Ο ξεχασμένος επιβάτης

Ο Βασίλης μισούσε τις αργοπορημένες διαδρομές με το τρένο. Το βαγόνι μύριζε πάντα μπαγιάτικο καφέ και υγρό ύφασμα, ενώ τα τρεμοπαίζοντα φώτα του έκαναν τον πονοκέφαλό του χειρότερο. Αλλά ήταν ο γρηγορότερος τρόπος να φτάσει σπίτι του μετά τις βραδινές βάρδιες, οπότε το άντεχε.
Μέχρι που, την τρίτη εβδομάδα που έπαιρνε το ίδιο τρένο, παρατήρησε κάτι παράξενο.
Ένας άντρας με γκρι παλτό καθόταν πάντα στην ίδια θέση, στο πίσω μέρος του βαγονιού. Δεν μετακινούταν ποτέ, δεν αναγνώριζε κανέναν, απλώς κοίταζε έξω από το παράθυρο. Στην αρχή, ο Βασίλης το απέδωσε στη σύμπτωση—πολλοί άνθρωποι έχουν ρουτίνες. Αλλά κάτι στον άντρα του φαινόταν λάθος. Ήταν πάντα εκεί, είτε έπαιρνε το τρένο των 10:45, είτε το τελευταίο τα μεσάνυχτα.

Ένα βράδυ, η περιέργεια τον κυρίευσε. Καθώς το τρένο έτρεχε μέσα από τις σήραγγες, ο Βασίλης κάθισε απέναντι από τον άντρα, παρατηρώντας τον. Το δέρμα του φαινόταν χλωμό κάτω από τα φώτα, σχεδόν γκριζωπό. Τα δάχτυλά του, ακουμπισμένα στα πόδια του, ήταν μακριά και ακίνητα. Το πιο παράξενο; Η ανάσα του δεν θαμπωνόταν στο τζάμι, ενώ του Βασίλη θαμπωνόταν.
Αποφάσισε να του πιάσει κουβέντα. Μπορεί ο παράξενος επιβάτης να μην έδινε σημασία στους υπόλοιπους επιβάτες του συρμού, αλλά σε κάποιον που του μιλάει θα δώσει σημασία, δεν μπορεί.

Ο Βασίλης καθάρισε τον λαιμό του. “Δύσκολη μέρα;”
Ο άντρας δεν αντέδρασε.
Ο Βασίλης ένιωσε άβολα. Κοίταξε τους άλλους επιβάτες —δύο έφηβοι απορροφημένοι στα κινητά τους, μια ηλικιωμένη που έπλεκε, κι ένας άντρας που νύσταζε. Κανείς δεν φαινόταν να προσέχει τον άντρα με το γκρι παλτό.

Όταν το τρένο πλησίασε τη στάση του, ο Βασίλης σηκώθηκε. Πριν βγει, γύρισε να κοιτάξει πίσω. Ο άντρας δεν είχε κουνηθεί. Η αντανάκλασή του, όμως, έλειπε από το παράθυρο.
Ένα ρίγος διαπέρασε τον Βασίλη καθώς οι πόρτες έκλεισαν πίσω του.

Το επόμενο βράδυ, κάθισε κοντά στις πόρτες, παρακολουθώντας τον άντρα από απόσταση. Όταν το τρένο έφτασε στον τερματικό σταθμό, ο Βασίλης περίμενε να τον δει να φεύγει. Αλλά δεν έφυγε. Το τρένο απλώς ξεκίνησε την αντίστροφη διαδρομή του, παίρνοντας τον άντρα μαζί του ξανά μέσα στη νύχτα.

Αποφασισμένος να μάθει περισσότερα, ο Βασίλης έμεινε στην πλατφόρμα το επόμενο βράδυ, περιμένοντας το τρένο. Όταν έφτασε, παρακολούθησε τους επιβάτες να κατεβαίνουν—εκτός από τον άντρα με το γκρι παλτό, που παρέμενε ακίνητος.
Μαζεύοντας το θάρρος του, ο Βασίλης μπήκε στο τρένο και κάθισε δίπλα του. Ο αέρας γύρω από τον άντρα ήταν πιο κρύος από το υπόλοιπο βαγόνι. Γύρισε αργά το κεφάλι του και, για πρώτη φορά, ο Βασίλης είδε το πρόσωπό του καθαρά —βαθουλωμένα μάγουλα, κενά μάτια, χείλη που μόλις κουνήθηκαν όταν ψιθύρισε, “Με βλέπεις.”
Η ανάσα του Βασίλη κόπηκε. “Ποιος είσαι;”
Ο άντρας έγειρε το κεφάλι. “Δεν θυμάμαι.”
Ένα ρίγος διαπέρασε τον Βασίλη. “Γιατί είσαι πάντα σε αυτό το τρένο;”
Ο άντρας ανοιγόκλεισε τα μάτια αργά. “Γιατί δεν κατέβηκα ποτέ.”

Το τρένο τραντάχτηκε, τα φώτα τρεμόπαιξαν βίαια. Μια περίεργη πίεση γέμισε τα αυτιά του Βασίλη, και ξαφνικά, δεν ήταν πια στη θέση του —στεκόταν έξω από το τρένο, σε μια αποβάθρα που δεν αναγνώριζε. Ο κόσμος γύρω του φαινόταν θολός, τα χρώματα ξεθωριασμένα. Το τρένο απομακρύνθηκε, και μέσα από το παράθυρο, ο Βασίλης είδε τον εαυτό του —το σώμα του— να κάθεται εκεί που ήταν πριν ο άντρας με το γκρι παλτό.
Η αντανάκλασή του είχε εξαφανιστεί.

Το τρένο χάθηκε μέσα στο σκοτάδι του τούνελ, αφήνοντας τον Βασίλη πίσω. Ένας ακόμα ξεχασμένος επιβάτης, που περίμενε κάποιον νέο να πάρει τη θέση του.

Μέρες, ίσως και βδομάδες, πέρασαν. Ο Βασίλης περιπλανιόταν στην αποβάθρα, βλέποντας τα τρένα να περνούν, αλλά κανείς δεν τον πρόσεχε. Φώναζε, κουνιόταν μπροστά στους επιβάτες, μα ήταν σαν να μην υπήρχε.

Μια μέρα, ένα νέο πρόσωπο μπήκε στο τρένο. Μια νεαρή γυναίκα με σκουρόχρωμο παλτό. Καθόταν στην ίδια θέση που καθόταν κι εκείνος κάποτε. Τα μάτια της καρφώθηκαν στον άντρα με το γκρι παλτό.
Και τότε, για πρώτη φορά, ο Βασίλης είδε κάτι γνώριμο στο βλέμμα του άντρα. Δεν ήταν αδιάφορο. Ήταν γεμάτο… λύπη.
“Με βλέπεις;” ρώτησε η γυναίκα διστακτικά.
Ο άντρας έγνεψε.
Ο Βασίλης κατάλαβε. Όπως εκείνος είχε δει τον άντρα, έτσι τώρα η γυναίκα μπορούσε να τον δει. Το τρένο απαιτούσε έναν νέο επιβάτη.
Το φως τρεμόπαιξε ξανά. Ο αέρας πάγωσε. Ο άντρας με το γκρι παλτό άρχισε να ξεθωριάζει, και τη θέση του πήρε ο Βασίλης. Ένιωσε τα ρούχα του να αλλάζουν, το σώμα του να βαραίνει.
Η γυναίκα πάγωσε. “Ποιος… ποιος είσαι;”
Ο Βασίλης άνοιξε το στόμα του, μα μόνο μία φράση βγήκε:
“Δεν θυμάμαι.”

Το τρένο συνέχισε τη διαδρομή του μέσα στη νύχτα.
Η γυναίκα έμεινε σιωπηλή, κοιτάζοντας τον Βασίλη με το βλέμμα γεμάτο αμηχανία και φόβο. Τα μάτια της άρχισαν να ψάχνουν γύρω από το βαγόνι, σαν να ήθελαν να βρουν κάποια απάντηση που δεν υπήρχε. Ο Βασίλης ένιωθε το βάρος του εαυτού του να τον κατακλύζει, τη ζεστασιά του παλτού του να τον καλύπτει, αλλά κάτι μέσα του ένιωθε… κενό.

Ο άντρας με το γκρι παλτό, η εικόνα του τόσο καθαρή στη μνήμη του, ήταν τώρα μέρος του παρελθόντος. Το πρόσωπό του, γεμάτο θλίψη, τον είχε στοιχειώσει, και τώρα το ίδιο βλέμμα, το ίδιο πρόσωπο, ανήκε σε αυτόν. Το τρένο συνέχισε την ατελείωτη διαδρομή του, και ο Βασίλης συνειδητοποίησε κάτι φρικτό: είχε γίνει μέρος της ρουτίνας που είχε μισήσει τόσες φορές.

Η γυναίκα έβγαλε αργά τον καθρέφτη της από την τσάντα της και τον κοίταξε με τρόμο. Το βλέμμα της τον καταδιώκει, και καθώς εκείνος την παρακολουθούσε, το μυαλό του άρχισε να θολώνει. Δεν ήταν μόνο το τρένο, ούτε η αποβάθρα, αλλά το ίδιο το πεπρωμένο του. Κάτι περίμενε την ολοκλήρωσή του, και είχε γίνει μέρος ενός αέναου κύκλου. Δεν υπήρχε διαφυγή.

Η γυναίκα σηκώθηκε από τη θέση της και κοίταξε το παράθυρο. Το πρόσωπό της άλλαξε, σαν να άρχισε να καταλαβαίνει κάτι για το οποίο ο Βασίλης δεν είχε ποτέ πλήρη επίγνωση. Η φωνή της βγήκε αργά, σχεδόν σαν ψίθυρος: “Τι είσαι;”
Ο Βασίλης την κοίταξε, κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβε. Η γυναίκα είχε περάσει το ίδιο μονοπάτι που είχε περάσει κι εκείνος, και τώρα, όπως και εκείνος κάποτε, δεν είχε πια καμία απάντηση.
“Δεν θυμάμαι,” είπε ξανά, και το τρένο συνέχισε να τρέχει μέσα στη νύχτα, χωρίς τέλος.

Ο Βασίλης κοίταξε την γυναίκα, και για πρώτη φορά ένιωσε να τον διαπερνά μια περίεργη αίσθηση κατανόησης. Είχαν περάσει αμέτρητοι επιβάτες μέσα από το τρένο, όλοι τους εγκλωβισμένοι στον ίδιο αέναο κύκλο. Τίποτα δεν είχε νόημα πια. Ο κόσμος, ο χρόνος, όλα ήταν απλώς φαινομενικά, υπακούοντας σε έναν αόρατο νόμο που κανείς δεν μπορούσε να σπάσει. Ήταν όλοι τους ξεχασμένοι, ξεχασμένοι επιβάτες, στοιχειωμένοι από το ίδιο το τρένο, που δεν είχε τέλος και δεν είχε αρχή.

Η γυναίκα στάθηκε μπροστά του, κοιτάζοντας τον με μια αδιόρατη λύπη. “Και τώρα; Ποιο είναι το επόμενο βήμα;” ρώτησε, η φωνή της αβέβαιη. Είχε καταλάβει ό,τι ο Βασίλης είχε καταλάβει, αλλά δεν ήξερε τι να κάνει με την αλήθεια που μόλις αποκαλύφθηκε.
“Το επόμενο βήμα…” επανέλαβε ο Βασίλης, και για μια στιγμή η εικόνα του εαυτού του σαν άλλος επιβάτης, σαν να μην είχε ποτέ υπάρξει, γλίστρησε στη συνείδησή του. “Δεν υπάρχει επόμενο βήμα. Εδώ, είμαστε όλοι σταματημένοι. Κάθε φορά που νομίζουμε ότι το τρένο φτάνει κάπου, αυτό επιστρέφει πάλι στην αρχή. Κι εμείς απλώς μένουμε, περιμένοντας κάποιον νέο να έρθει και να πάρει τη θέση μας.”

Η γυναίκα έκατσε ξανά στη θέση της, και το βλέμμα της σκοτείνιασε. “Γιατί όμως;” ρώτησε με σιγανή φωνή. “Γιατί να παγιδευτούμε σε αυτό το τρένο;”

Ο Βασίλης σήκωσε το βλέμμα του, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. Το τοπίο ήταν θολό, η νύχτα ατέλειωτη, και τα τρένα συνεχώς περνούσαν χωρίς να σταματούν. “Μπορεί να μην είμαστε καν εδώ,” είπε. “Ίσως είμαστε μόνο τα απομεινάρια των ανθρώπων που πέρασαν κάποτε. Απλώς καθόμαστε, βλέπουμε το ταξίδι να συνεχίζεται και περιμένουμε να μας πάρει κάποιος άλλος. Εμείς δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να ξεχαστούμε.”

Στην ατέλειωτη σιωπή που ακολούθησε, ο Βασίλης κοίταξε την γυναίκα μια τελευταία φορά, αλλά αυτή τη φορά κάτι είχε αλλάξει στα μάτια της. Όχι φόβος, όχι τρόμος, αλλά αποδοχή. Η γυναίκα δεν ήταν πια απλώς μια θεατής της ίδιας τραγικής μοίρας. Τώρα, ήταν μέρος της.
“Αυτό είναι το πεπρωμένο μας,” είπε, και η φωνή της ήταν ήρεμη. “Αλλά τουλάχιστον, ξέρουμε.”
Και καθώς το τρένο συνέχιζε αδιάκοπα την πορεία του, η γυναίκα, ο Βασίλης και οι άλλοι επιβάτες αποδεχόντουσαν το ίδιο το αόρατο σύμπαν που τους κρατούσε παγιδευμένους. Όλοι τους, ξεχασμένοι, όλοι τους χωρίς όνομα. Το τρένο είχε γίνει το μόνο σπίτι τους, το μόνο σημείο του κόσμου που υπήρχαν και υπήρξαν κάποτε.

Το τρένο δεν σταματούσε ποτέ. Και οι επιβάτες του δεν θυμόταν πια αν είχαν ανέβει ποτέ στην αρχή του ταξιδιού ή αν απλώς υπήρχαν εκεί για πάντα. Όπως και αν είχε, το ταξίδι αυτό ήταν ατελείωτο και αμετάκλητο. Ήταν το ταξίδι τους, και ήταν ακριβώς ό,τι θα έμενε για πάντα.
Το τρένο συνέχιζε αδιάκοπα την πορεία του, χωρίς να φαίνεται να φτάνει πουθενά. Ο Βασίλης κοίταξε ξανά την γυναίκα και άρχισε να αντιλαμβάνεται την αλήθεια που του είχε διαφύγει τόσο καιρό. Δεν ήταν απλώς το τρένο που τους είχε παγιδεύσει. Ήταν κάτι πολύ πιο βαθύ.

Η εξήγηση ήρθε αργά, σαν μια φευγαλέα σκέψη που επιτέλους έβρισκε τη θέση της στο μυαλό του. Οι επιβάτες του τρένου, όπως εκείνος, όπως η γυναίκα, δεν ήταν απλώς ξεχασμένοι γιατί το τρένο τους είχε παρασύρει. Ήταν ξεχασμένοι γιατί είχαν χάσει τη σύνδεσή τους με τον κόσμο. Όταν το τρένο ξεκίνησε το ταξίδι του, είχε συλλέξει ανθρώπους που είχαν σταματήσει να ζουν πραγματικά. Άνθρωποι που είχαν αφήσει πίσω τους τις αναμνήσεις, τις επιθυμίες, τις φιλοδοξίες τους και είχαν αφοσιωθεί σε μια καθημερινότητα χωρίς νόημα, σε μια ζωή που κυλούσε απλά γιατί έπρεπε να κυλήσει. Και για αυτόν ακριβώς τον λόγο, κανείς δεν τους θυμόταν. Δεν είχαν τίποτα να προσφέρουν στον κόσμο γύρω τους γιατί είχαν πάψει να «είναι» πλήρως, είχαν πάψει να είναι παρόντες.

Οι άνθρωποι στο τρένο ήταν φαντάσματα του παρελθόντος τους, κλειδωμένα σε μια κατάσταση διαρκούς αναμονής, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι είχαν αποκοπεί από τον ίδιο τους τον εαυτό. Και καθώς το τρένο ταξίδευε μέσα στην ατέρμονη νύχτα, αυτοί οι άνθρωποι απλώς περνούσαν μέσα από τον χρόνο χωρίς να αφήνουν ίχνη πίσω τους. Δεν υπήρχαν αποτυπώματα, δεν υπήρχαν στιγμές για να τους θυμηθούν. Ήταν χαμένοι γιατί δεν είχαν πια τίποτα αληθινό να δείξουν. Ήταν σαν να μην είχαν ποτέ υπάρξει πραγματικά.

Ο Βασίλης κατάλαβε τώρα πως δεν ήταν το τρένο που τους έκανε να μην φαίνονται. Ήταν η ίδια τους η αποδοχή της αοριστίας, η επιλογή να ζουν μια ζωή χωρίς σκοπό και πάθος, χωρίς την ανάγκη να αφήσουν ένα σημάδι στον κόσμο. Ο κόσμος τους είχε ξεχάσει γιατί, εν τέλει, είχαν ξεχάσει οι ίδιοι τον εαυτό τους. Αν έφευγαν αύριο δεν θα άφηναν τίποτα πίσω, κανενός η ζωή δεν είχε γίνει καλύτερη ή χειρότερη από την παρουσία τους ή ακόμα και από την απουσία τους.

Και έτσι το τρένο συνέχιζε το ταξίδι του. Για όσο διάστημα υπήρχαν άνθρωποι να το επιβιβάζονται, το τρένο δεν θα σταματούσε ποτέ. Ήταν η αναμονή της λήθης, της απώλειας του εαυτού, μέχρι ο καθένας να συνειδητοποιήσει ότι μόνο όταν συνδέεται πραγματικά με τον κόσμο και την ύπαρξή του, μόνο τότε μπορεί να είναι αληθινά ζωντανός και να αφήσει το σημάδι του.
Αλλά για όσους είχαν χάσει την επαφή με τον εαυτό τους, το τρένο δεν είχε προορισμό. Είχαν ξεχαστεί πριν καν αρχίσουν το ταξίδι τους.

Αλεξάνδρα Καραφώτη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading