Η Δήμητρα φόρεσε το σιέλ βαμβακερό μπουρνούζι της πάνω από το μπλε μαγιό της, χτένισε τα βρεγμένα κοντά μαλλιά της και προχωρώντας προς το βάθρο έριξε μια κλεφτή ματιά γύρω της. Ο ήλιος καυτός ακόμη λαμπερός και επιβλητικός στεκόταν πάνω από την θάλασσα στον ουράνιο θρόνο του, ενώ κόσμος είχε μαζευτεί για την απονομή των βραβείων σε αγώνες ανοιχτής θαλάσσης για τους αθλητές της τρίτης ηλικίας. Τρίτη ηλικία! Όταν πλησίαζε τα σαράντα είχε αγοράσει ένα βιβλίο με τίτλο “10 έξυπνες αποφάσεις για μία γυναίκα πριν τα 40” και το διάβασε με μεγάλη προσοχή, υπογραμμίζοντας τις πιο σημαντικές συμβουλές. Μερικές από αυτές τις βρήκε πολύ σπουδαίες, όπως να κάνετε έξυπνες επιλογές ή να επικοινωνείτε με τους ανθρώπους ή να δημιουργήσετε συνθήκες οικονομικής ασφάλειας. Ειδικά αυτό ακόμη και σήμερα το προσπαθεί πολύ. Όμως δύο δεν ξέχασε… να συνεχίσετε να μαθαίνετε και να εκμεταλλεύεστε τις δυνατότητές σας!
Βασικά και μιλώντας με ειλικρίνεια, από όλες τις συμβουλές δεν είχε καταφέρει καμία να ακολουθήσει! Όταν έκλεισε τα πενήντα, πίστευε ότι είχε έρθει η ώρα να ασχοληθεί λίγο με τον εαυτό της, μειώνοντας τον χρόνο που αφιέρωνε στην εργασία. Τι ουτοπία! Όχι μόνο δεν είχε μειώσει τις εργατοώρες, αλλά αντιθέτως αυτές είχαν αυξηθεί με έναν ανεξήγητο τρόπο. Ή μάλλον υπήρχε εξήγηση. Στα 54 άλλαξε τελείως χώρο εργασίας και πήρε την απόφαση να χωρίσει. Τα πάντα ήρθαν πάνω κάτω στην ζωή της. Έλιωσε από την πολύ δουλειά, μάτωσε το κορμί της. Τα κατάφερε όμως να σταθεί στα πόδια της και ευτυχώς ένα μαγικό ραβδάκι, σαν και αυτό που κρατούν οι νεράιδες, την χτύπησε στους ώμους, ακριβώς στην εκπνοή της δεκαετίας, βοηθώντας την να συνειδητοποιήσει το πόσο λίγο χρόνο αφιέρωνε σε εκείνη, μια ζωή χωρίς όρια, δουλειά, αφοσίωση στους άλλους και για εκείνη το τίποτα!
Από μικρή αγάπησε την θάλασσα, ή καλύτερα την ερωτεύτηκε, εκεί, στα βραχάκια στην Σουβάλα της Αίγινας. Εκεί έμαθε να κολυμπάει και ακόμη θυμάται πώς ξεκίνησε εκείνο το ζεστό πρωινό του Ιούλη φορώντας ένα ολόσωμο κόκκινο μαγιό, που κάλυπτε το λεπτό μαυρισμένο κορμάκι της, πλαισιωμένη από μία τεράστια επίσης κόκκινη κουλούρα. Όλο το πρωινό το είχε περάσει ακολουθώντας τις συμβουλές της αδελφής, μέχρι να μάθει να επιπλέει μόνη της και τα κατάφερε η μικρή, θυμίζοντας σκυλάκι που το έχεις ρίξει στα νερά και χαρούμενο κουνάει πόδια και χέρια. Με πόση χαρά είχε ανέβει την ανηφόρα για να ανακοινώσει τα χαρμόσυνα νέα στην μητέρα της, “Μαμά, μαμά έμαθα να κολυμπάω!”. Πού να το πιστέψει η μάνα! Τόσο μικρή να μάθει κολύμπι! Αλλά το επιβεβαίωσε λίγες ώρες αργότερα στην απογευματινή χαλάρωση, ύστερα από τις πρωινές δουλειές του σπιτιού. “Μα δεν είναι ούτε πέντε, κοίτα την πώς κουνάει τα χέρια και τα πόδια!”, έλεγε με καμάρι η μάνα. Από εκείνο το πρωινό μέχρι σήμερα, στο μόνο μέρος που ένιωθε ευχαρίστηση και γαλήνη, όμοια με εκείνη που νιώθει η ταλαιπωρημένη ψυχή στον παράδεισο, ήταν η θάλασσα. Όχι μόνο της άρεσε να την βλέπει, αλλά περισσότερο να την νιώθει να ποτίζει το διψασμένο κορμί της. Όταν πήγαινε στην πρώτη γυμνασίου, είχε κάνει δύο και μοναδικές επισκέψεις στην πισίνα της περιοχής με το σχολείο, μία εκπαιδεύτρια της είχε δείξει την τεχνική, μία ανάσα, το κεφάλι μέσα, κουνάμε τα χέρια και τα πόδια και μετά εκπνοή. Δύο φορές ήταν αρκετές για την μικρή και έτσι βελτίωσε το κολύμπι της. Αργότερα, όταν αισθανόταν πιεσμένη, πάλι στην πισίνα έτρεχε να βουτήξει και εκεί παρακολουθώντας τα παιδιά που έπαιρναν μαθήματα, βελτίωνε την τεχνική της. Στην θάλασσα πια ήταν που αισθανόταν βασίλισσα ή μάλλον γοργόνα. Ατελείωτες ώρες μέσα στο νερό, πάνω κάτω, χαζεύοντας τα ψαράκια με τα πολύχρωμα λέπια τους. Όταν το επέτρεπε και ο βυθός να είναι αμμώδης, έκανε και την γυμναστική της, τροχαδάκι και μετά ασκήσεις μέσα στο νερό. Αν δεν έκλεινε 2 ώρες κολύμπι και ασκήσεις, δεν έβγαινε. Αρκετές ήταν οι φορές που έπιανε την κουβέντα με τις γιαγιάδες που κολυμπούσαν έξω έξω την ώρα της γυμναστικής και αυτό της άρεσε. Τις παρατηρούσε τις ηλικιωμένες γυναίκες με τα καπελάκια τους και τα γυαλιά ηλίου που απολάμβαναν το δροσερό νερό της θάλασσας ανταλλάσσοντας τις απόψεις τους για διάφορα σημαντικά θέματα, που τις περισσότερες φορές κατέληγαν σε ένα κοινό πρόβλημα “τι θα μαγειρέψεις σήμερα φιλενάδα;”. Τις χαίρονταν η ψυχή της για τα γέλια τους, την αισιοδοξία τους, “μακάρι κι εγώ να είμαι έτσι στην ηλικία τους!”, έλεγε από μέσα της. Να έχω λίγη από την ξενοιασιά τους και την χαρά τους! “Μα μήπως δεν θα τις φτάσω κι εγώ σε λίγα χρόνια;” αναρωτιόταν πολλές φορές και κούναγε το κεφάλι της. Δηλαδή σε πόσα χρόνια; Μήπως του χρόνου, δεν θα μετράς τα εξήντα; Εξήντα! Παναγία μου! Πάει το 5 από μπροστά, το 4 άστο, είναι παρελθόν, το 3 δε, μια αιωνιότητα! Και τι θα κάνω τότε; Θα συνεχίσω τον ίδιο τρόπο ζωής, δηλαδή δουλειά, σπίτι, άντε και κανένα καφέ με τις φιλενάδες! Κάτι πρέπει να γίνει άμεσα αν θέλω να δω και το 7 ή ακόμη και το 8 μπροστά από το 0. Η αλήθεια είναι ότι η Δήμητρα πρόσεχε την διατροφή της, δεν κάπνιζε, περπατούσε αρκετά και κατά καιρούς το έριχνε στο περπάτημα και έφτανε και μέχρι το Παλαιό Φάληρο, από το σπίτι της 2 ώρες πήγαινε έλα, με γρήγορο βήμα παρακαλώ, για να μην ρίξει τους καρδιακούς παλμούς. Στο περπάτημα δεν την έφτανε κανείς! Αλλά δεν της ήταν αρκετό.
“Το βρήκα! Θα πάρω μέρος σε αγώνες ανοιχτής θαλάσσης, τι παραπάνω έχουν οι συνομήλικοί μου;”, αναρωτήθηκε από μέσα της ένα πρωινό και με μιας θυμήθηκε ένα από τα είδωλά της. Τρείς ανθρώπους θαύμαζε στην ζωή της όλους κι όλους, γιατί δεν της άρεσε να βλέπει την ψυχή της προσκολλημένη με τα γήινα. Καποδίστριας, Μαρία Κάλλας και τέλος ο Γιαννιώτης. Τον τελευταίο τον γνώρισε την εποχή των Ολυμπιακών αγώνων στο Ρίο της Βραζιλίας, όταν πήρε μέρος σε αυτό το άθλημα που μέχρι εκείνη την εποχή της ήταν άγνωστο. Και μέσω αυτού του αθλητή, υπόδειγμα ήθους και στάσης ζωής, το αγάπησε περισσότερο το υγρό στοιχείο και τότε ήταν που της είχε μπει η ιδέα να λάβει και εκείνη μέρος. Βέβαια η ηλικία της ήταν που την φρέναρε, καθώς και οι δυνατότητές της. Δεν είχε λάβει ποτέ αθλητική παιδεία, πώς θα το κατάφερνε αυτό το επιχείρημα; Από εκείνη την ημέρα παρακολουθούσε βιντεάκια με μαθήματα κολύμβησης. Ευτυχώς που η τεχνολογία προσφέρει τέτοιες δυνατότητες εκμάθησης και ό,τι έβλεπε μετά το έκανε πράξη είτε στην παραλία κοντά στο σπίτι της, είτε στα λιμανάκια της Βουλιαγμένης, εκεί που ο θαλάσσιος παράδεισος, ο γεμάτος με διαφορετικού μεγέθους και χρώματος ψάρια, την περίμενε κάθε καλοκαίρι. Στην αρχή δυσκολευόταν, κουραζόταν εύκολα, μετά όμως από έναν μήνα τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα και η διάρκεια και ο χρόνος είχαν βελτιωθεί. Ευτυχώς που ο καλός καιρός στην Ελλάδα κρατάει μέχρι τον Νοέμβριο και τα μπάνια τα σταμάταγε αργά, κάποιες φορές έμπαινε και ο Δεκέμβρης και εκείνη κολυμπούσε απτόητη χωρίς κανένα φόβο μην κρυώσει. Τι να πάθει, ίσα ίσα οι χειμώνες την έβρισκαν σε άριστη φυσική κατάσταση. Μέχρι που διάβασε για μια κυρία 75 χρόνων, συνδημότισσα, που ενώ είχε μείνει χήρα από τα 68, αντί να κάτσει να κλαίει στον καναπέ που είχε μείνει μόνη, τα παιδιά της πια μεγάλα με τις οικογένειές τους, αποφάσισε να γραφτεί στην πισίνα του δήμου της και να προπονείται 3 φορές την εβδομάδα μιάμιση ώρα την φορά παρακαλώ και ύστερα από προσπάθεια και κόπο είχε λάβει σε αγώνες Master ανοιχτής θαλάσσης. Μέχρι την ηλικία των 75 χρόνων, κάθε χρόνο έτρεχε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και ριχνόταν στα νερά παλεύοντας με τα κύματα. Είχε διακριθεί πολλές φορές και όσο προπονείτο, τόσο πείσμα έβαζε.
Το ίδιο θα έκανε και εκείνη. “Αφού τα κατάφερε αυτή, μπορώ κι εγώ!”, σκέφτηκε.
Και ένα φθινόπωρο γράφτηκε για άλλη μια φορά στην πισίνα και ξεκίνησε κι εκείνη δειλά δειλά τις προπονήσεις μόνη της αρχικά. Δύο φορές και σταδιακά έφτασε μέχρι να πηγαίνει κάθε μέρα. Τα 200 μέτρα ήταν ο πρώτος στόχος της και αφού τα έφτασε σε καλό χρόνο, ανέβηκε στα 400 μέχρι να κατακτήσει τα 1000 μέτρα. Ποιος να της το έλεγε πριν λίγα χρόνια ότι θα έφτανε η μέρα να κολυμπάει αυτή την απόσταση χωρίς να λαχανιάζει! Και όταν έκανε μια επίσκεψη στον καρδιολόγο για να την εξετάσει πιο σωστά και της έδωσε το πράσινο φως, τότε αισθάνθηκε σαν το πουλί που το αφήνει κανείς ελεύθερο να πετάξει.
“Η καρδιά σας είναι εικοσάχρονης”, την διαβεβαίωσε ο γιατρός και της ήρθε να τον φιλήσει από την χαρά της. Από εκείνη την ημέρα, η Δήμητρα δεν βαρυγκώμησε ποτέ ξανά, όσο δουλειά και να είχε, έβρισκε χρόνο για το κολύμπι της και έπειτα από έναν χρόνο βρήκε έναν προπονητή και γράφτηκε και στον σύλλογο των παλαίμαχων αθλητών και οι προπονήσεις έγιναν πιο επαγγελματικές.
Την χρονιά που έκλεισε τα 62, θα την θυμάται για πολλά χρόνια. Πέρασε ένας χειμώνας μέσα στην πισίνα, καμία άλλη δραστηριότητα δεν υπήρχε στην ζωή της. Κοιτούσε τον προπονητή στα μάτια ακολουθώντας τις υποδείξεις του με ευλάβεια και το καλοκαίρι επιτέλους συνέχισε την προσπάθειά της σε άλλα νερά, θαλάσσια, γαλανά, παρέα με άλλους αθλητές. Από την Βούλα μέχρι τα λιμανάκια της Βουλιαγμένης, μέχρι τα βραχάκια και πίσω πάλι, τα ψαράκια και οι γλάροι ήταν αυτά που την ενεθάρρυναν.
Και ένιωθε μεγάλη γαλήνη στην ψυχή, σαν να προσεύχεται στον Κύριο, γιατί η φύση έκανε το θαύμα της για άλλη μια φορά. Ένα άλλο καλό που της συνέβη, ήταν ότι δημιούργησε καινούριες φιλίες. Μαζί με αυτήν και άλλοι συνομήλικοι είχαν τη τρέλα να κολυμπούν ώρες ατελείωτες και ήταν η αγάπη για την θάλασσα που τους ένωνε και όχι η πρωτιά ή κάποιο βραβείο. Η οικογένειά της ήταν περήφανη για αυτή, η κόρη της μιλούσε για εκείνη και το χόμπι της με χαρά.
“Έτσι να γίνουμε και εμείς, σαν την μάνα μου, αγωνίστρια και αθλήτρια!” έλεγε η νεαρή στις φίλες της με καμάρι.
Ο Σεπτέμβρης μπήκε γρήγορα και η Δήμητρα πήρε μέρος για πρώτη φορά σε αγώνες, εκεί, στο νησί των Σπετσών. Η στιγμή για να δοκιμάσει τις δυνάμεις της είχε φτάσει και το πρωινό των αγώνων για τα 1000 μέτρα την βρήκε αρκετά αγχωμένη. Μετά σκέφτηκε ότι σημασία είχε το ταξίδι της, πόσο είχε κουραστεί για να φτάσει σε αυτό το σημείο. Βασικά ό,τι είχε καταφέρει στην ζωή της το είχε κατακτήσει με πολύ κόπο, τίποτα δεν της είχε χαριστεί. Αφού ξύπνησε πρωί πρωί με την ανατολή του ήλιου, κάθισε στο μπαλκόνι του δωματίου της ατενίζοντας το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας, την οποία την παρακάλεσε να είναι γλυκιά και ήρεμη μαζί της, να μην έχει κύματα και ρεύματα, έπειτα σήκωσε το κεφάλι της να δει τον ήλιο που είχε ξυπνήσει από τον βραδινό του ύπνο και ήπιε μία γουλιά καφέ. Μετά από λίγο έβαλε το μαγιό της, ετοίμασε την τσάντα της με τα απαραίτητα για τον αγώνα και κατέβηκε στην υποδοχή του ξενοδοχείου να συναντήσει τους υπόλοιπους.
Η παραλία η οποία θα τους δεχόταν, ήταν ευτυχώς κοντά και σε δέκα λεπτά είχαν φτάσει στον προορισμό τους. Οι αθλητές άφησαν τα πράγματά τους στην άμμο, έβγαλαν τα ρούχα τους, φόρεσαν τα σκουφάκια και τα γυαλάκια τους και πήραν θέση. Η Δήμητρα είχε σταθεί στην άκρη για να βλέπει καλύτερα τους συναθλητές της. Έκανε τον σταυρό της και μόλις ο κριτής έδωσε το σήμα εκκίνησης, χώθηκε στα γαλανά νερά ξεκινώντας τον αγώνα της. Συχνά κοιτούσε μπροστά για να μην χάσει την ευθεία πορεία της, ακολουθώντας τις πορτοκαλί σημαδούρες. “Ένα, δύο, τρία, εκπνοή”, επαναλάμβανε συνέχεια. Μερικές φορές χρειάστηκε να παρεκκλίνει λίγο για να μην πέσει πάνω στους μπροστινούς της. Ευτυχώς ο ήλιος δεν ήταν ακόμη καυτός και ήταν τόσο λαμπερός όσο έπρεπε για να μπορεί να έχει καλή και καθαρή ορατότητα. Όταν άρχισε να κουράζεται, σαν να αισθάνθηκε ένα χέρι να την τραβάει μπροστά και μια φωνή να της μιλάει απαλά στο αυτί… “μην φοβάσαι, θα τα καταφέρεις!”. Για κλάσματα του δευτερολέπτου γύρισε το κεφάλι δεξιά να δει ποιος μιλάει. Μα είναι δυνατόν; Σαν την φωνή της μάνας της έμοιαζε… μια φωνή που είχε να ακούσει πενήντα χρόνια! “Κοίτα μπροστά και συγκεντρώσου στην ευθεία. Διατήρησε το στυλ σου!”, συνέχισε η φωνή. “Ένα, δύο, τρία, πέντε, δέκα, σε λίγο φτάνεις στην στροφή και μετά 3 σημαδούρες και τέλος! Έφτασες!”.
Με μία χεριά πέρασε μπροστά, σήκωσε το χέρι ψηλά χτυπώντας το στην πινακίδα έγκαιρα και να που τερμάτισε πρώτη. Απίστευτο! Ποιος να της το ‘λεγε ότι θα ζούσε τέτοιες στιγμές! Με το που βγήκε έξω έτρεξαν οι δικοί της να την σφίξουν στην αγκαλιά τους. Η Δήμητρα έβαλε τα κλάματα, γιατί για εκείνη ήταν ένας τεράστιος άθλος. Ήταν η μόνη από τους συναθλητές της που δεν είχε ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο από μικρή, ούτε συμμετείχε σε συλλόγους και σε αγώνες. ‘Όμως η αγάπη της για την θάλασσα και το νερό ήταν αρκετά να την κινητοποιήσουν, να την ξεβολέψουν από τις συνήθειές της, από τον καναπέ και τις ατελείωτες ώρες στην δουλειά. Η ζωή είχε τόσες χαρές να της δώσει μετά τα εξήντα… Ένα νούμερο είναι μόνο και τίποτε άλλο. Η στιγμή της απονομής του μεταλλίου της χαράκτηκε στην ψυχή της. Απέναντί της η κόρη της, η αδελφή της, οι δικοί της άνθρωποι που ζούσαν και αυτοί την χαρά της. Έσκυψε το κεφάλι πιάνοντας το μετάλλιο στα χέρια της, το φίλησε και σηκώνοντας τα μάτια να κοιτάξει την θάλασσα, σαν να πέρασαν από τα μάτια της το κορίτσι με το κόκκινο μαγιό και την μεγάλη κουλούρα και η μάνα να στέκεται δίπλα στην μικρή, να την χαιρετούν χαρούμενες στέλνοντάς της δύο φιλιά. Αυτό ήταν η επιβεβαίωση ότι η απόφασή της να κυνηγήσει το όνειρό της σε αυτή την ηλικία ήταν η καλύτερη από όσες είχε λάβει στην ζωή της.
Οι καλές αποφάσεις τελικά δίνουν ελευθερία και δύναμη για να ολοκληρωθεί ο εαυτός κάθε γυναίκας, μητέρας, συζύγου, όχι μόνο στα 40, αλλά και στα 60 και γιατί όχι και στα 70. Η ζωή έχει τόσες προκλήσεις που ευτυχώς σαν γυναίκες μπορούμε να αντιμετωπίζουμε με επιτυχία. Ζήτω η Τρίτη Ηλικία!
Δήμητρα Καμπόλη
