάχη με τα βαμπίρ, χρειαζόταν ένα πυροβόλο όπλο, για να τα καθυστερεί, μέχρι να τα αποτελειώσει.
Αλλά δεν πρόλαβε να πιάσει κανένα πιστόλι.
Γιατί η Έλενα ξεπέρασε τους πόνους από το τραύμα που της είχε προκαλέσει και του επιτέθηκε. Με τη σφοδρότητα που ρίχτηκε πάνω του, τον άρπαξε από τον γιακά του δερμάτινου πανωφοριού του, τον έσπρωξε και τον κόλλησε στον τοίχο. Αν και πολύ κοντύτερη και πιο αδύνατη από εκείνον, μπόρεσε να τον σηκώσει από το έδαφος για μια στιγμή, και θα τον έσπρωχνε όσο ήθελε, αν δε βρισκόταν ένα συμπαγές εμπόδιο να τους σταματήσει.
Ο Κάρτερ έβγαλε ένα αγκομαχητό από το χτύπημα που ένιωσε στην πλάτη του.
«Να πάρει!» ξεφώνισε.
Είδε το σαρδόνιο χαμόγελο της άλλης. Είδε τα σκυλόδοντά της να ξεπροβάλλουν και να στοχεύουν τον λαιμό του.
Ταυτόχρονα, κατάλαβε ότι οι άλλοι τρεις κατώτεροι σηκώνονταν, για να του επιτεθούν κι αυτοί.
Δεν μπορώ να τους αντιμετωπίσω όλους μαζί, σκέφτηκε, νιώθοντας την καρδιά του να χτυπάει δυνατά. Χρειάζομαι βοήθεια.

Οι τρεις βρικόλακες στάθηκαν πίσω και δίπλα από την Έλενα. Δύο από αυτούς άπλωσαν τα χέρια με τα γαμψά νύχια τους προς τον πιστολέρο, σαν να ένιωθαν ότι είχε παραδοθεί στις ορέξεις τους.
Ο Κάρτερ έκλεισε τα μάτια.
Mitákuye Oyás’iŋ, θυμήθηκε ξανά τα λόγια που του είχε πει κάποτε σε ένα στοιχειωμένο σπίτι της Silent Desert η Βικτώρια Ο’ Κόνορ, η μητέρα της νεαρής Λία. Όλα σχετίζονται, κύριε Κάρτερ. Φύση και ψυχή. Θεοί και δαίμονες. Άνθρωποι και ζώα. Οράματα και αλήθειες. Ζωή και θάνατος.
Επίσης, Wačhékiya. Ζήτα βοήθεια. Από όποιον και όπου πιστεύεις, κύριε Κάρτερ.
Ο Κάρτερ αυτό έκανε. Επικαλέστηκε την ανώτερη δύναμη που είχε μάθει να υπηρετεί.

Τότε κάτι εισήλθε στον βρόμικο υπόγειο χώρο που οι βρικόλακες χρησιμοποιούσαν για να αναπαυθούν και για να τραφούν, ήρθε κάνοντας το χρόνο να πεθάνει για μια στιγμή και τα κόκαλα των νεκρών θυμάτων να τρίξουν, πέρασε ανάμεσα από τα τέρατα, τα οποία είδαν την αέρινη μορφή ντυμένη πανομοιότυπα με αυτόν που ετοιμάζονταν να σκοτώσουν, και χάθηκε μέσα στον πιστολέρο, γεμίζοντας το σαρκίο του με δύναμη που ξεπερνούσε την ανθρώπινη αντίληψη• όπως ο αδερφός της πριν από μερικές νύχτες, έτσι και τώρα η Έλενα ήταν η μοναδική που κατάλαβε ότι το φάντασμα και ο θνητός ενώθηκαν, κάτι που ενδόμυχα ήξερε πού θα οδηγούσε, αλλά παραμέρισε τη σκέψη, γιατί, όταν ο άλλος άνοιξε τα μάτια, είδε μέσα τους να υπάρχει παντοδυναμία που ούτε καν η αγαπημένη Κόμισσα δεν είχε, αλλά αυτό που την ένοιαζε ήταν πως είχε ξανά απέναντί της Εκείνον που είχε σκοτώσει τον αδερφό της, οπότε τώρα εκείνη θα είχε την ευκαιρία να εκδικηθεί για τον Βασίλι• οι άλλοι βρικόλακες είχαν δει κι αυτοί το φάντασμα και πλέον έβλεπαν πως ο άνθρωπος που ήθελαν να πιουν το αίμα του είχε γίνει κάτι άλλο, κάτι που τους προκάλεσε ανατριχίλα και τους έκανε να πάρουν από κοντά του τα χέρια τους και να οπισθοχωρήσουν μερικά βήματα, ώσπου ο πρώτος από αυτούς γύρισε προς την πόρτα και έσπευσε να φύγει μακριά, με τους άλλους δύο να τον ακολουθούν κατά πόδας• και τότε ο θρυλικός πιστολέρο χαμογέλασε στην Έλενα και, ενώ εκείνη έσπρωχνε το κεφάλι της προς τον λαιμό του, αυτός άφησε το πιστόλι ΛεΜατ και έβγαλε το εξάσφαιρο που κουβαλούσε κάθε ομοσπονδιακός πιστολέρο, και το έχωσε στο στόμα του βαμπίρ, διαλύοντάς του τους αφύσικα μακριούς κυνόδοντες και σταματώντας την επίθεση• κι η Έλενα γούρλωσε τα κατάμαυρα μάτια της, καταλαβαίνοντας ότι η οργή της για τον χαμό του αδερφού της θα οδηγούσε και στην άβυσσο τη δική της βαμπιρίσια ζωή• κι ο θρυλικός πιστολέρο έμπηξε το σπαθί στην καρδιά της Έλενα και το έστριψε, αλλά δεν την πυροβόλησε, γιατί δεν θα σπαταλούσε μια σφαίρα ή περισσότερες, ενώ η δουλειά του θα ολοκληρωνόταν έτσι κι αλλιώς με την λεπίδα, οπότε έσπρωξε το βαμπίρ, που γονάτισε στο πετρώδες έδαφος και έμεινε να κοιτάζει τον φονιά του, μέχρι που αυτός αφαίρεσε το σπαθί από την πληγή και με μια απότομη πλάγια κίνηση το αποκεφάλισε.
Κι η Έλενα χάθηκε σε ένα μικρό σύννεφο σκόνης.
Ο θρυλικός πιστολέρο γύρισε προς την πόρτα και άφησε το χώρο, για να κυνηγήσει τα υπόλοιπα τέρατα. Δεν πήρε μαζί του το φανάρι, γιατί δεν υπήρχε σκοτάδι για αυτόν.

«Όχι, δεν μπορεί» ψέλλισε ο Χόπε. «Δεν… δεν έπρεπε να είσαι κι εσύ ένας από αυτούς».
Το βαμπίρ παρέμεινε χαμογελαστό. Είχε πει στον πεσμένο άντρα: Εσύ μάλλον είσαι κάποιος που ξέρει λίγα παραπάνω για εμάς. Αλλά όχι αρκετά παραπάνω… Πρέπει να μας ακολουθήσεις. Θα ήταν κρίμα να πεθάνεις σαν σκυλί εδώ έξω. Μπορείς να μας ακολουθήσεις και να γίνεις κι εσύ ένα ανώτερο ον που θα κυριαρχήσει στον κόσμο.
Ο βρικόλακας είχε μιλήσει στα αγγλικά, κι αυτός ήταν ένας ακόμη λόγος που ο Χόπε κατάλαβε ποιος είναι. Απ’ όσο ήξερε, ή απ’ όσα υπέθετε, τα βαμπίρ μιλούσαν την ντόπια διάλεκτο, μιας και τα ίδια και τα θύματα που άλλαζαν σε ομοίους τους, ήταν από την γύρω περιοχή. Μέχρι και οι στρατιωτικοί που προ ολίγου ήταν εναντίον των βρικολάκων, αλλά πλέον είχαν ενταχθεί στις τάξεις τους, ήταν ως επί το πλείστον Ούγγροι. Και ελάχιστοι από δαύτους θα μπορούσαν να μιλήσουν άλλη γλώσσα, πέραν της δικής τους.
Τούτος εδώ, όμως, που στεκόταν απειλητικά κοντά στον Χόπε φαινόταν πιο ύπουλος από τους άλλους, ανώτερός τους. Αυτός δεν ήθελε απλά να σκοτώσει και να τραφεί. Ήθελε να μυήσει τον Χόπε στη δαιμονική του φύση.
Σαν καλός κατάσκοπος, θα μπορούσε να πει κανείς.

Η καρδιά του Χόπε χτυπούσε απανωτά και πάλι. Η αγωνία του αυξανόταν, καθώς η προοπτική να γλιτώσει από τα δόντια του εν λόγω βαμπίρ φάνταζε πια ένα όνειρο μακρινό. Είχε μπλέξει άσχημα.

Βέβαια, οι πυροβολισμοί σαν να μειώνονταν, το οποίο, έτσι όπως το έβλεπε ο Χόπε, θα σήμαινε είτε ότι οι στρατιωτικοί νικούσαν, είτε πως αυτή την νύχτα τα τέρατα θα πετύχαιναν να καταστρέψουν ένα μεγάλο μέρος του στρατού της Αυστροουγγαρίας, έχοντας αποκτήσει δικούς τους νέους στρατιώτες-βαμπίρ.
Άρα, σκέφτηκε με τρόμο, είτε θα με σώσουν, είτε θα γίνω κι εγώ…
Όχι! Δεν θα γίνω βρικόλακας!
«Φοβάσαι, έτσι δεν είναι;» είπε ο βρικόλακας. «Δεν μπορείς να με δεις, αλλά εγώ σε βλέπω σαν να ήσουν περικυκλωμένος από εκατοντάδες αναμμένα κεριά. Χμμ…» έκανε στο τέλος. «Μιας που το ανέφερα, κρίμα δεν είναι να χρειάζεσαι τούτα εδώ» έσκυψε και έπιασε τα γυαλιά μυωπίας του Χόπε και τα κράτησε με το χέρι τεντωμένο προς τον Ολλανδό, «όταν μπορώ να σου προσφέρω τη δυνατότητα να έχεις πανίσχυρη όραση για πάντα; Τι λες γι’ αυτό;»
Ο Χόπε δεν απάντησε. Έριξε μια ματιά προς τα αριστερά, προς το υπόλοιπο δάσος. Προς τα φανάρια που φαίνονταν αχνά και τις κινούμενες σκιές που θα αμφέβαλλε ότι όντως τις έβλεπε, αν δεν άκουγε ενίοτε πυροβολισμούς από εκεί.
«Δεν θα προλάβουν να σε σώσουν» είπε ο βρικόλακας με χαιρεκακία. «Ούτε εσύ θα προλάβεις να με δεις να έρχομαι κατά πάνω σου… Αλήθεια, δεν μου είπες πώς σε λένε. Δεν ξέρω σε ποιον μιλάω, κι αυτό δεν μ’ αρέσει». Έκανε ένα βήμα προς τον Χόπε. «Ποιο είναι το όνομά σου, ξένε;»

Ο Ολλανδός στράφηκε απότομα προς το βαμπίρ. Πήρε βαθιές ανάσες, αλλά δεν μίλησε. Το μαχαίρι μου, σκέφτηκε. Έσφιξε τη γροθιά του: ευτυχώς, ήταν ακόμα στο χέρι του. Κι ο σταυρός; Έσφιξε την άλλη του γροθιά. Θορυβήθηκε από τη διαπίστωση: ο σταυρός δεν ήταν εκεί. Δεν τον κρατούσε. Του είχε πέσει και μες στο σκοτάδι δεν θα τον έβρισκε, όχι έγκαιρα. Κι αν δοκίμαζε να ψάξει, ο άλλος μάλλον θα του ριχνόταν αμέσως.
Πρέπει να τον καθυστερήσω. Να του μιλήσω, μήπως και συνεχίσει να λέει την θεωρία του. Είναι μεγάλος εγωιστής, θέλει να μιλάει.

«Συνεχίζεις να ελπίζεις, έτσι δεν είναι, άγνωστε φίλε μου;» είπε το βαμπίρ. Κι έκανε άλλο ένα βήμα –ο Χόπε ίσα που το πρόσεξε. «Πες μου το όνομά σου. Σε παρακαλώ. Ξέρω ότι με καταλαβαίνεις. Επίσης, ξέρω ότι δεν είσαι από τα μέρη μας. Δεν είσαι Ούγγρος ή Τρανσυλβανός. Πιο πολύ για Γερμανός ή Ελβετός, μου φαίνεσαι. Γάλλος… όχι, δεν έχεις την πομπώδη μεγαλομανία τους, ούτε τη σαχλή προφορά τους. Ίσως… Δανός; Σαν τον παραμυθά, τον Άντερσεν; Όχι; Ίσως…»
Ο βρικόλακας σταμάτησε.
Ο Χόπε δεν ήξερε τι συνέβαινε, αλλά δεν του άρεσε που ο άλλος είχε διακόψει τον ειρμό του. Μπορεί να έκανε τώρα την επίθεσή του.

«Δεν μπορεί» είπε ο βρικόλακας, σαν να ήθελε να παραστήσει τον Χόπε που είχε πει το ίδιο πράγμα λίγο νωρίτερα. Γιατί είχε μιλήσει με την προφορά ενός Ολλανδού. Έσφιξε τη γροθιά του και έσπασε τα γυαλιά του άλλου. «Είσαι Ολλανδός. Είσαι ένας αναθεματισμένος Ολλανδός! Σαν τον…» Σταμάτησε και κοίταξε τριγύρω του. Έπειτα, γύρισε και πάλι προς τον πεσμένο άντρα. «Ο Χόουνεχ! Πού είναι ο Χόουνεχ; Είναι κι αυτός εδώ. Πού κρύβεται, λοιπόν; Μίλα, άθλιο σκυλί! Μίλα, γιατί σου δίνω τον λόγο μου ότι θα υποφέρεις πριν ανασάνεις για τελευταία φορά». Έκανε κι άλλο βήμα, πλησιάζοντας τον Χόπε. «Μίλα, π’ ανάθεμά σε! Πού έχει πάει ο Χόουνεχ; Έχει έρθει, μαζί ήρθατε. Το ξέρω. Θυμάμαι. Έστειλα τον Βολφ και τον Ράινχελ να τον φέρουν. Τότε που ακόμα ήμουν ένα κατώτερο πλάσμα, γεμάτο φόβο και ανούσιες σκέψεις. Τους έστειλα να τον βρουν. Τον Ράινχελ και τον Βολφ, αυτούς τους μπάσταρδους…»
«Όχι!» ούρλιαξε κάποιος εκεί κοντά. Από τα αριστερά του βρικόλακα και του Χόπε. «Όχι! Όχι, όχι, όχι! Γιατί, που να πάρει; Γιατί;»

Ο Χόπε αναγνώρισε τη φωνή, κι ας μην μπορούσε να δει καλά αυτόν που φώναζε. Και τον λυπήθηκε.
«Τζόνας Ράινχελ» είπε ο βρικόλακας. «Επιλοχίας Τζόνας Ράινχελ, αποσπασμένος στον τοπικό σταθμό του Evidenzbureau της Βουδαπέστης. Ένας στρατιωτικός κατάσκοπος που ερευνά, παρακολουθεί, ανακρίνει και σκοτώνει εχθρούς της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας». Χαμογέλασε. «Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω, παλιέ μου φίλε και συνάδελφε!»

Ο Ράινχελ κρατούσε το σπαθί του, ενώ ο Άπροντ στεκόταν δίπλα του και έριχνε φως με το φανάρι. «Γιατί;» είπε ξανά με σπασμένη φωνή. «Γιατί έπρεπε να γίνεις κι εσύ βρικόλακας; Γιατί, Φάμπιαν;»
«Τι;» Ο Άπροντ γούρλωσε τα μάτια. «Θέλετε να πείτε ότι αυτό το τέρας… αυτός με τον μαύρο μανδύα… είναι ο ταγματάρχης Άσπελ;»
Ο Ράινχελ δεν απάντησε στον ανθυπασπιστή. Κοιτούσε τον άντρα με το χλομό δέρμα και τα αφύσικα μαύρα μάτια και τα γαμψά νύχια. Από την μια, είχε την παρόρμηση να τρέξει και να τον αγκαλιάσει τώρα που τον είχε βρει. Ήταν τόσο μεγάλη η αγωνία, τόσο αισιόδοξες οι σκέψεις να τον πάει πίσω στην οικογένειά του, τόσο κουραστικό όλο αυτό το ταξίδι και η προσπάθεια που είχε κάνει, που δεν έβλεπε την ώρα να νιώσει κοντά του τον αγαπημένο του φίλο και συνάδελφο.
Από την άλλη, όμως, ήξερε ότι έπρεπε να τον σκοτώσει. Γιατί δεν ήταν ο Φάμπιαν που είχε γνωρίσει παλιά. Ήταν ένα τέρας, ένας βρικόλακας.

Ο Ράινχελ σκέφτηκε: Μοιάζει στον άνθρωπο που ήξερα, και… Θεέ μου, η Έμιλυ… Η Ορέλια… Πώς θα το αντέξουν; Πώς θα μπορούσα να τους πω τι απέγινε ο Φάμπιαν; Ο σύζυγος, ο πατέρας; Κι ο Θίοντορ! Και… Χριστέ μου!
«Κύριε;» είπε ο Άπροντ στον Ράινχελ. «Τι κάνουμε τώρα;»
«Έλα, Τζόνας» είπε ο Φάμπιαν. (Ακόμα και η φωνή είναι η ίδια, σκέφτηκε ο Ράινχελ.) Γύρισε όλο του το σώμα προς αυτούς. Άνοιξε την αγκαλιά του. «Έλα να σμίξουμε όπως οφείλουν δύο παλιοί γνωστοί». Χαμογέλασε, δείχνοντας τα τεράστια δόντια του. «Έλα να σε καλωσορίσω όπως σου αξίζει για το μεγάλο ταξίδι που έκανες για να με βρεις. Οι κόποι σου πρέπει να αναγνωριστούν. Εγώ δεν είμαι σαν το καθίκι, τον Ορμπάν. Ξέρω να αποδίδω τιμές σε αυτούς που τις αξίζουν. Σου εγγυώμαι, φίλε μου, αυτό που έχω να σου προσφέρω είναι το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε να ζητήσει ποτέ κάποιος θνητός».
«Στα-σταμάτα» ψέλλισε ο Ράινχελ και έριξε το κεφάλι. Ξαφνικά, όλη η εξάντληση που συγκρατούσε αντικατοπτρίστηκε σε κάθε σπιθαμή του σώματός του. Ένιωθε ότι ήθελε να καθίσει, να ξαπλώσει. Να παραιτηθεί. Ό,τι έκαναν φάνταζε μάταιο πια. Οι ελπίδες τους είχαν θρυμματιστεί. Ο Φάμπιαν ήταν νεκρός. Χειρότερα: είναι ένας γαμημένος βρικόλακας! είπε μέσα του.
«Τι να σταματήσω, Τζόνας;»
Ο Ράινχελ δεν απάντησε. Το σπαθί του… γιατί να συνέχιζε να το κρατάει; Ήταν τόσο βαρύ…

«Κύριε; Κύριε;»
«Τζόνας; Τι θες να σταματήσω;»
Φωνές και ποδοβολητά που πλησίαζαν ακούστηκαν πίσω από τον Ράινχελ και τον Άπροντ.
Τα πυρομαχικά του. Το πιστόλι του. Τι τα χρειαζόταν πια;

Ο Ράινχελ εξοργίστηκε. Ο φίλος μου… Ο συνάδελφός μου… Χάθηκε. Χάθηκε! Χάθηκε, γαμώτο! Για πάντα!
«Κύριε!» φώναξε ο Άπροντ και έδωσε μια αγκωνιά στον Ράινχελ.
«Τζόνας, αγαπημένε μου…»
Ο Ράινχελ ξέσπασε: «Μην τολμήσεις να με αποκαλέσεις ξανά φίλο σου, μπάσταρδε! Δεν είμαι! Κυρίως, εσύ δεν είσαι πλέον αυτός που ήξερα! Είσαι ένας γαμημένος βρικόλακας! Ένα φρικιό!» Σήκωσε το σπαθί του προς το βαμπίρ. «Δεν είσαι ο Φάμπιαν. Είσαι ένας δαίμονας. Και σύντομα δεν θα είσαι τίποτα περισσότερο από σκόνη που θα τινάξω από το πανωφόρι μου». Ο Ράινχελ χαμογέλασε κι ήλπιζε ο άλλος να καταλάβει πόσο χαιρόταν με αυτά που έλεγε. «Θα γίνεις ό,τι και οι όμοιοί σου που περιλάβαμε πριν. Θα γίνεις κι εσύ ένα τίποτα. Αυτό σου αξίζει. Αυτό αξίζει σε όλους σας».

Ο βρικόλακας έπαψε να χαμογελάει. Σύριξε σα φίδι. «Θα πληρώσεις ακριβά τα λόγια σου, κουτάβι. Αυτό είσαι για εμένα, ένα κουτάβι. Ένα κουτάβι που θα του βγάλω τα σωθικά, για να τα φάνε τα όρνια, αφού πρώτα γευτώ όλο του το αίμα. Όλο σου το αίμα».
«Αλήθεια;»

Πίσω και δίπλα από τον Ράινχελ και τον Άπροντ ήρθαν οι φαντάροι που είχαν επιζήσει και σφάξει τους άλλους βρικόλακες. Ο μοίραρχος και ο Σέκερες στάθηκαν ακριβώς ανάμεσα στον επιλοχία και τον ανθυπασπιστή.
Ο βρικόλακας σύριξε ξανά. Με οργή. Αλλά δεν έκανε καμιά κίνηση εναντίον κανενός τους.
«Μου φαίνεται ότι φοβάσαι» είπε ο Ράινχελ. «Τι λες κι εσύ, Χενκ;»
Το βαμπίρ είδε τον Χόπε να σηκώνεται και να φοράει το δεύτερο ζευγάρι γυαλιών που είχε μαζί του. Παρατήρησε τον χλομό άντρα. «Ναι» είπε με ειρωνεία, καθώς πλέον ένιωθε ότι είχε μαζί του πάμπολλους συμπολεμιστές. «Ναι, θα έλεγα ότι τούτος εδώ φοβάται. Μπορεί να είσαι ανώτερος από τους άλλους, τους δύσμοιρους, που τους έκανες δικούς σου, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα καλό. Εκείνοι δεν καταλαβαίνουν… Συγνώμη, δεν καταλάβαιναν, ήθελα να πω. Όμως, εσύ ξέρεις τους κινδύνους που αντιμετωπίζεις. Κι αυτό είναι εις βάρος σου». Χαμογέλασε. «Έτσι δεν είναι;» ρώτησε υποκρινόμενος την προφορά του άλλου.

Ο Φάμπιαν γρύλισε προς όλους τους. Κοιτούσε μια τον Χόπε και μια τους στρατιωτικούς. Άκουσε τον μοίραρχο να δίνει παράγγελμα και είδε τους φαντάρους να υψώνουν τα όπλα. Τα έστρεψαν προς αυτόν.
«Με το σύνθημά σας» είπε ο μοίραρχος στον Ράινχελ.
Αυτός ετοιμάστηκε να μιλήσει, αλλά τότε άκουσε κάτι να τρέχει. Να έρχεται προς το μέρος τους, να τους πλησιάζει. Ερχόταν από τον κεντρικό δρόμο του Μπρασώφ και του Μπραν. Από τα νώτα τους. Ερχόταν και έβγαζε ένα παρατεταμένο ουρλιαχτό που συντάραξε το στράτευμα. Ήταν σαν ένας αγγελιαφόρος να προηγούνταν και να ανήγγειλε την άφιξη του δικού του πολυάριθμου στρατού.
Τους πλησίαζε.
Και ούρλιαζε.
«Ένας λύκος;» αναρωτήθηκε φωναχτά ο Άπροντ. «Ή περισσότεροι;» Γύρισε και κοίταξε τον Ράινχελ.
Ή χειρότερα, σκέφτηκε ο Χόπε. Από το μυαλό του, πέρασε η ιδέα ότι οι βρικόλακες μπορούσαν να μεταμορφώνονται σε ζώα, νυχτερίδες ή λύκους. Μπορεί να είχε μείνει κάποιος ανώτερος βρικόλακας πιο πίσω από τους υπόλοιπους που είχαν ριχτεί στους Ούγγρους στο Μπραν και έπειτα εδώ, στο κάστρο. Κάποιος σαν τον Φάμπιαν.
Ένας κεραυνός έπεσε, αναγγέλλοντας την επικείμενη μπόρα.
Το ουρλιαχτό δυνάμωσε κι άλλο.

Ο Ράινχελ είπε «Μοίραρχε, πες στους άντρες να ελέγχουν προς κάθε κατεύθυνση. Δέκα από αυτούς να στραφούν προς τα πίσω, προς το μονοπάτι και το κάστρο». Αντάλλαξε μια ματιά με τον Χόπε. «Κάτι έρχεται και είναι πολύ τσαντισμένο».

Ο μοίραρχος έδωσε το παράγγελμα και μια ομάδα στρατιωτών από όλη την παράταξη γύρισε από την άλλη μεριά, με τα όπλα έτοιμα. Οι υπόλοιποι άντρες παρέμειναν σε επιφυλακή.

Το ουρλιαχτό ακουγόταν ακόμα. Αλλά πλέον, ακούγονταν και τα απανωτά βήματα που έσκιζαν το χώμα.
«Έτοιμοι. Με το σύνθημά μου» είπε ο μοίραρχος.

Μια φιγούρα εμφανίστηκε ανάμεσα στα σκοτεινά δέντρα. Μια τετράποδη σκιά. Που έτρεχε γρήγορα. Προς αυτούς.
«Έτοιμοι».
Τότε ο Φάμπιαν γέλασε δυνατά. Στα αυτιά των άλλων φάνηκε σαν να έκρωξαν πολλά κοράκια μαζί.
Ο Ράινχελ γύρισε και τον κοίταξε με μίσος. «Τι βρίσκεις αστείο;» ρώτησε.
«Δεν έχετε ιδέα τι ήρθε στο Μπραν. Ή μάλλον, ποια ήρθε στο Μπραν. Επέστρεψε στο κάστρο της».
Η σκιά σταμάτησε λίγο πριν πέσει πάνω στην μεγάλη γραμμή των στρατιωτών.
Το γρύλισμα του λύκου ήταν εκκωφαντικό.
Κι άλλος κεραυνός συντάραξε τους άντρες. Πολύ πιο δυνατός από τους προηγούμενους. Και το φως του κράτησε αρκετά δευτερόλεπτα.

Κι έτσι όλοι οι στρατιωτικοί είχαν την ευκαιρία να τη δουν να στέκεται μπροστά τους. Τη μια στιγμή ήταν λύκος και την επόμενη ήταν γυναίκα με μαύρα μαλλιά και μακρύ φόρεμα. Έμοιαζε πιο ψηλή απ’ όλους τους. Είχε χλομό πρόσωπο και κατακόκκινα χείλη. Ήταν πανέμορφη. Αλλά χαμογελούσε σαρδόνια προς αυτούς. Σαν να ήξερε. Σαν να τους είχε ήδη σφάξει.
Ο Χόπε κοίταξε τον Ράινχελ. Και οι δύο είχαν γουρλωμένα μάτια.
Η Κόμισσα Ροντίκα Ντραγκίτσι έστεκε απέναντί τους.
«Είστε νεκροί» είπε ο Φάμπιαν. «Και δεν το έχετε καταλάβει».

Ο Νικολάι γέλασε και αίμα έσταξε από το στόμα του. Οι κάποτε πανίσχυροι κυνόδοντές του είχαν εξαφανιστεί, καθώς ο Μπόντεμαν του τους έσπασε με τη λαβή του κατάνα. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του, όσο μπορούσε, με το δέρμα του προσώπου του να έχει μπλαβιάσει από τις γροθιές του φίλου του Μαρτίν και του Άπροντ.
Είπε κάτι στην μητρική γλώσσα του.

Ο Άπροντ δεν μπήκε καν στον κόπο να μεταφράσει. Τα λόγια αυτά τα είχε πει άλλες τρεις φορές ως τώρα, έχοντας λίγα παραπάνω δόντια από όσα του είχαν αφήσει. «“Είστε νεκροί”» είπε «“και δεν το ξέρετε. Κι αν νομίζετε ότι θα σας βοηθήσω εγώ, κοροϊδεύετε τον εαυτό σας”».
«Δε βγαίνει τίποτα, κύριε» είπε ο Άπροντ, καθώς σκούπιζε το μέτωπό του από τον ιδρώτα του. Έσφιξε και ξέσφιξε τις γροθιές του, που πονούσαν από τα χτυπήματα που είχε ρίξει στο βαμπίρ. Χτυπήματα που είχε μετανιώσει, όχι τόσο λόγω πόνου, παρά από το ότι είχε αναγκαστεί να ακουμπήσει το κρύο, αναιμικό δέρμα του τέρατος, κάτι που του χειροτέρευε τον αποτροπιασμό του. Η εναλλακτική, όμως, ήταν να κρατήσει αυτός τον βρικόλακα, όσο ο Μαρτίν και ο φίλος του θα τον περιλάβαιναν, μια αρμοδιότητα που ήταν πολύ πιο δύσκολη. «Δεν θα κάνει πίσω, δεν θα μιλήσει».
«Νομίζω ότι ο ανθυπασπιστής έχει δίκιο, Μαρτίν» σχολίασε ο Μπόντεμαν. Είχε αρχίσει κι αυτός να κουράζεται, αλλά, σε αντίθεση με τον Άπροντ, μπορούσε να συνεχίσει να κοπανάει τον Νικολάι μέχρι να του κάνει το πρόσωπο αγνώριστο. «Χάνουμε τον καιρό μας με δαύτον. Και ποιος ξέρει τι γίνεται εκεί έξω. Καλύτερα να τον αποτελειώσουμε τώρα και να προχωρήσουμε. Αν ο Φάμπιαν είναι μέσα στο κάστρο, θα τον βρούμε. Ή εμείς ή ο Κάρτερ. Όμως, πρέπει να προχωρήσουμε».

Ο Μαρτίν δεν απάντησε. Η ανάκριση δεν πήγαινε όπως θα ήθελε. Ο βρικόλακας αποδεικνυόταν πολύ δυνατός αντίπαλος, που δεν λύγιζε ό,τι κι αν του έκαναν. Εκτός από τις γροθιές, τον είχαν μαχαιρώσει στον θώρακα -αποφεύγοντας την καρδιά- και στα πόδια. Έχανε πολύ αίμα, κι αυτό το καταλάβαινε πιο πολύ ο ίδιος ο Μαρτίν, αφού η αντίσταση του άλλου μειωνόταν συνεχώς. Πλέον, δε χρειαζόταν καν να βάζει πολλή δύναμη, για να τον κρατάει. Κι όμως, δεν μιλούσε, δεν τους έλεγε όσα ξέρει και όσα απαιτούσαν να τους πει. Γελούσε εις βάρος τους και τους απειλούσε, και πάλι χωρίς να αποκαλύπτει κάτι συγκεκριμένο, όπως το πόσοι άλλοι βρικόλακες υπήρχαν στο κάστρο ή πού κρύβονταν ή αν υπήρχαν τίποτα παγίδες στον επόμενο όροφο.
Χάνουμε χρόνο, σκέφτηκε ο Μαρτίν.
Πρέπει να προχωρήσουμε.
Αλλά να πάμε πού; Και τι θα βρούμε;
Έξω γίνεται μάχη. Ο Χενκ, ο μοίραρχος, ο δεκανέας, ο Ράινχελ, οι φαντάροι… όλοι αυτοί μας χρειάζονται. Ή θα τα καταφέρουν δίχως εμάς;

Ο Μαρτίν προσπάθησε να ακούσει τι γινόταν έξω από το κάστρο. Απ’ όσο μπορούσε να καταλάβει, δεν έπεφταν κανονιοβολισμοί. Αν, όμως, ίσχυαν όσα τους είχε πει ο Ράινχελ, τότε σχεδόν σίγουρα έριχναν με τα Μάνλιντσερ και πολεμούσαν με τα σπαθιά τους. Ποιους, άραγε; Βρικόλακες, προφανώς. Που είχαν διαφύγει από το κάστρο; Μέσα από κάποιο μυστικό πέρασμα ή απλά πετώντας από τα παράθυρα κάποιου άλλου ορόφου;

Κανονιοβολισμοί… Αυτό κι αν ήταν παράξενο. Ποιος θα χρησιμοποιούσε τα κανόνια; Οι στρατιώτες που είχαν μείνει να προστατεύουν το Μπραν; Αποκλείεται, είχαν άλλες εντολές. Να είχε διατάξει ο μοίραρχος να τα φέρουν; Ούτε αυτό ήταν πιθανό: πότε είχαν προλάβει να τα σύρουν ως το κάστρο; Και γιατί να το έκαναν, από τη στιγμή που ο μοίραρχος είχε συμφωνήσει να ακολουθήσουν το σχέδιο του Μαρτίν, ήτοι να μη ρίξουν το κάστρο με τα κανόνια, προτού περάσει η μιάμιση ώρα –κι αυτό δεν είχε συμβεί όταν το έδαφος δονήθηκε για πρώτη φορά.

Ο Μαρτίν άκουσε τον βρικόλακα να γελάει πιο δυνατά. Ένιωσε το άψυχο, καχεκτικό σώμα του να τραντάζεται, σαν να κρύωνε. Κάτι είπε ψευδίζοντας στα ρουμάνικα.
Ο Άπροντ μετέφρασε «“Δε φαντάζεστε πού έχετε μπλέξει. Το αδύναμο μυαλό σας δεν είναι ικανό να συνειδητοποιήσει το μεγαλείο της Αφέντρας μας”». Ανασήκωσε τους ώμους. «Αυτό νομίζω ότι είπε, δηλαδή. Δεν είμαι σίγουρος για κάποιες λέξεις».

Ο Μπόντεμαν έβρισε τον Νικολάι. Τίναξε το σπαθί του προς τα πάνω, έτοιμος να το κατεβάσει. Ο βρικόλακας ανοιγόκλεισε τα μάτια ξανά, αλλά χωρίς να σταματήσει να χαμογελάει. Έπειτα, ο Μπόντεμαν άφησε το χέρι του να πέσει χαλαρά πλάι στο σώμα του, δίχως να τραυματίσει το βαμπίρ, και απευθύνθηκε στον Μαρτίν. «Θα καθόμαστε να ακούμε τις μαλακίες του; Δεν θα μας πει τίποτα. Είναι ανώφελο, Μαρτίν!»
Δε φανταζόμαστε πού έχουμε μπλέξει, ε; αναρωτήθηκε ο Μαρτίν. Κι αν ήδη ξέρω πού έχουμε μπλέξει; Κι αν ήδη ξέρω, ή έστω υποπτεύομαι, τι μας περιμένει; Ή μάλλον, ποιος μας περιμένει;
Ένιωσε την καρδιά του να τρέμει, αφού η τρομακτική σκέψη που έκανε καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού ως το Μπραν είχε επανέλθει στο μυαλό του.

Ο Νικολάι είπε κάτι ακόμα.
«“Η έκπληξη που σας περιμένει θα είναι καταδικαστική για εσάς”». Ο Άπροντ χτύπησε ξανά τον βρικόλακα. Κοίταξε τους άλλους. «Μας έβρισε, στο τέλος».
«Αλήθεια;» ρώτησε ο Μπόντεμαν. Και πριν ο Μαρτίν το καταλάβει, χαράκωσε το αριστερό μάγουλο του βρικόλακα, ο οποίος σύριξε και προσπάθησε μάταια να διαφύγει. «Πολλά έχουμε ανεχτεί από αυτόν τον μαλάκα» τόνισε ο Μπόντεμαν, καθαρίζοντας τη λεπίδα στον μανδύα του βαμπίρ. «Και χωρίς να μας πει τίποτα σημαντικό».
«Είπε το όνομά του».
«Αυτό λέω κι εγώ, Άπροντ. Δεν μας είπε τίποτα σημαντικό. Δεν μας ενδιαφέρει καθόλου ποιο είναι το όνομά του».
Ο Άπροντ δεν απάντησε.
«Γιούρις. Τσανάντ» είπε ο Μαρτίν. «Έχω μια ιδέα».
Ο Μπόντεμαν παρατήρησε τον φίλο του. «Για το καλό σου, Μαρτίν, ελπίζω να αξίζει».
«Πιστεύω ότι θα μας γλιτώσει χρόνο».
Τους είπε τι είχε σκεφτεί.
Περίμενε να το συνειδητοποιήσουν.
Και έπειτα, και οι τρεις μαζί οδήγησαν τον βρικόλακα στο παράθυρο και τον πέταξαν έξω.
Αυτός μεταμορφώθηκε σε νυχτερίδα και πέταξε ψηλά, προς ένα παράθυρο του επόμενου ορόφου.
Οι τρεις άντρες είδαν τον προορισμό του.
«Όπως το περίμενα. Πήγε να βρει τους ομοίους του. Για να του συμπαρασταθούν και να τον προστατεύσουν». είπε ο Μαρτίν και κοίταξε τους άλλους. «Εκεί θα πάμε κι εμείς, λοιπόν».

Ο Ράινχελ μόρφασε από αγανάκτηση. Είπε στον Φάμπιαν «Πριν πεθάνω, θα σε πάρω μαζί μου, κάθαρμα». Κι έπειτα, είπε στον μοίραρχο «Σκοτώστε την. Μαχαιρώστε την στην καρδιά και αποκεφαλίστε την. Τούτος εδώ» έδειξε τον Φάμπιαν «είναι δικός μου».
Ο μοίραρχος χρειάστηκε να του το επαναλάβει, καθότι έτρεμε. «Ε-εντάξει. Εντάξει, κύριε».
Η λάμψη από τον κεραυνό έσβησε και ο λύκος εμφανίστηκε ξανά.
Ο μοίραρχος έδωσε την εντολή στους στρατιώτες του.

Τον εξέπληξε η άμεση αντίδρασή τους τόσο πολύ, που πίστεψε πως, αν δεν τους είχε διατάξει, μάλλον θα είχαν αρχίσει οι ίδιοι την επίθεση. Αλλά θα έπρεπε να είχε καταλάβει. Οι στολές όλων είχαν αίματα, ενώ κάποιοι είχαν κόκκινες πιτσιλιές και στο πρόσωπο. Το βλέμμα τους ήταν σταθερό και πυρπολούσε ή τον ένα βρικόλακα ή τον άλλο. Όλοι τους είχαν έρθει αντιμέτωποι με τον τρόμο μιας αγέλης τεράτων. Τα είχαν σκοτώσει. Κι είχαν επιβιώσει. Έχοντας αναγκαστεί να δουν φίλους τους να κατακρεουργούνται και να ουρλιάζουν. Φυσικά και θα ήταν έτοιμοι να ξεκάνουν έναν ακόμα βρικόλακα.

Ο Χόπε άκουσε τους πυροβολισμούς και είδε πως όλοι οι άντρες θα αντιμετώπιζαν την Κόμισσα. Αναθεμάτισε. Γιατί ήξερε ότι η ελπίδα να τα καταφέρουν ήταν θολή, σαν την όρασή ενός τυφλού ανθρώπου.

Όλοι πήγαιναν για να σκοτώσουν την λύκαινα. Όλοι εκτός του Ράινχελ. Αυτός είχε παραμείνει να κοιτάζει τον πρώην φίλο του, τον Άσπελ. Πρόσεξε το μοχθηρό βλέμμα του επιλοχία. Κι απ’ ό,τι φαίνεται, το είχε προσέξει και το βαμπίρ, γιατί, καθώς ο Ράινχελ ορμούσε με το σπαθί υψωμένο, το τέρας καμπούριασε το σώμα του, για να επιτεθεί κι αυτό.
Ο Χόπε υπέθεσε ότι ο Ράινχελ είχε κυριευτεί από μίσος για το ότι ο φίλος του είχε χαθεί δια παντός και την θέση του πήρε ένα θηρίο της Κόλασης. Ήθελε να σώσει την ανθρώπινη ψυχή που ίσως απέμενε θαμμένη κάπου μέσα στον βρικόλακα, αλλά η οργή δεν ήταν ο καταλληλότερος σύμμαχος σε μια τέτοια μονομαχία. Ο Φάμπιαν, απ’ ό,τι φαινόταν από τα όσα είχε κάνει στους άντρες που απέμειναν στο Μπραν, αλλά και μετέπειτα το πώς είχε χρησιμοποιήσει τα κανόνια και όσους είχε αλλάξει σε βαμπίρ, παρότι πέθανε και αναστήθηκε, δεν είχε ξεχάσει όσα έμαθε κάποτε. Παρέμενε ένας ικανός κατάσκοπος και στρατιώτης. Άρα, θα θυμόταν πώς να διαχειριστεί έναν ένοπλο. Και τώρα, όχι απλά είχε την νεκροζώντανη φύση του που του παρείχε δυνάμεις μεγαλύτερες από ενός θνητού, αλλά είχε αναθαρρήσει κιόλας με την άφιξη της Κόμισσας.
Αν τον αντιμετωπίσει μόνος, σκέφτηκε ο Χόπε, ο Τζόνας είναι νεκρός. Να πάρει!

Ένιωθε να αγχώνεται ξανά. Αλλά δεν μπορούσε να βγάλει το φλασκί και να πιει κι άλλο κρασί, ούτε να καπνίσει. Έπρεπε να βιαστεί! Να δράσει!
«Έι!» φώναξε προς τον Φάμπιαν. Άρχισε να περπατάει προς το μέρος του, ενώ έβαζε το χέρι στην τσέπη και έβγαζε το πιστόλι του.
Ο Φάμπιαν κοίταξε μια αυτόν και μια τον μαινόμενο Ράινχελ. Τον πλησίαζαν αμφότεροι, αλλά αυτός δεν οπισθοχωρούσε. Αντίθετα, σήκωσε τα χέρια του και τους έκανε νόημα να συνεχίσουν την πορεία τους. «Ελάτε» τους είπε, δείχνοντάς τους τα δόντια του. «Ελάτε να συναντήσετε την μοίρα σας, αθώα μου κουτάβια».
Οι μόνες απαντήσεις που έλαβε στις προκλήσεις του ήταν ένας πυροβολισμός και μια μαχαιριά.
Η σφαίρα του Χόπε τον πέτυχε στο κεφάλι, αναγκάζοντάς τον να οπισθοχωρήσει ένα βήμα.
Η σπαθιά του Ράινχελ τον βρήκε στον θώρακα, διαπερνώντας τον μανδύα και το δέρμα, πηγαίνοντάς τον ακόμα πιο πίσω.
Αλλά δεν τρύπησε την καρδιά.
Κι όχι μόνο αυτό, παρά το γεγονός ότι ο Ράινχελ το τράβηξε με δύναμη, το σπαθί δεν ξεκαρφώθηκε αμέσως, δίνοντας στον Φάμπιαν το χρόνο να επανέλθει.
Έφερε το κεφάλι μπροστά και χαμογέλασε στον Ράινχελ. «Σειρά μου» ψιθύρισε.

Ο Ράινχελ σήκωσε το χέρι με το υπηρεσιακό Γκάσερ, για να ρίξει στον βρικόλακα, όμως ο Φάμπιαν το χτύπησε και το όπλο έπεσε στο έδαφος. Πριν ξεπεράσει τον πόνο και ανασυνταχτεί ο Ράινχελ, ο άλλος τον έπιασε από τον λαιμό και τον πέταξε μακριά του, σαν να ήταν ένα αδύνατο γατάκι.
«Τζόνας!» φώναξε ο Χόπε, βλέποντας τον επιλοχία να προσγειώνεται με ένα δυνατό γδούπο. Τον άκουσε να βρίζει. Αλλά είναι καλά, είπε μέσα του και συνέχισε την επιδρομή του προς το βαμπίρ.
Όμως, την επόμενη στιγμή έριξε το ρυθμό του, έπαψε να τρέχει και απλά βάδιζε, νιώθοντας τον ιδρώτα να στάζει από τα μαλλιά του. Είχε δει ότι πλέον ο Φάμπιαν κρατούσε σπαθί, το σπαθί του Ράινχελ, το οποίο το αφαίρεσε από την αιμορροούσα πληγή του. Τώρα είναι και οπλισμένος! επανέλαβε στον εαυτό του. Αλλά δεν μπορώ να κάνω πίσω. Δεν…
Τότε το θάρρος του γονάτισε, καθώς άκουσε φριχτά ουρλιαχτά. Σταμάτησε και στράφηκε προς τον μοίραρχο και τους στρατιώτες. Ο Χόπε γούρλωσε τα μάτια και πάλι.
Είδε την λύκαινα να πέφτει πάνω στον ένα στρατιώτη μετά τον άλλο. Είδε σταγόνες αίματος να πετάγονται, καθώς και χέρια και πόδια να αποκολλώνται από τα σώματα. Είδε πυροβόλα να μπαίνουν σαν ασπίδες μπροστά από το θηρίο, αλλά να τσακίζονται όπως κατακρημνίζονταν στον θάνατο οι ένστολοι που τα κρατούσαν. Είδε νεαρά αγόρια που είχαν κληθεί να παλέψουν με φοβερά κτήνη να τρέχουν φοβισμένα μακριά, αλλά κάποια να μην καταφέρνουν να απομακρυνθούν έγκαιρα. Είδε άντρες να πυροβολούν κατά λάθος συναδέλφους τους, ενώ στόχευαν την λύκαινα, με την τελευταία να τους επιτίθεται λίγο μετά, να τους γρατσουνάει ή να τους δαγκώνει, μασώντας δέρμα, τένοντες, αρτηρίες και κόκαλα.
«Θεέ μου» ψέλλισε ο Χόπε.
«Θεά μου, εννοείς» είπε ο Φάμπιαν ήρεμα, σαν ιεραπόστολος. «Τη βλέπεις; Βλέπεις πόσο θεσπέσια αποδίδει το μεγαλειώδες έργο της; Βλέπεις ποιο είναι το μέλλον όσων είναι ανυπάκουοι στην θέλησή της; Αδυσώπητος θάνατος. Θέλεις να καταλήξεις σαν κι αυτούς, Χενκ;»
Ο Χόπε γύρισε προς τον Φάμπιαν. «Σίγουρα δεν θέλω να γίνω σαν εσένα» είπε. «Ένα άψυχο τέρας». Και του επιτέθηκε.

Η Ρεβέκκα πρώτα άκουσε την μικρόσωμη σκιά της νυχτερίδας να πέφτει σπασμωδικά πάνω στη τζαμαρία, διαλύοντας το ήδη ρημαγμένο από το χρόνο γυαλί. Προσγειώθηκε στο βρόμικο πέτρινο δάπεδο, όπου το χαλί ήταν σκισμένο και σκονισμένο. Εκείνη καθόταν στην καρέκλα που βρισκόταν στην κεφαλή της τραπεζαρίας, όπως συνήθιζε όταν μαζεύονταν εκεί όλοι οι ανώτεροι βρικόλακες για να συζητήσουν για το Μπραν ή για όποιο άλλο θέμα είχε προκύψει. Καθόταν, νιώθοντας ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά για αυτούς και πως οι θνητοί πετύχαιναν το σκοπό τους, εξαφανίζοντας τους υπηκόους της Κόμισσας έναν προς έναν.

Εκείνη δεν γύρισε να κοιτάξει. Κι ούτε προθυμοποιούταν να στραφεί, γιατί θεωρούσε ότι δεν υπήρχε λόγος. Αλλά άκουγε καθαρά ό,τι έκανε το ιπτάμενο τρωκτικό.
Ο Νικολάι πήρε την ανθρώπινη μορφή του, αλλά πιο αργά απ’ ό,τι συνήθως. Έμεινε για λίγο στο δάπεδο, μπρούμυτα, σαν να προτιμούσε να παραστήσει τον νεκρό από το να σηκωθεί και να αντιμετωπίσει τη Ρεβέκκα. Όταν σηκώθηκε, στάθηκε πίσω από εκείνη.

Έριξε μια ματιά στο χώρο γύρω του. Τα έπιπλα ήταν όπως τα είχαν αφήσει, βρόμικα και σαθρά. Καθόλου μεγαλόπρεπα, εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Δεν τον ενδιέφεραν τόσο πολύ εκείνα, παρά η πόρτα απέναντί του. Ήταν κλειστή, όμως ήξερε ότι δεν ήταν κλειδωμένη. Κάποτε υπήρχε κλειδί για κάθε πόρτα, αλλά με τα χρόνια να περνούν και δίχως απειλές, χάθηκαν ή παρατήθηκαν κάπου και κανείς δεν θυμόταν πού ήταν αφημένα. Οπότε οι πόρτες είχαν μείνει κλειδωμένες ή ξεκλείδωτες, και αυτό δεν είχε απασχολήσει ποτέ ιδιαίτερα τους βρικόλακες. Μέχρι σήμερα. Ο Νικολάι είπε ψευδά «Θα έπρεπε να έχουμε κλειδώσει».
«Δεν υπάρχει κανένας λόγος να λες τέτοια πράγματα, Νικολάι» του αντιγύρισε η Ρεβέκκα. «Μην εξευτελίζεις τον εαυτό σου περισσότερο απ’ όσο ήδη έχεις πετύχει όντας άντρας που κάποτε λιγουρευόταν αθώα κορίτσια».
«Ακόμα και τώρα μιλάς για αυτές τις ανοησίες;»
Η Ρεβέκκα δεν απάντησε, αλλά χασκογέλασε.

Ο Νικολάι περίμενε μήπως η άλλη γυρνούσε, κι όταν συνειδητοποίησε ότι αυτό δεν θα συνέβαινε, τη ρώτησε «Τώρα δεν θες ούτε να με δεις;»
«Αν ήταν στη δική μου κρίση, εσύ και ο Βασίλι δεν θα ήσαστε ποτέ ανάμεσα σε εμένα και την εκλεκτή μου Κόμισσα» του απάντησε. «Αλλά εκείνη αποφάσισε διαφορετικά, κι εγώ δεν θα μπορούσα να της εναντιωθώ».
Τώρα ήταν ο Νικολάι που δεν απάντησε. Προχώρησε με βαριά βήματα, αφήνοντας μερικές κηλίδες αίμα να πέσουν στο πάτωμα. Πέρασε δίπλα από τη Ρεβέκκα, βρήκε μια καρέκλα, την απομάκρυνε λίγο από το τραπέζι και έπεσε βαρύς στο κάθισμα, που έτριξε, αλλά δε διαλύθηκε.

Η Ρεβέκκα του έριξε μια ματιά. Αηδίασε από την όψη του. Τα μακριά μαλλιά του κάλυπταν σαν κουρτίνα το πρόσωπό του, ωστόσο μπόρεσε να δει τους μώλωπες που του είχαν προκαλέσει. Τα μπράτσα του ήταν ριγμένα στο πλάι, σαν να του ήταν άχρηστα πια. «Τι ντροπή!» είπε η Ρεβέκκα. «Ένα ανώτερο ον σε αυτή την κατάσταση. Η Κόμισσα θα είναι πολύ απογοητευμένη μαζί σου, Νικολάι».
«Αλήθεια;»
«Περίμενε να έχεις κάνει το καθήκον σου σα δούλος της. Εσύ αποδείχτηκες ανεπαρκής, λες και είσαι ένας από αυτά, τα θηράματα. Ένα πλάσμα που υπάρχει μόνο για να τραφούμε από αυτό».
«Αλήθεια λες; Ενώ εσύ κατάφερες περισσότερα, ε;»
Η Ρεβέκκα ρώτησε «Τι απέγιναν οι κυνόδοντές σου; Σου τους πήραν κι αυτούς; Τόσο πολύ τους άφησες να σε μαγαρίσουν, να αμαυρώσουν την υπόληψή σου; Δεν αντιστάθηκες ούτε λίγο; Απλά παραδόθηκες σε αυτούς;»

Ο Νικολάι σήκωσε το κεφάλι όσο μπορούσε. Στο τραυματισμένο βλέμμα του, υπήρχε αγωνία, ανθρώπινες νοσηρές σκέψεις τον βασάνιζαν. «Δεν έχουμε καμιά ελπίδα απέναντί τους, Ρεβέκκα. Είναι πιο πολλοί και καλά προετοιμασμένοι. Ξέρουν για εμάς. Ξέρουν πώς να μας αντιμετωπίσουν. Ξέρουν τις αδυναμίες μας. Έχουν μαζί τους μερικούς ξένους, έναν γίγαντα που μπορεί να μας διαμελίσει με μεγάλη ευκολία. Κι έχουν μια γυναίκα, δεν την είδα, αλλά ένιωσα την παρουσία της, η οποία είναι ή ήταν δαίμονας και με αυτήν θα μας…»
«Πάψε!» σύριξε η Ρεβέκκα. «Σταμάτα να μιλάς πια. Μη με προκαλείς, γιατί θα σε σφάξω εγώ η ίδια. Εδώ, τώρα». Έκανε μια παύση. Όταν συνέχισε, μίλησε με πιο ήρεμη φωνή. «Η Κόμισσα είναι εδώ, στο πλευρό μας. Ξανά».
«Ναι, το ξέρω. Ένιωσα τη δύναμη της παρουσίας της πολύ κοντά».
«Είναι εδώ. Θα μας οδηγήσει όπως αυτή, μέσα σε όλη τη δόξα που διακατέχει την παρουσία της, φρονεί. Οι θνητοί απλά κέρδισαν λίγο χρόνο ζωής. Σκότωσαν όσους από εμάς δεν ήταν ικανοί να σταθούν πλάι στην μοναδική μας Κόμισσα. Αλλά δεν έχουν καμιά ελπίδα απέναντί της. Μπορεί να τους ξεκληρίσει όλους, ακόμα και αν εμείς δεν παλέψουμε μαζί της. Αλλά φυσικά, θα κάνουμε ό,τι μας πει».
Ο Νικολάι δεν μίλησε. Αλλά έπεσε ξανά στην θέση του και κούνησε το κεφάλι πέρα δώθε.

Η Ρεβέκκα είπε «Είναι και ο άλλος, ο Άσπελ. Μας βοήθησε πολύ. Είδα τι έγινε εκεί έξω. Είδα τις σφαγές. Άκουσα τα κανόνια. Τα θηράματα μειώθηκαν κατά πολύ. Ελάχιστα πρέπει να έχουν μείνει. Σύντομα, θα τα αποτελειώσουμε και αυτά. Ή θα τα πάρουμε με το μέρος μας. Όπως και να έχει, αύριο το βράδυ θα ξεχυθούμε στους λόφους και τα δάση της Τρανσυλβανίας. Θα γεμίσουμε με αίμα και πτώματα όλο τον τόπο. Θα αυξηθούμε ξανά και…»

Τότε ο Νικολάι σηκώθηκε απότομα και άρπαξε τη Ρεβέκκα από τους ώμους. «Δεν καταλαβαίνεις; Δεν μπορούμε να τους νικήσουμε! Παραμένουν πολλοί. Αρκετοί, έστω. Έχουν όπλα και γνώσεις. Έρχονται για όσους από εμάς έχουν απομείνει. Θα μας περιλάβουν και εμείς δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε τίποτα για αυτό. Ούτε η Κόμισσα, Ρεβέκκα, πίστεψέ με. Η Κόμισσα δεν θα καταφέρει να τους…»
«Πάψε, ανόητε!» Η Ρεβέκκα υψώθηκε και απόταξε από κοντά της τον Νικολάι. Εκείνος βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο και έπειτα στο δάπεδο. «Πάψε! Δεν θέλω να σε ακούσω να μιλάς άλλο. Μην τολμήσεις να μου απευθυνθείς πάλι. Μη διανοηθείς να αμφισβητήσεις ξανά την Κόμισσα! Κανείς δεν το έκανε και κανείς δεν θα το κάνει. Δεν θα το κάνεις, Νικολάι. Όχι αν θέλεις να ζήσεις, το κατάλαβες; Είσαι ανάξιος εσύ για να μιλάς έτσι για την θεά που σου προσέφερε την ανώτερη φύση. Είσαι τόσο λίγος, τόσο αδύναμος». Χαμογέλασε σαρδόνια. «Σαν ένας οποιοσδήποτε άντρας, δηλαδή».
Ο Νικολάι δεν απάντησε.
Γιατί εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν φωνές από το διάδρομο. Δεν ήταν πολύ κοντά, δεν είχαν φτάσει έξω από την πόρτα. Αλλά θα τα κατάφερναν σύντομα.
Ύστερα, ακούστηκαν πυροβολισμοί και συρίγματα.

«Τι γίνεται;» ρώτησε ο Νικολάι.
«Οι υπόλοιποι από εμάς που έχουν μείνει» απάντησε η Ρεβέκκα και κάθισε ξανά στην θέση της. «Τους έστειλα να βρουν τους θνητούς».
«Τι; Γιατί;» κλαψούρισε ο άλλος. Κοίταξε την κλειστή πόρτα. «Γιατί θα έκανες κάτι τόσο επιπόλαιο; Έπρεπε να είναι εδώ, μαζί μας. Όλοι μαζί, για να αντισταθούμε καλύτερα».
Η Ρεβέκκα άφησε λίγες στιγμές να περάσουν, προτού μιλήσει. «Τόσο πολύ φοβάσαι, λοιπόν; Τι απέγινε ο όμορφος, ψηλός άντρας που όλες οι γυναίκες θα τον ήθελαν για σύζυγό τους;» τον ειρωνεύτηκε.

Αυτός δεν γύρισε προς το μέρος της. Άκουγε ακόμα τη μάχη στο διάδρομο. Η πόρτα παρέμενε κλειστή. Αλλά στο μυαλό του έμοιαζε με τις κουβέρτες που είχαν κρεμάσει στην κλίνη της Κόμισσας, για να προστατεύεται η Ρεβέκκα από το φως του ήλιου όταν συναντά στα όνειρά της την Κόμισσα. Όπως εκείνες οι κουβέρτες, έτσι και αυτή η πόρτα θα μπορούσε να παραμεριστεί χωρίς να κοπιάσει πολύ ο εισβολέας.
«Δεν θα ήθελα να είμαι στην θέση της αγαπημένης μου Κόμισσας αυτή τη στιγμή» είπε η Ρεβέκκα. «Αυτή την ώρα, δεν θα ήθελα να σκέφτομαι εσένα, Νικολάι. Εσένα, έναν από τους πιστούς υπηκόους της. Έτσι όπως κατάντησες. Ένα άχρηστο ανθρωπάκι. Ένα θήραμα». Ήλπιζε ότι αυτό θα τον ξυπνούσε, ότι θα τον εκνεύριζε. Όσο κι αν απεχθανόταν ότι είχε για σύμμαχό της έναν άντρα, όφειλε να παραδεχτεί ότι τον χρειαζόταν. Του είπε κι άλλα, τον χαρακτήρισε με όσες υποτιμητικές λέξεις μπόρεσε να σκεφτεί. Χωρίς αποτέλεσμα. Ο Νικολάι έμεινε να κοιτάζει την κλειστή πόρτα. Ακουμπούσε το κεφάλι στον τοίχο πίσω του. Είχε μείνει ακίνητος. Λες και είχε πεθάνει από το φόβο του.

Η Ρεβέκκα αναρωτήθηκε τι να είχαν απογίνει η Έλενα και οι άλλοι κατώτεροι που είχαν αποχωρήσει νωρίτερα από το πλευρό της. Ήξερε ότι η αδερφή του Βασίλι θα αναζητούσε τον Αμερικάνο, τον αδερφό του Άσπελ, για να τον σκοτώσει, αγνοώντας πως εκείνος διακατεχόταν από κάποια άγνωστη σε αυτούς δύναμη. Τους το είχε επιβεβαιώσει και ο Άσπελ αυτό, ότι μέσα στον Μαξ Κάρτερ ζούσε κάτι άλλο, κάτι ανώτερο. Αυτός ήταν ο μόνος που κάπως ανησυχούσε τη Ρεβέκκα. Όλοι οι άλλοι θα έπεφταν νεκροί ή θα γίνονταν ανώτερα όντα, σαν αυτή. Εκείνος, όμως, έπρεπε πάση θυσία να πεθάνει. Κι ως προς αυτό θα βοηθούσε πολύ ο κατάσκοπος, ο Άσπελ. Ο Κάρτερ είχε έρθει για αυτόν, για τον αδερφό του, νομίζοντας ότι παραμένει θνητός και πως θα τον έσωζε. Η αλήθεια, όμως, θα ήταν ένα συντριπτικό χτύπημα στην ψυχή του. Θα τον παρέλυε η νέα φύση του Φάμπιαν Άσπελ. Η συνειδητοποίηση ότι ο αδερφός του πλέον ήταν εχθρός του, εχθρός όλης της ανθρωπότητας. Ένας από τους πανίσχυρους δυνάστες της. Υπό τις εντολές της Κόμισσας. Ό,τι κι αν υπήρχε μέσα στον Αμερικάνο, θα έκανε στην άκρη, γιατί η θλίψη θα τον κυρίευε, και οι άνθρωποι, ειδικά οι άντρες, πέφτουν θύματα των συναισθημάτων τους, όποια κι αν είναι η περίσταση.

Αλλά ο Άσπελ ήταν έξω από το κάστρο, ενώ ο Αμερικάνος κάπου μέσα του. Θα μπορούσε να έρχεται εδώ, στο δεύτερο όροφο, για να βρει τους άλλους, ενώ ο κατάσκοπος συνέχιζε να παλεύει με όσα θηράματα ήταν έξω. Στο πλευρό της Κόμισσας. Η Ρεβέκκα τον ζήλευε για αυτό, αλλά ήξερε ότι σύντομα οι ρόλοι τους θα άλλαζαν. Ή τουλάχιστον, το ήλπιζε.
Κι αν η Έλενα και οι άλλοι κατώτεροι σκότωσαν τον Αμερικάνο; Θα το ήθελε πολύ η Ρεβέκκα, όμως ανησυχούσε ότι δεν ίσχυε. Η Έλενα είχε φερθεί ανόητα. Όπως ήταν αναμενόμενο, δεδομένου ότι ουσιαστικά ήταν μία από τους κατώτερους βρικόλακες.
Ο Νικολάι ψέλλισε «Αίμα. Χρειάζομαι… αίμα».
Η Ρεβέκκα άφησε τις σκέψεις της να πετάξουν μακριά. Είπε «Πήγαινε έξω και βρες. Υπάρχουν μερικοί θνητοί ακόμα που περιμένουν να τους αφαιμάξουμε».
Ο Νικολάι, χωρίς να την κοιτάξει, είπε «Πρέπει να μου δώσεις εσύ. Δεν θα μπορέσω να πάρω από εκείνους. Είμαι πολύ αδύναμος».
«Πάντα ήσουν αδύναμος. Όπως και ο Βασίλι. Όπως κάθε άντρας».
«Δεν θα μπορέσω να βοηθήσω αν μπουν». Ο Νικολάι αναστέναξε. «Όταν μπουν εδώ» συνέχισε. «Δυσκολεύτηκα να τους ξεφύγω. Οι μεταμορφώσεις με κούρασαν. Όπως και το ότι πέταξα ως εδώ». Την κοίταξε. «Ρεβέκκα, χρειάζομαι λίγο αίμα. Μόνο λίγο. Απλά, να μπορέσω να σταθώ στα πόδια μου, να αποκτήσω ξανά τους κυνόδοντές μου. Νιώθω ανίκανος χωρίς αυτούς».

Η Ρεβέκκα είπε «Δεν θα σου δώσω να πιεις από το αίμα μου, Νικολάι. Ξέχασέ το. Απόδειξέ μου ότι είσαι ακόμα ένας από εμάς. Πήγαινε και σκότωσε έναν θνητό. Κάποιον θα βρεις. Ξέσκισε με τα νύχια σου τον λαιμό ή τις φλέβες στα χέρια του. Πιες από αυτόν».
«Σου είπα, είμαι πολύ αδύναμος αυτή τη στιγμή. Γιατί δεν το καταλαβαίνεις;»
Έξω από το δωμάτιο η μάχη συνεχιζόταν. Κάποιος από τους θνητούς φώναζε και γέλαγε. Μιλούσε σε μια διάλεκτο άγνωστη για τα δύο βαμπίρ.
«Καταλαβαίνω τι λες, Νικολάι» είπε η Ρεβέκκα. «Να είσαι σίγουρος ότι καταλαβαίνω πόσο άδειο κουφάρι είσαι. Αλλά εγώ δεν θα θυσιαστώ για εσένα. Δεν θα θυσιάσω ούτε μια σταγόνα από το αίμα μου για εσένα. Δεν το αξίζεις».

Ο Νικολάι έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. Όταν τα άνοιξε, είπε «Η Κόμισσα θα ήθελε να αλληλοβοηθηθούμε, Ρεβέκκα. Δεν θα ήθελε να παρατήσουμε ο ένας τον άλλο. Τι θα έλεγε αν επέτρεπες να μείνω έτσι, ενώ μπορούσες να με αναζωογονήσεις, για να σταθώ… στο πλευρό σου; Στο πλευρό το δικό σου και εκείνης; Δεν θα θύμωνε μαζί σου; Το σκέφτηκες αυτό;»

Η Ρεβέκκα δεν απάντησε. Μόρφασε, εμφανίζοντας τους δικούς της κυνόδοντες. Πολύ θα ήθελε να επιτεθεί στον Νικολάι και να του ξεσκίσει το λαιμό. Αλλά δεν θα έπινε το αίμα του. Απλά, θα τον σκότωνε και θα απαλλασσόταν από την μιζέρια του.
Όμως, δεν θα το έπραττε ποτέ, και το ήξερε. Τον μισούσε που είχε ξεστομίσει την αλήθεια. Η Κόμισσα πράγματι θα θύμωνε αν η Ρεβέκκα δε βοηθούσε τον Νικολάι. Μπορεί να έκανε το ίδιο και σε εκείνη… Θα έβρισκε άλλη σύντροφο για να της χαρίζει τα πολύτιμα χάδια της. Και θα ήταν πολλές, αμέτρητες, αυτές που θα ήθελαν να ζήσουν και να βασιλεύσουν αιώνια κοντά στην Κόμισσα.
«Ρεβέκκα, σε παρακαλώ» ψέλλισε ο Νικολάι. «Μόνο… λίγο».
Η Ρεβέκκα σηκώθηκε και πήγε κοντά του. Στάθηκε και τον κοίταξε από ψηλά. Ήθελε τόσο να του πει όσα σκεφτόταν. Αλλά δεν θα είχε κανένα νόημα. Έτσι κι αλλιώς, είχε πάρει την απόφασή της.
Έσκυψε. Παραμέρισε το αριστερό μανίκι του μανδύα της και έγδαρε το χέρι της. Αίμα ανάβλυσε από την πληγή.
Ο Νικολάι την κάλυψε με το στόμα του. Έκλεισε τα μάτια και ήπιε λαίμαργα.

Η Ρεβέκκα δεν τον κοιτούσε. Είχε κλείσει και τα δικά της μάτια. Ένιωθε να χάνει λίγη από την ενέργειά της. Αλλά θα την έβρισκε ξανά. Το πρώτο θύμα που θα βρισκόταν στο διάβα της θα πέθαινε μόνο από την μανία με την οποία θα του ριχνόταν.

Ένιωσε δύο μακριά στιλέτα να αρχίζουν να την πιέζουν. Οι κυνόδοντες του Νικολάι αναπτύχθηκαν όπως ήταν αναμενόμενο.
«Εντάξει, φτάνει» του είπε.
Αυτός δεν την άφησε. Γράπωσε το χέρι της και συνέχιζε να πίνει.
Η Ρεβέκκα τον κοίταξε με θυμό. «Είπα, φτάνει! Σταμάτα, Νικολάι!»
Δεν την άφησε.
Η Ρεβέκκα ένιωθε να αναγουλιάζει. Άρπαξε με το άλλο χέρι τα λιγδωμένα μαλλιά του Νικολάι. Προσπάθησε να τραβήξει το κεφάλι του προς τα πίσω. «Σταμάτα επιτέλους! Χάνω τις δυνάμεις μου. Σταμάτα!»
Ο Νικολάι μούγκρισε, όμως δεν υποχώρησε.
«Π’ ανάθεμά σε, σταμάτα!»
Τότε ένας εκκωφαντικός θόρυβος συντάραξε το δωμάτιο και ένας γδούπος σήκωσε σύννεφα σκόνης από το δάπεδο.
Ο Νικολάι άνοιξε τα μάτια και άφησε το χέρι της Ρεβέκκα. Και οι δύο στράφηκαν προς την πόρτα.
Μόνο που η πόρτα είχε πέσει στο πάτωμα. Ένας θεόρατος άντρας μπήκε στην τραπεζαρία. Κρατούσε στο ένα χέρι ένα φανάρι και στο άλλο ένα σπαθί.
Ο Μαρτίν τους κοίταξε. Και ρώτησε «Διακόπτω κάτι;»

Ο Φάμπιαν είδε το πιστόλι να υψώνεται προς το μέρος του, ενώ το μαχαίρι ετοιμαζόταν κι αυτό να χαράξει τη δική του πορεία στο σώμα του.
Ο πυροβολισμός ακούστηκε ένα δευτερόλεπτο μετά.
Κι ο Χόπε αναθεμάτισε, καθότι ο βρικόλακας απέφυγε τη ριπή.
«Είσαι πιο αργός απ’ ό,τι φαίνεσαι τελικά» ψιθύρισε μια φωνή πίσω του και εκείνος γύρισε, κρατώντας τη λεπίδα ανάποδα, με σκοπό να μαχαιρώσει τον εχθρό του. Αλλά δεν κατάφερε ό,τι σκεφτόταν.

Την επόμενη στιγμή, άκουσε το χαμόγελο του βρικόλακα και το αγκομαχητό του και ο Χόπε αισθάνθηκε το σπαθί του άλλου να γδέρνει το σώμα του, στο ύψος του δεξιού του ώμου. Φώναξε από τον πόνο και το μαχαίρι του έπεσε στο έδαφος, ενώ ο ίδιος έκανε μπροστά. Έπιασε την πληγή και είδε αίμα στο χέρι του. Τέλεια! σκέφτηκε, καθώς έσκυβε για να μαζέψει το όπλο του. Τώρα εκτός από νευρικότητα, έχω και απώλεια αίματος.
Σύγκρουση μετάλλου με μέταλλο τον ανάγκασε να σηκώσει το κεφάλι, διαπιστώνοντας ό,τι είχε υποθέσει.

Ο Ράινχελ είχε επιστρέψει και μονομαχούσε με τον Φάμπιαν. Ο ένας εκτόξευε το σπαθί του προς τον άλλο, που απέκρουε και ξεκινούσε τη δική του επίθεση. Χτύπημα από ψηλά ή από χαμηλά. Από πλάγια. Γροθιά στο πρόσωπο ή στην κοιλιά. Ο Ράινχελ πάλευε με μανία. Έσπρωχνε όσο μπορούσε τον Φάμπιαν, προσπαθώντας να διαπεράσει την άμυνά του, αλλά ο άλλος χόρευε γύρω του και έδειχνε να διασκεδάζει με τις μάταιες απόπειρες του πρώην φίλου του. Πήγαινε δεξιά ή αριστερά. Έσκυβε την κατάλληλη στιγμή, για να αποφύγει την μαχαιριά. Όμως, παρέμενε σε αμυντική θέση.

Κι ο Ράινχελ προσπαθούσε, ξανά και ξανά. Ό,τι είχε διδαχθεί να κάνει με ένα σπαθί το έπραττε. Αγωνιώντας για την κατάληξη, καθώς οι δυνάμεις του στέρευαν και η κούραση τον καταπονούσε. Σύντομα, θα του ήταν αδύνατο να συνεχίσει. Θα παραιτούνταν. Ή ο άλλος θα αποφάσιζε να περάσει στην αντεπίθεση και θα αποτελείωνε τον πνευματικά και σωματικά ταλαιπωρημένο Ράινχελ.

Ο Φάμπιαν ρώτησε με χαιρεκακία «Γιατί παλεύεις κι άλλο, Τζόνας; Έχεις ήδη χάσει, δεν το έχεις καταλάβει ακόμα;»
«Δεν θα σταματήσω, αν δεν σώσω την ψυχή του φίλου μου» είπε ο Ράινχελ, ξεφυσώντας. «Θα τον λυτρώσω, κι εσύ θα χαθείς μια και καλή. Όπως… οι άλλοι όμοιοί σου». Ο Ράινχελ άλλαξε τακτική την επόμενη στιγμή: παράστησε ότι θα δοκιμάσει ένα ευθύ χτύπημα με την αιχμή του σπαθιού, αλλά, αντί αυτού, κλότσησε τον Φάμπιαν στο δεξί γόνατο. Ο άλλος γέλασε δυνατά, αν και παραπάτησε και γονάτισε, και ο Ράινχελ βρέθηκε από πάνω του: κατέβασε το σπαθί του πάνω στου Φάμπιαν και αμέσως έπιασε με το ελεύθερο χέρι του τον αγκώνα του τελευταίου. Έσπρωχνε και φώναζε και κλοτσούσε στα πλευρά τον Φάμπιαν, προσπαθώντας να τον ρίξει χάμω, όμως η αντίσταση του βρικόλακα ήταν αμετάκλητη.
«Αρκετά έπαιξα μαζί σου, Τζόνας» είπε ο Φάμπιαν. «Καιρός να σε…»

Τότε το βαμπίρ κατάλαβε ότι κάποιος τον πλησίαζε από πίσω. Σύριξε και πέταξε από πάνω του τον επιλοχία, γυρνώντας ταυτόχρονα προς τον άλλο επιτιθέμενο.
Όμως, ο Χόπε είχε φτάσει στην απόσταση που ήθελε, κι έτσι πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής, για δεύτερη φορά σήμερα, στο κεφάλι τον Φάμπιαν. Η εκπυρσοκρότηση έστειλε τον βρικόλακα στο έδαφος.

Ο Φάμπιαν πήγε να σηκωθεί, αλλά ο Χόπε τον πυροβόλησε ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Τον κράτησε πεσμένο εκεί, μέχρι να έρθει από πάνω του, οπότε και γονάτισε γρήγορα προς το μέρος του. Έδωσε ένα πλάγιο χτύπημα με το πιστόλι στο κεφάλι του βρικόλακα και μετά, μορφάζοντας από την ενόχληση στον ώμο του, κατέβασε τη λεπίδα του μαχαιριού του στο οπλισμένο χέρι του τέρατος, με σκοπό να του το κόψει.

Αλλά πριν τα καταφέρει, ο Φάμπιαν άλλαξε, μεταμορφώθηκε σε μια μικρή, μαύρη νυχτερίδα και πέταξε πάνω από τον Χόπε, ο οποίος κοίταξε ολόγυρά του, βρίζοντας για τη χαμένη του ευκαιρία.
«Πρόσεξε, Χενκ!» φώναξε ο Ράινχελ, που είχε δει το φτερωτό τρωκτικό να προσγειώνεται, και έσπευσε κοντά στον Ολλανδό, με το σπαθί έτοιμο. Χάραξε τον αέρα μπροστά στην νυχτερίδα, δίχως να την πετύχει. Αλλά έτσι κι αλλιώς, στόχευε περισσότερο να την κρατήσει μακριά από τον Χόπε, ώσπου να είναι κοντά ο ένας με τον άλλο.
«Ευχαριστώ, Τζόνας!» είπε ο Χόπε, αγκομαχώντας. «Να πάρει, έχω κουραστεί πολύ».
«Κι εγώ. Αλλά πρέπει να συνεχίσουμε, Χενκ. Δεν μπορούμε να τον αφήσουμε να ζήσει άλλο. Δεν θα με συγχωρούσα ποτέ αν άφηνα αυτό το τέρας να ζει αντί του φίλου μου».
«Καταλαβαίνω. Όμως, πρέπει να σκεφτούμε ότι μπορεί να μην είμαστε αρκετοί για να τον αποτελειώσουμε».
«Όχι! Αυτό δεν το δέχομαι. Αν νομίζεις ότι δεν μπορείς να συνεχίσεις, φύγε. Εγώ δεν τα παρατάω. Ή θα τον σκοτώσω ή θα πεθάνω προσπαθώντας το».
Ο Χόπε δεν απάντησε.
Γιατί εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε μια κραυγή από το κάστρο. Ένα αποτρόπαιο, γυναικείο ουρλιαχτό.

Αμέσως μετά, άκουσαν ένα ακόμα ουρλιαχτό, που προερχόταν από λύκο. Είδαν το ζώο να παρατάει τους τελευταίους ένστολους που ζούσαν ακόμα και να τρέχει με αδιανόητη γρηγοράδα προς το κάστρο.
Ο Χόπε και ο Ράινχελ αλληλοκοιτάχτηκαν.
«Ο Μαρτίν» είπε ο Ολλανδός. «Κι ο Μαξ. Και όλοι οι άλλοι που έχουν απομείνει εκεί μέσα».
«Κινδυνεύουν» είπε ο Ράινχελ. «Αλλά…»
«Ω, μην αμφιβάλλετε καθόλου, γλυκά μου κουτάβια» είπε ο Φάμπιαν που είχε πάρει ξανά την νεκροζώντανη ανθρώπινη μορφή του. Περπατούσε λίγο πιο πέρα από αυτούς, περιέφερε το σπαθί του με χάρη και γελούσε. «Η Κόμισσα θα τους αναλάβει όλους τους. Ακόμα και ο Χόουνεχ, όσο τεράστιος κι αν είναι, δεν θα μπορέσει να την αντιμετωπίσει. Δεν… δεν…»
Σταμάτησε και η έκφραση στο αναιμικό πρόσωπό του σκοτείνιασε.
Ο Χόπε και ο Ράινχελ τον κοίταξαν, παραξενεμένοι. Τι έπαθε; αναρωτήθηκε ο καθένας τους.
«Ο καταραμένος ο Κάρτερ» μονολόγησε ο Φάμπιαν. «Κι ο… ο Άλλος. Αυτός που ζει μέσα στον Κάρτερ… Να πάρει!»

Όσο η μάχη έξω από το κάστρο μαινόταν, η Ρεβέκκα και ο Νικολάι άκουσαν τον γίγαντα που σακάτεψε την πόρτα να τους λέει κάτι στην μητρική γλώσσα του. “Ik onderbreek iets?” Δεν κατάλαβαν, φυσικά, τι τους ρώτησε. Αλλά μικρή σημασία είχε, καθότι και οι δύο κατάλαβαν ότι τους είχε ειρωνευτεί. Επίσης, ο Νικολάι ήξερε ποιος είναι ή για τι είναι ικανός, ενώ η Ρεβέκκα αντιλήφθηκε την απειλή που υποσχόταν η παρουσία του. Αν και δεν θα το παραδεχόταν ανοιχτά, ωστόσο, ενδόμυχα, παραλυτικός φόβος αναδύθηκε μέσα της βλέποντας τον άντρα στο κατώφλι. Έχουν μαζί τους μερικούς ξένους, έναν γίγαντα που μπορεί να μας διαμελίσει με μεγάλη ευκολία, της είχε πει ο Νικολάι και τώρα αντιλαμβανόταν τι τον είχε τρομοκρατήσει –πέραν όλων των άλλων. Τούτος εδώ ο ξένος ήταν πραγματικά τεράστιος. Το σπαθί και το φανάρι που κρατούσε έμοιαζαν παιχνίδια στα χέρια του. Στο βλέμμα του δεν υπήρχε φόβος ή αμφιβολία ή κάτι άλλο που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν οι βρικόλακες. Αυτός ο άντρας είχε έρθει για να σκοτώσει όσους υπηκόους της Κόμισσας ήταν εδώ. Ο Νικολάι, λίγο πριν: Δεν έχουμε καμιά ελπίδα απέναντί τους, Ρεβέκκα. Είναι πιο πολλοί και καλά προετοιμασμένοι. Ξέρουν για εμάς. Ξέρουν πώς να μας αντιμετωπίσουν. Ξέρουν τις αδυναμίες μας. Αν ίσχυε αυτό, τότε εκείνη ήταν σίγουρη πως αυτός ο γίγαντας ήταν ένας από τους λίγους που κατείχαν τις απαραίτητες γνώσεις.

«Αυτός είναι, Ρεβέκκα» ψέλλισε ο Νικολάι, πιάνοντάς την από τον ώμο. «Αυτός αφεντεύει τους υπόλοιπους. Αυτός με ρωτούσε για εμάς και ένας άλλος με στολή μετέφραζε. Αυτός με κρατούσε σαν να είχε βαριές αλυσίδες για χέρια. Με είχε ακινητοποιήσει πιο πριν με το σταυρό, ενώ την ίδια στιγμή σκότωνε δύο άλλους δικούς μας». Ο Νικολάι ταρακούνησε τη Ρεβέκκα. «Στο λέω, δεν μπορούμε να τα βάλουμε μαζί του».
«Αλήθεια;» αναρωτήθηκε η Ρεβέκκα. Ειρωνευόταν τον Νικολάι, μα παράλληλα έθετε σοβαρά την ερώτηση προς τον εαυτό της. «Είναι τόσο ισχυρός;» Κοιτούσε τον ξένο κατάματα. Όπως την κοίταζε κι αυτός. Κάτι που προσδοκούσε η Ρεβέκκα. Γιατί προσπαθούσε να φανεί η απειλή που ελλόχευε στη φύση της. Ή τουλάχιστον, ήλπιζε να νομίζει ο άλλος ότι εκείνη και ο Νικολάι ήταν μεγάλος κίνδυνος για αυτόν.
“Jullie praten veel, weet je dat?” (Μτφρ: Μιλάτε πολύ, το ξέρετε;) τους είπε ο ξένος με χαιρεκακία, δείχνοντάς τους με την αιχμή του σπαθιού του.
«Το βλέπεις;» ρώτησε ο Νικολάι. «Δεν μας φοβάται καθόλου. Έχει σκοτώσει πολλούς από εμάς».
«Δεν έχει σημασία πια. Εδώ τελειώνει ο δρόμος του» είπε η Ρεβέκκα. Σηκώθηκε, τραβώντας τον Νικολάι από τον μανδύα. «Εμείς οι δύο θα τον αφαιμάξουμε». Κοίταξε τον όμοιό της. Αυτή τη φορά μίλησε με όλη τη φιλική παραίνεση που ήλπιζε να εμπνεύσει τον άλλο. Δεν υπήρχαν μεταξύ τους διαφωνίες πλέον. Έπρεπε να παλέψουν σαν ομάδα. «Μαζί, Νικολάι. Θα τον σκοτώσουμε και θα δειπνήσουμε πάνω από το κουφάρι του. Όπως κάναμε στους χωριάτες του Μπραν. Το κατάλαβες;»

Ο Νικολάι κατένευσε. Ή θα πολεμούσε με τη Ρεβέκκα ή θα παραδίδονταν στο έλεος των θνητών. Να φύγει, δεν μπορούσε, του το είχε απαγορεύσει η Αφέντρα του. Μόνο να παλέψει, κι ίσως κέρδιζε ξανά την εύνοιά της. Αν επιζούσε κανείς τους, δηλαδή.

Στράφηκαν και οι δύο προς τον ξένο. Απομακρύνθηκαν ελαφρώς ο ένας από τον άλλο. Ο Νικολάι έκανε τον γύρο του μεγάλου τραπεζιού, για να του ριχτούν από δύο πλευρές. Απ’ όσο έβλεπε, ο γίγαντας δεν κρατούσε σταυρό. Αυτό ήταν καλό για εκείνους. Ίσως είχε παρασυρθεί από τις προηγούμενες νίκες του και απέκτησε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, για τις ικανότητές του. Πιθανώς, να είχε κουραστεί κιόλας, όπως πάθαιναν συχνά οι θνητοί.
Ο Μαρτίν άφησε από τη ματιά του τον αρσενικό βρικόλακα και απευθύνθηκε προς την όμορφη μαυρομάλλα. «Ρεβέκκα;»

Εκείνη πάγωσε στη θέση της. Με ξέρει! σκέφτηκε. “Mă cunoști, nu? Frumos. Vreau să știi cine te va ucide” (Μτφρ: Με ξέρεις, σωστά; Ωραία. Θέλω να ξέρεις ποια θα σε σκοτώσει).
Ο Μαρτίν δεν κατάλαβε τι του είπε, όμως ούτως ή άλλως δεν τον ένοιαζε. Έδειξε τον εαυτό του. «Μαρτίν» είπε. Έδειξε τον άλλο. «Νικολάι, σωστά; Σωστά». Και επανέλαβε τα ονόματα «Μαρτίν, Νικολάι… Ρεβέκκα. Μαρτίν, Νικολάι… Ρεβέκκα. Μαρτίν, Νικολάι και… Ρεβέκκα». Τα είπε με αυτή τη σειρά, για να εκνευρίσει αυτή τη σκύλα που τον κεραύνωνε με το βλέμμα της. Ο άλλος λίγο τον ένοιαζε, γιατί ήξερε πως δεν είναι ικανός αντίπαλος. Η μαυρομάλλα, όμως, ήταν διαφορετική περίπτωση. Η αυθάδειά της ήταν χαραγμένη σε όλο το παρουσιαστικό της. Τα σκοτεινά μάτια της ξεχείλιζαν μίσος και υπέρμετρο θαυμασμό για τον εαυτό της. Στεκόταν στα πόδια της σαν να περίμενε να υποκλιθούν όλοι όσοι ήταν παρόντες. Ήταν φανερό ότι είχε την θέση του αρχηγού εν απουσία της Κόμισσας. Και να μην τους είχε μιλήσει ο Κάρτερ για αυτήν, ο Μαρτίν θα καταλάβαινε ότι είναι η ανώτερη των άλλων βρικολάκων που είχαν μείνει στο Μπραν, η αγαπημένη δούλα της Ντραγκίτσι. Το οποίο σήμαινε πως αυτή θα ήξερε πού είναι ο Φάμπιαν και θα μπορούσε να απαντήσει σε όποιες άλλες ερωτήσεις ήθελε να της κάνει. Άρα, θα έπρεπε να μείνει ζωντανή, για λίγο. Κι όσο πιο πολύ την προκαλούσε, τόσο εκείνη θα του ριχνόταν με μανία, αδιαφορώντας για τις συνέπειες.
“Martin… O să mori, Martin. Eu, Rebecca, îți voi lua viața” (Μτφρ: Μαρτίν… Θα πεθάνεις, Μαρτίν. Εγώ, η Ρεβέκκα θα πάρω την ζωή σου) είπε η Ρεβέκκα. Έπειτα, σύριξε και τα μυτερά δόντια της πρόβαλλαν από το ανοιχτό στόμα της. Το ίδιο έκανε και ο Νικολάι. Αμφότεροι άπλωσαν τα χέρια με τα νύχια αρπακτικού που είχαν προς τον Μαρτίν.
Δύο σκιές, έτοιμες να τον πλησιάσουν.
Δύο τέρατα της νύχτας, έτοιμα να τον σκοτώσουν.
Δύο όντα που προκαλούσαν τρόμο, δύο αποκυήματα της νοσηρής φαντασίας του Διαβόλου, έτοιμα να ξεσκίσουν τη σάρκα του.
Μες στο σκοτάδι. Στο φυσικό τους περιβάλλον. Στο βασίλειό τους.

Ο Μαρτίν αναρωτήθηκε Γιατί να μη βλέπουμε όλοι καλά; Αυτό δεν θα ήταν το δίκαιο;
Η Ρεβέκκα και ο Νικολάι άρχισαν να τον προσεγγίζουν. Ο ένας από την μία μεριά του τραπεζιού που κάποτε συγκεντρώνονταν για να αποφασίσουν τι θα έκαναν, και ο άλλος από την άλλη. Ένα βήμα, δύο. Τρία, τέσσερα.

Τότε ο γίγαντας έκανε κάτι που τους ξάφνιασε (και πάλι). Πέταξε το αναμμένο φανάρι πάνω στην τραπεζαρία. Το τζάμι έσπασε εκκωφαντικά και το σάπιο ξύλο πήρε αμέσως φωτιά. Λαμπάδιασε σε δευτερόλεπτα. Το μεγάλο τραπέζι μετατράπηκε σε φάρο και ο χώρος φωτίστηκε εντελώς.
Τα βαμπίρ ούρλιαξαν και απομακρύνθηκαν εσπευσμένα από το φλεγόμενο έπιπλο.
Η Ρεβέκκα κοίταξε με απέχθεια τον Μαρτίν. “Vei regreta asta, animal muritor!” του είπε (Μτφρ: Θα το μετανιώσεις αυτό, θνητό ζώο!). Στράφηκε προς τον Νικολάι. «Πάμε να τον αποτελειώσουμε πια!»
Ο Νικολάι ένευσε.
Όρμησαν και οι δύο εναντίον του Μαρτίν.
Γαμψά νύχια μπροστά, για να αρπάξουν το θήραμα.
Δόντια λύκου πίσω, για να το δαγκώσουν ολοκληρωτικά.

Ο Μαρτίν κρατούσε μόνο το σπαθί του. Αλλά τώρα έβγαλε ένα άλλο αιχμηρό όπλο που είχε φέρει μαζί του. Ένα στρατιωτικό εγχειρίδιο με ξύλινη λαβή, δίκοπο, μικρότερο μιας ξιφολόγχης, αλλά εξίσου αποτελεσματικό για τις μάχες σώμα με σώμα. Το κράτησε με τη λεπίδα προς τα πίσω, για να έχει ως κύριο όπλο το σπαθί. Ή για να φαίνεται κυρίως το σπαθί.
Μπήκε ολόκληρος μέσα στο χώρο, προσέχοντας τα καιόμενα απομεινάρια της τραπεζαρίας που πετάγονταν εδώ κι εκεί.
Όπως το περίμενε, συνάντησε πρώτα τη Ρεβέκκα. Εκείνη ήρθε από τα δεξιά του, με τα μαλλιά της να ανεμίζουν. Η αρχική διαπίστωση του Μαρτίν για αυτή του προκαλούσε θλίψη: αν εξαιρούσε κανείς τα αβυσσαλέα μάτια της, ήταν όμορφη. Πολύ όμορφη, για την ακρίβεια. Σωρηδόν θα έπεφταν οι άντρες για ένα της χαμόγελο. Κάποτε. Πριν μετατραπεί σε νεκροζώντανο, σε νοσφεράτου, σε βρικόλακα, και προκαλεί εφιάλτες. Τώρα απλά έπρεπε να πεθάνει. Οριστικά. Να εξαϋλωθεί. Σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Ο Μαρτίν την κλότσησε στην κοιλιά με την μπότα του, πριν αυτή τον αδράξει, και μετά χάραξε με το σπαθί του τον αριστερό ώμο της. Την ανάγκασε να φωνάξει και να οπισθοχωρήσει, βγάζοντας αίμα. Ήταν ιδέα του ή αυτή είχε κινηθεί πιο αργά από το αναμενόμενο;
Δεν ήξερε, αλλά δεν είχε και χρόνο για να το σκεφτεί περαιτέρω, καθώς ο δεύτερος εχθρός ερχόταν προς το μέρος του.

Ο Νικολάι πρέπει να ήταν κάποτε ένας ωραίος νέος. Το αναιμικό του πρόσωπο μπορεί τώρα να μην προκαλούσε τις κοπέλες να αποζητήσουν ένα φιλί από εκείνον, όμως μια φορά κι έναν καιρό θα ήταν περιζήτητος στα μέρη του. Τι κρίμα που κι αυτός θα έπρεπε να πεθάνει…

Ο Μαρτίν έσκυψε και απέφυγε την αρπάγη του άλλου. Ένιωσε το σώμα του, το πολύ ελαφρύ κορμί του βρικόλακα, να συγκρούεται με το δικό του, αλλά χωρίς να καταφέρνει να τον σπρώξει. Ήταν σαν να του είχαν ρίξει νερό από ένα ποτήρι, τόσο λίγο τον έσπρωξε ο Νικολάι. Ο Μαρτίν κάρφωσε το εγχειρίδιο πρώτα στο ένα πόδι του βαμπίρ και μετά στο άλλο, λίγο πάνω από τα γόνατα. Ύστερα, σηκώθηκε και κοπάνησε τον βρικόλακα με τη λαβή του σπαθιού. Τον πέτυχε στο πρόσωπο, στο αριστερό μάγουλο, σκίζοντάς του το. Πριν αντιδράσει ο Νικολάι, ο Μαρτίν τον χτύπησε στο κέντρο του στήθους με τον δεξιό του ώμο.

Ο Νικολάι βρέθηκε στο δάπεδο, αιμόφυρτος. Πήγε να σηκωθεί, αλλά διαπίστωσε ότι τα πόδια του με δυσκολία τον συγκρατούσαν. Κοίταξε τις πληγές και είδε τον μανδύα του να μουλιάζει από το αίμα. Ένιωσε το πάτωμα να υγραίνεται. Η δύναμη που είχε αποκτήσει από τη Ρεβέκκα έφευγε από μέσα του. «Ρεβέκκα!» ξεφώνισε. «Αυτός ο άθλιος με μαχαίρωσε άσχημα. Χάνω πολύ αίμα».
«Μην τολμήσεις να τα παρατήσεις τώρα, Νικολάι!» φώναξε εκείνη, καθώς έπεφτε στην πλάτη του Μαρτίν. Έγδαρε με τα νύχια της το καφέ δερμάτινο πανωφόρι του, το γιλέκο και το λευκό πουκάμισο. Αρπάχτηκε από τους ώμους του και έδωσε ώθηση στο σώμα της, για να σκαρφαλώσει στο σώμα του. Άνοιξε το στόμα της και ετοιμάστηκε να δαγκώσει το λαιμό του.

Ο Μαρτίν γύρισε απότομα τον κορμό του πλάγια προς τα κάτω. Η Ρεβέκκα μούγκρισε και βρέθηκε στο πάτωμα μπροστά του. Αλλά χωρίς να τον αφήσει: ακόμα κρατούσε το γιακά του. Και τον τραβούσε προς το μέρος της, έχοντας τα δόντια έτοιμα για να τον δαγκώσει.

Όμως, εκείνος την κάρφωσε με το εγχειρίδιο στο στήθος. Αναθεμάτισε, καθώς δεν την πέτυχε στην καρδιά, παρά στο κέντρο του κορμού. Παρότι απεγκλωβίστηκε από την αρπάγη της, προσπάθησε να την μαχαιρώσει ξανά, αλλά η Ρεβέκκα απομακρύνθηκε από κοντά του τάχιστα, σέρνοντας το σώμα της προς το βάθος της αίθουσας, περνώντας βιαστικά πλάι από το φλεγόμενο τραπέζι.
«Πού πας, μπάσταρδη σκύλα;» της φώναξε. «Δε σε σώζει κανείς τώρα. Δεν έχεις πού να κρυφτείς». Έκανε να την ακολουθήσει, όμως εκείνη τη στιγμή κάποιος γράπωσε το ένα του πόδι, βυθίζοντας τα νύχια του στο δέρμα. Ο Μαρτίν μόρφασε και ξεφώνισε, και γύρισε προς το μέρος του άλλου. Είδε τον Νικολάι να έχει γαντζωθεί από το αριστερό του πόδι. Τα χέρια του βαμπίρ έτρεμαν, ωστόσο δεν έλεγε να αφήσει τον θεόρατο Ολλανδό, προκαλώντας του και πόνο.
Ο Μαρτίν σήκωσε το άλλο χέρι και το κατέβασε σε μια υπολογισμένη κίνηση, που είχε ένα συγκεκριμένο σκοπό.
Το σπαθί διαπέρασε ολοσχερώς το δεξί χέρι του Νικολάι, κόβοντάς το σε δύο μέρη. Το ένα από αυτά, από τα δάχτυλα ως τον αγκώνα, έμεινε πάνω στο πόδι του. Οι πληγές του βρικόλακα άρχισαν να βγάζουν ποτάμια από αίμα στη στιγμή. Ο Νικολάι άφησε τον Μαρτίν και έπιασε με το αριστερό χέρι το κολοβωμένο του άκρο. Κλαψούρισε σαν μωρό και δεν έκανε καμιά προσπάθεια να απομακρυνθεί από τον θνητό εχθρό του.

Άκουσε, όμως, το σπαθί που στριφογύρισε από πάνω του και κοίταξε τον Μαρτίν. Είχε σηκώσει το φοβερό του όπλο και ετοιμαζόταν να το καρφώσει στον Νικολάι. Εκείνος, όσο μπορούσε λόγω της μεγάλης απώλειας αίματος, έριξε μια κρυφή ματιά προς την μεριά της Ρεβέκκα. Την είδε να κινείται προσεκτικά, να πλησιάζει αργά τον Μαρτίν, αλλά με ξεκάθαρη πρόθεση να του χιμήξει την ύστατη στιγμή. Αν την καταλάβει, εκείνη θα αποτύχει, σκέφτηκε μες την παραζάλη του. Θα έχει μόνο μια ευκαιρία απέναντί του. Χρειάζεται λίγο χρόνο. Κι εγώ έχω χάσει πάρα πολύ αίμα… είμαι εντελώς άχρηστος πια. Εντελώς άχρηστος. Η Ρεβέκκα είχε δίκιο. Από την αρχή.
Ο Μαρτίν πάτησε τον Νικολάι στην κοιλιά, για να τον κρατήσει σταθερό.
Αλλά ίσως μπορώ να της προσφέρω μια τελευταία ευκαιρία.

Ο Νικολάι πήρε την απόφασή του. Απομάκρυνε το αριστερό χέρι από το λειψό και άφησε ακάλυπτο το στήθος του.
Η Ρεβέκκα άνοιξε τα χέρια, για να πιάσει τον Ολλανδό που τον είχε πλησιάσει από πίσω.
Ο Μαρτίν έσφιξε τη λαβή του μεγάλου σπαθιού του, με τη λεπίδα στραμμένη προς τα κάτω, προς τη λίμνη από αίμα πάνω στην οποία επέπλεε ο Νικολάι.
Ο Νικολάι έκλεισε τα μάτια, έτοιμος να καλωσορίσει τον θάνατό του.
Ο Μαρτίν έσκυψε εναντίον του.
Η Ρεβέκκα άπλωσε τα μυτερά νύχια της στον Ολλανδό.

Κι ο Μαρτίν γύρισε και τη χαράκωσε στην κοιλιά με το εγχειρίδιο. Δεν είχε πατήσει τον Νικολάι μόνο για να τον κρατήσει σταθερό, αλλά για να σιγουρευτεί ότι δεν θα σηκωνόταν, όσο ο ίδιος θα αναλάμβανε την άλλη. Δεν είχε σκύψει για να αποτελειώσει τον αρσενικό βρικόλακα, μα για να δώσει την κατάλληλη ώθηση στο σώμα του, ώστε να συστραφεί και να μαχαιρώσει το θηλυκό βαμπίρ. Δεν είχε κινήσει το ξίφος του όσο ευθεία ή με όση δύναμη θα έπρεπε, αν ήθελε πραγματικά να χτυπήσει τώρα τον Νικολάι, αλλά το έκανε μόνο για να καλύψει τον αληθινό του σκοπό. Ήθελε να παραπλανήσει τους βρικόλακες, έχοντας κατά νου κυρίως τη Ρεβέκκα, που έστεκε ακόμα και που τα τραύματά της ήταν τα λιγότερο σοβαρά.
Και το πέτυχε.

Ο Νικολάι έμεινε να χάνει όσο αίμα του απέμενε και ουσιαστικά να αργοπεθαίνει. Και η Ρεβέκκα σύριξε από την αγωνία της, καθώς αποκτούσε άλλη μια πληγή, πολύ μεγάλη αυτή τη φορά. Όμως, δεν έφυγε έγκαιρα μακριά από τον Μαρτίν, κι αυτός παράτησε τον Νικολάι και βρέθηκε από πίσω της και πρόφτασε και εκτόξευσε εναντίον της το σπαθί του, καρφώνοντάς τη στην πλάτη, κι ύστερα χαράκωσε το λαιμό της με το εγχειρίδιο και μετά την κλότσησε.
Η Ρεβέκκα βρέθηκε να ίπταται για λίγα δευτερόλεπτα. Ένοιωσε τη ζέστη που πλησίαζε και αργά κατάλαβε πού θα έπεφτε. Στο τραπέζι. Στις φλόγες που ακόμα θέριευαν.
Έβαλε τα χέρια μπροστά, καθώς τα κίτρινα φίδια που κατέτρωγαν το ξύλο καλοδέχτηκαν το νέο τους θύμα. Ο μανδύας, τα μαλλιά και το σώμα της Ρεβέκκα άρπαξαν φωτιά. Εκείνη έβγαλε ένα απαίσιο ουρλιαχτό και έσπευσε να κάνει πίσω και να πέσει στο κρύο δάπεδο. Πάλεψε να σβήσει τη φωτιά από το σώμα της, χτυπώντας το και στριφογυρνώντας πάνω στο πάτωμα.

Ο Μαρτίν χαμογέλασε. Περπάτησε προς το μέρος της, κουνώντας το σπαθί του. Έβλεπε πως το βαμπίρ ήταν πολύ απασχολημένο να γλιτώσει από τις φλόγες, που δεν έδινε σημασία σε κανέναν άλλο. Δε χρειαζόταν να βιαστεί ιδιαίτερα τώρα. Εκείνη έμοιαζε ανήμπορη να του αντισταθεί. «Ρεβέκκα, Ρεβέκκα, Ρεβέκκα» είπε για να την πικάρει κι άλλο. Έφτασε από πάνω της τη στιγμή που εκείνη κατάφερε να απελευθερωθεί από τις φλόγες, δίχως όμως να γυρίζει να τον αντιμετωπίσει. Ο Μαρτίν αηδίασε από την απαίσια μυρωδιά της καμένης σάρκας, αλλά και από την όψη που είχε εκείνη. Το δέρμα της είχε πάμπολλες πληγές και φουσκάλες. Είχε χάσει την πρότερη ομορφιά της. Η Ρεβέκκα έβγαζε κάτι ήχους που θύμιζαν αναφιλητά. Είχε κουλουριαστεί σαν μωρό, με τα γόνατα κοντά στο κεφάλι και τα χέρια να καλύπτουν το πρόσωπο. Δεν είχε μαλλιά πλέον, πέραν από κάποιες διάσπαρτες τρίχες.

Ο Μαρτίν έφτασε κοντά της. Πριν κάνει ό,τι σκεφτόταν, έριξε μια ματιά στον Νικολάι: ήταν ακόμα ξαπλωμένος στο πάτωμα. Δεν έβγαζε πια τόσο πολύ αίμα ούτε το κομμένο του χέρι ούτε άλλο σημείο του κορμιού του, όμως ήταν φανερό πως είχε παραδοθεί και απλά περίμενε κάποιον να τον λυτρώσει από το μαρτύριό του. Ο Μαρτίν γύρισε ξανά προς τη Ρεβέκκα. Θηκάρωσε το εγχειρίδιο, έσκυψε και ακούμπησε την κρύα λεπίδα στο λαιμό της. «Θα σου πω ένα όνομα και θέλω μια απάντηση» είπε.
Εκείνη δεν αποκρίθηκε. Συνέχιζε να κλαψουρίζει.
«Κοίτα με. Κοίταξέ με, π’ ανάθεμά σε».
Η Ρεβέκκα δεν απάντησε.
Ο Μαρτίν την άρπαξε από το δεξί χέρι και την ταρακούνησε. «Είπα, κοίταξέ με». Με το πόδι του χτύπησε τα δικά της, δείχνοντάς της ότι ήθελε να αλλάξει στάση, για να μπορεί να τον δει.
Η Ρεβέκκα υπάκουσε: άφησε τα πόδια της να απλωθούν, ενώ άνοιξε τα μάτια και κοίταξε ηττημένη τον άλλο.
Ο Μαρτίν έφερε το σπαθί στο οπτικό της πεδίο. «Θα σε σκοτώσω» είπε, κάνοντας στον αέρα μια χαρακιά, με την ελπίδα ότι εκείνη θα καταλάβαινε. «Αλλά θέλω να μου πεις πού είναι αυτός που με νοιάζει. Καταλαβαίνεις;»
Η Ρεβέκκα δεν απάντησε.
«Καταλαβαίνεις; Πες μου, που να σε πάρει! Καταλαβαίνεις;»
Η Ρεβέκκα κατένευσε όσο μπορούσε.
«Ωραία. Πες μου, πού είναι ο Φάμπιαν; Ο Φάμπιαν; Αυτός που απήγαγες; Πού είναι;»
Η Ρεβέκκα σταμάτησε να κλαψουρίζει. Αλλά δεν απάντησε. Κοίταξε παραξενεμένη τον άλλο.
Ο Μαρτίν συνέχισε. «Ο Φάμπιαν; Φάμπιαν; Καταλαβαίνεις; Ο Φάμπιαν, πού είναι;»
Η Ρεβέκκα χαμογέλασε. Άνοιξε το μαυρισμένο στόμα της. Τα δόντια της παρέμεναν ακέραια, αλλά η φωνή που έβγαλε έμοιαζε με κρώξιμο από πουλί. Όμως, θύμιζε και γέλιο. Ήταν ένας παράδοξος συνδυασμός των δύο, που πρέπει να ήταν απόρροια από τη φωτιά.
Ο Μαρτίν, όμως, κατάλαβε ότι εκείνη τον κορόιδευε. Κι αυτό τον εκνεύρισε. Το ότι τον κορόιδευε ένα τέρας με τόσο απαίσια εμφάνιση τον θύμωσε ακόμα πιο πολύ. Έτσι, τη χτύπησε με τη μπότα και με τη λαβή του σπαθιού του. Ξανά και ξανά. Και ξανά. Η Ρεβέκκα συνέχιζε να βγάζει αυτό το δαιμονικό γέλιο. Ο Μαρτίν τη χτύπησε ξανά, φωνάζοντάς της. Και πάλι. Και άλλη μια φορά. Το φουσκαλιασμένο δέρμα χαρακώθηκε με μεγάλη ευκολία. Αίμα αναμεμειγμένο με πύον βγήκε από τις νέες πληγές.
Κι εκείνη δεν άλλαξε στάση, παρά συνέχιζε να τον ειρωνεύεται.
«Αφού το θες» της είπε στο τέλος «θα τον βρω χωρίς τη βοήθειά σου». Ύψωσε το σπαθί του, με τη λεπίδα στραμμένη προς τη Ρεβέκκα. Δεν της είπε τίποτα άλλο. Ήθελε να τελειώνει πια με δαύτη, για να προχωρήσουν.
Ο Μαρτίν κατέβασε το οπλισμένο του χέρι.
Ή τουλάχιστον, αυτό είχε σκοπό.
Γιατί κάτι τον σταμάτησε.
Κάτι είχε αρπάξει το τεράστιο χέρι του από την ωλένη και την κερκίδα του, αποκόπτοντας βίαια την θανατηφόρα πορεία του. Η κίνηση σταμάτησε. Το χέρι έμεινε μετέωρο. Όσο κι αν το πίεσε ο Μαρτίν, του ήταν αδύνατο να συνεχίσει τη επίθεσή του.
Δεν μπορεί να είναι ο άλλος, ο Νικολάι, σκέφτηκε. Οπότε ποιος;
Γύρισε και κοίταξε ποιος είχε τολμήσει να τον εμποδίσει να αποτελειώσει αυτό το βαμπίρ.
Είδε μια πανέμορφη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα. Ήταν χλομή και είχε μαύρα μακριά μαλλιά. Έμοιαζε πολύ με την γυναίκα σε εκείνο το πορτρέτο που είχε δει πριν από ώρα. Είχε πεθάνει νέα και είχε αναστηθεί και έκτοτε ζούσε εδώ στη Γη, στο μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου, όντας ένα τρομερό τέρας της Κόλασης.
Ο Μαρτίν γούρλωσε τα μάτια.

Η Κόμισσα Ροντίκα Ντραγκίτσι είχε επιστρέψει στο κάστρο της. Και τον είχε πιάσει να ετοιμάζεται να σκοτώσει πιθανότατα την πιο αγαπημένη της από τους υπηκόους της, χωρίς αυτός να το περιμένει.
Η Κόμισσα τον κοιτούσε βλοσυρά με τα απύθμενα μάτια της.
Ο Μαρτίν δεν ήξερε τι να κάνει. Πάνω στην απελπισία του, εφόσον δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το δεξί του χέρι, έβγαλε με το αριστερό το εγχειρίδιο, το έσφιξε και προσπάθησε να μαχαιρώσει την Κόμισσα.
Εκείνη δεν του το επέτρεψε. Αντίθετα, τον εκτόξευσε μακριά, στην άλλη άκρη της αίθουσας. Πάνω από τις φλόγες. Προς το παράθυρο από το οποίο είχε μπει δίχως να γίνει αντιληπτή.
Ο Μαρτίν έπεσε πάνω στον τοίχο και έπειτα στο δάπεδο. Μόρφασε. Τα όπλα του έφυγαν από τα χέρια του. Έμεινε κάτω, ενώ η σπονδυλική του στήλη γέμιζε καρφιά πόνου.
Αποτόλμησε μια ματιά προς τα βαμπίρ.

Δεν μπορούσε να δει καλά, λόγω της φωτιάς, ωστόσο ήξερε πού ήταν το κάθε ένα από τα τέρατα και υπέθεσε τα υπόλοιπα. Είδε την Κόμισσα να σκύβει προς τη Ρεβέκκα. Έμεινε για λίγο εκεί. Μετέπειτα, σηκώθηκε και πήγε στον Νικολάι. Κοντά του έμεινε περισσότερο.

Ο Μαρτίν ανασηκώθηκε, αλλά χωρίς να προσπαθήσει να πιάσει το σπαθί ή το εγχειρίδιο. Τα είδε πού ήταν -δυστυχώς, το ένα στη μία άκρη και το άλλο στην άλλη-, όμως ακόμα δυσκολευόταν να κινηθεί. Πονούσε. Άγγιξε διάφορα σημεία στην πλάτη του. Τα πίεσε, μαλακά στην αρχή, πιο πολύ στη συνέχεια. Δεν ήταν τόσο άσχημα τα πράγματα. Ο πόνος ήταν ως επί το πλείστον διακεκομμένος, και στα περισσότερα σημεία υποχωρούσε. Εκτός από τη σπονδυλική στήλη, εκεί παρέμενε σταθερός, επίμονος. Το μόνο που μπορούσε να ελπίζει για την ώρα ήταν να μην είχε σπάσει κάποιο κόκαλο.
Άκουσε βήματα να πλησιάζουν.

Και μια γυναικεία φωνή να λέει στα αγγλικά «Τόλμησες να έρθεις στο σπίτι μου. Έβλαψες τα παιδιά μου. Θα το πληρώσεις με την ίδια σου την καταραμένη ζωή, θνητέ».
Ο Μαρτίν είδε τους τρεις βρικόλακες να περνάνε δίπλα από τις φλόγες και να στέκονται μερικά μέτρα μακριά του. Ήταν όλοι τους σώοι, αβλαβείς. Η Ρεβέκκα και ο Νικολάι δεν είχαν καμιά πληγή πια και έμοιαζαν πανίσχυροι. Μπροστά τους είχαν την αγαπημένη τους Κόμισσα, που τους έσωσε από βέβαιο θάνατο.

Η Κόμισσα μίλησε ξανά. Είπε στον Μαρτίν «Σκότωσα τόσους πολλούς θνητούς σήμερα, που θα μπορούσα να χαρίσω μια ζωή. Τη δική σου. Αλλά αυθαδίασες, ξεπέρασες τα μικρά όρια που έχετε εσείς τα ανίδεα θηράματα. Κι αυτό ήταν μέγα λάθος». Η Κόμισσα χαμογέλασε. «Είσαι γίγαντας, αλλά μόνο στην όψη. Για μένα, είσαι αδύναμος και πρόκειται να γίνεις, να σε κάνουμε, ένα άδειο κουφάρι που απλά θα πρέπει να το πετάξουμε από το σπίτι».

Η Ρεβέκκα και ο Νικολάι χαμογέλασαν κι αυτοί, και ο Μαρτίν ετοιμάστηκε για την επικείμενη επίθεση.

Τάκης Κομνηνός

Συνεχίζεται…

One response to “Η Εντολή της Κόμισσας – Μέρος Τρίτο – 3.IV”

  1. Υπέροχο!!!!! Το μόνο στενάχωρο είναι η μετάλλαξη του αγαπημένου μας Φάμπιαν 🙁

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading