Την είδε στο αγαπημένο της μέρος. Καθόταν σ’ ένα γωνιακό τραπεζάκι μ’ ένα φλιτζάνι τσάι ν’ αχνίζει, τετράδια και μολύβια αραδιασμένα τριγύρω κι ένα τσιγάρο να καίει μόνο του στο τασάκι. Προσπαθούσε να απομνημονεύσει την τελευταία σελίδα του κεφαλαίου γιατί έδινε μάθημα το επόμενο πρωί.
«Θα τα πας καλά, αλλά δεν θα μπεις στο πανεπιστήμιο τελικά», δεν κρατήθηκε κι έκατσε μαζί της, βάζοντας την τσάντα στα γόνατά της. «Ωστόσο, δεν θα σταματήσεις να διαβάζεις. Η βιβλιοθήκη σου θα είναι τεράστια! Ούτε να γράφεις. Ούτε να ονειρεύεσαι…», χαμογέλασε κι έβγαλε τα γάντια της. Τα άφησε στο τραπέζι και κοίταξε το τσιγάρο που είχε πια σβήσει. Έβγαλε κι άναψε ένα καινούργιο. «Ούτε αυτό έκοψες, δυστυχώς, όπως βλέπεις. Όχι, ακόμα, τουλάχιστον».
Την είδε που σήκωσε το χέρι και με τα δάχτυλα χτένισε νευρικά τα μαλλιά της. Κοίταξε έξω τις σταγόνες της βροχής που κόλλησαν στο τζάμι.
«Αυτό το άγχος θα σε αρρωστήσει. Δεν είσαι η μόνη, βέβαια. Απλά θα είναι δύσκολο να το βρουν, θα κάνουν περίπου δύο χρόνια και όταν ακούσεις ότι αυτός ήταν ο λόγος για όλον αυτόν τον πόνο που περνάς, θα γελάσεις. Θα μάθεις να ζεις με αυτό. Θα μάθεις να ζεις με πολλά. Θα αλλάξεις, είναι φυσικό. Θα σε αλλάξουν οι καταστάσεις. Θα πληγωθείς, θα κυνηγηθείς. Θα απελπιστείς, θα καταρρεύσεις. Θα χάσεις ανθρώπους που αγαπάς, που δεν μπορείς να φανταστείς την ζωή σου χωρίς αυτούς. Θα προδοθείς από ανθρώπους που θεωρούσες φίλους. Όμως θα είσαι ευτυχισμένη! Ναι! Θα μάθεις να κουμαντάρεις το άγχος. Θα μάθεις να ζεις χωρίς εκείνους που αγαπάς γιατί θα τους κουβαλάς πάντα μαζί σου, στον τρόπο που μιλάς, στον τρόπο που κοιτάς, έτσι όπως θα σκέφτεσαι, όπως θα ντύνεσαι, όπως θα μαγειρεύεις. Έτσι όπως θα φροντίζεις τα παιδιά σου. Θα καταλάβεις, ναι, θα καταλάβεις την ζωή. Θα μάθεις. Τι, πώς και γιατί συμβαίνουν τα πράγματα στην ζωή. Και αυτή η γνώση θα είναι δύναμη, μεγαλύτερης αξίας από πτυχίο. Θα σηκωθείς, θα αναγεννηθείς. Θα βοηθήσεις, θα νουθετήσεις. Θα έρθουν νέοι άνθρωποι στην ζωή σου και νέες φίλες, κάποιες αδερφικές. Θα έρθει κι ο μεγάλος έρωτας. Δεν θα είναι τύχη όπως θα σου πουν. Θα είναι οι επιλογές σου, που έκανες με την καρδιά σου. Θα αγαπηθείς τόσο…», τράβηξε τα γάντια και τα φόρεσε ξανά.
Σηκώθηκε και στάθηκε να την παρατηρήσει μια τελευταία φορά. Χαμογέλασε, γιατί πάντα έβλεπε μέσα της το μικρό κορίτσι και όχι μόνο την γυναίκα. «Θα αλλάξεις, μα κάτι θα κρατήσεις για πάντα. Την ψυχή σου. Και με αυτήν θα αγαπήσεις τόσο μα τόσο πολύ, που τίποτα δεν θα μπορεί να σε αγγίξει πια!».
CC
