Το πρώτο πράγμα που έκανε η Άννα κάθε πρωί, ήταν να τσεκάρει το κινητό της. Όχι το ξυπνητήρι. Όχι το φως που έμπαινε από τις γρίλιες. Το κινητό.
Το άρπαξε από το κομοδίνο και ξεκλείδωσε την οθόνη με μια αυτοματοποιημένη κίνηση που είχε γίνει πλέον αντανακλαστική. Instagram, WhatsApp, Messenger. Κοιτούσε ειδοποιήσεις χωρίς πραγματικά να τις βλέπει. Ένα όνομα έψαχνε. Νίκος. Τίποτα.
Αναστέναξε. Ξανακοίταξε τη συνομιλία τους. Το τελευταίο της μήνυμα παρέμενε εκεί, εκτεθειμένο, απροστάτευτο, μόνο του. “Θέλω να σε δω από κοντά. Να πάμε κάπου χωρίς κινητά, χωρίς social, απλά να μιλήσουμε.”. Το είχε διαβάσει. Δεν είχε απαντήσει.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στην κουζίνα. Άνοιξε την καφετιέρα, αλλά το μυαλό της ήταν αλλού. Γιατί δεν απάντησε; Μήπως είπε κάτι λάθος; Μήπως ήταν υπερβολική; Έπιασε το κινητό ξανά. Έγραφε, έσβηνε. Έγραφε, έσβηνε. Τελικά το πέταξε στο τραπέζι.
– Τι κάνεις; Περιμένεις να απαντήσει με τηλεπάθεια;
Η Νάσια, η συγκάτοικός της, εμφανίστηκε στην κουζίνα με ένα oversized φούτερ και μάτια μισόκλειστα από τον ύπνο.
– Δεν ξέρω… Απλά με νευριάζει!
– Το ξέρεις ότι το ‘διαβάστηκε’ δεν σημαίνει τίποτα, έτσι;
– Όχι, σημαίνει. Σημαίνει ότι το είδε, αλλά δεν είχε τίποτα να πει.
– Ή σημαίνει ότι είναι ένας ακόμα τύπος που βαριέται να εξηγήσει ότι βαρέθηκε.
Η Άννα γύρισε και την κοίταξε.
– Κυνική, όπως πάντα.
– Ρε συ, Άννα… Δεν είναι κυνισμός. Είναι η πραγματικότητα. Σήμερα οι άνθρωποι εξαφανίζονται χωρίς λόγο, γιατί μπορούν. Δεν χρειάζεται να πουν ‘δεν νιώθω το ίδιο’, ‘δεν είμαι έτοιμος’, ‘δεν σε γουστάρω τελικά’. Απλά σε αφήνουν να μαντεύεις.
Η Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα. Ήξερε πως η Νάσια είχε δίκιο. Αλλά πότε οι σχέσεις έγιναν τόσο εύκολα αναλώσιμες; Πριν μια βδομάδα μιλούσαν σαν να ήταν οι μόνοι άνθρωποι στον κόσμο. Τώρα, ήταν ένα μήνυμα που απλά δεν άξιζε απάντηση.
Το κινητό της αναβόσβησε. Μια νέα ειδοποίηση. Η καρδιά της χτύπησε πιο δυνατά. Το πήρε στα χέρια της. Δεν ήταν ο Νίκος. Ήταν μια νέα ακολουθία στο Instagram. Από κάποιον άγνωστο. Η Άννα έκλεισε την οθόνη και άφησε το κινητό κάτω. Ξαφνικά, δεν ήθελε να το κοιτάξει άλλο. Ήθελε κάποιον να την κοιτάξει στα μάτια. Το κινητό της έμεινε κλειστό για ώρα. Ήταν παράξενο το πόσο βάρος κουβαλούσε μια τόσο μικρή συσκευή.
Η Άννα έφερε την κούπα του καφέ στα χείλη της, αλλά είχε ήδη κρυώσει. Αναστέναξε και σηκώθηκε από το τραπέζι.
– Τι θα κάνεις τώρα;, ρώτησε η Νάσια.
– Τίποτα. Δεν θα στείλω ξανά. Δεν θα ρωτήσω γιατί εξαφανίστηκε. Δεν θα γίνω κι εγώ μια από αυτές που κυνηγάνε κάποιον που ξεκάθαρα δεν ενδιαφέρεται.
Η Νάσια σήκωσε το φρύδι.
– Αυτό είναι το σωστό που λες ή το ψέμα που λες στον εαυτό σου;
Η Άννα γέλασε νευρικά.
– Ίσως λίγο κι από τα δύο.
Στην πραγματικότητα, ήθελε να φωνάξει. Να τον ρωτήσει γιατί της μιλούσε σαν να ήταν η πιο ενδιαφέρουσα γυναίκα στον κόσμο, μόνο και μόνο για να εξαφανιστεί χωρίς εξήγηση. Αλλά ήξερε την απάντηση. Επειδή μπορούσε. Επειδή όλοι μπορούν. Οι άνθρωποι σήμερα δεν χρειάζεται να χωρίσουν. Απλώς… σβήνουν. Αφήνουν ένα μήνυμα να αιωρείται, μέχρι να γίνει αρκετά αμήχανο για να το συνεχίσουν. Σταματούν να απαντούν, να εμφανίζονται, να υπάρχουν. Και μετά; Προχωρούν στην επόμενη συνομιλία.
Η Άννα άνοιξε το Instagram. Μηχανικά. Το δάχτυλό της κύλησε στην αρχική. Ζευγάρια χαμογελαστά. Selfies με φίλτρα. Άνθρωποι που δείχνουν τόσο ευτυχισμένοι, τόσο σίγουροι. Και εκείνη; Μια ειδοποίηση που δεν ήρθε ποτέ.
Ξαφνικά, το κινητό δονήθηκε. Μήνυμα από τον Νίκο. Η καρδιά της χτύπησε πιο δυνατά. ‘Συγγνώμη, μωρέ, χάθηκα λίγο.’. Η Άννα έσφιξε τα χείλη της. Κλασική ατάκα. Τόσο προβλέψιμη που σχεδόν τη θύμωνε.
– Μάντεψε ποιος θυμήθηκε ότι υπάρχω! είπε στη Νάσια, σηκώνοντας το κινητό.
– Χμμμ… Να μαντέψω; Ο τύπος που εξαφανίστηκε και τώρα θέλει να δει αν ακόμα περιμένεις;
Η Άννα δεν απάντησε. Το ήξερε. Το ήξερε, αλλά… πώς να το εξηγήσεις αυτό; Αυτό το γελοίο, παράλογο κομμάτι του εαυτού σου που θέλει να ακούσει μια δικαιολογία, που θέλει να πιστέψει ότι υπάρχει μια λογική εξήγηση; Κοίταξε ξανά το μήνυμα. ‘Συγγνώμη, μωρέ, χάθηκα λίγο. Πολλή δουλειά αυτές τις μέρες’. Δεν χάθηκε. Δεν ήταν χαμένος. Απλώς είχε κάτι καλύτερο να κάνει. Μέχρι που ξαναθυμήθηκε την ύπαρξή της. Άφησε το κινητό κάτω.
– Δεν θα απαντήσεις; ρώτησε η Νάσια.
Η Άννα πήρε μια βαθιά ανάσα. Το βλέμμα της έμεινε κολλημένο στην οθόνη. Τα δάχτυλά της αιωρούνταν πάνω από το πληκτρολόγιο, παλεύοντας με μια σκέψη που δεν ήξερε αν έπρεπε να αφήσει ελεύθερη. Αν απαντήσω, σημαίνει ότι επιτρέπω αυτό το παιχνίδι. Αλλά αν δεν απαντήσω…; Δεν ήταν τόσο απλό. Γιατί μέσα από εκείνη την οθόνη, μέσα από εκείνο το μήνυμα, κρυβόταν κάτι μεγαλύτερο. Η ελπίδα. Η ελπίδα ότι ίσως όντως είχε πολλή δουλειά. Ότι ίσως πραγματικά δεν ήθελε να την αφήσει πίσω, απλά δεν πρόλαβε. Ότι ίσως – ίσως – ενδιαφερόταν ακόμα. Γι’ αυτό ήταν τόσο δύσκολο να μην απαντήσει. Γιατί όταν περιμένεις ένα μήνυμα, δεν περιμένεις απλά έναν άνθρωπο. Περιμένεις μια επιβεβαίωση ότι αξίζεις. Τα μάτια της άρχισαν να θολώνουν. Τι περίμενε ακριβώς; Να αλλάξει κάτι;
Η Νάσια την κοιτούσε αμίλητη.
– Τι σκέφτεσαι;
Η Άννα δάγκωσε το χείλος της.
– Ότι δεν θέλω να παίζω. Θέλω να ξέρω.
– Και τι θα κάνεις για αυτό;
Η Άννα κοίταξε ξανά το μήνυμα. ‘Συγγνώμη, μωρέ, χάθηκα λίγο. Πολλή δουλειά αυτές τις μέρες.’. Αυτή τη φορά, αντί να σβήσει και να ξαναγράψει, πάτησε αποστολή. ‘Καταλαβαίνω. Αλλά να σου πω την αλήθεια, δεν θέλω να είμαι κάποια που απλά θυμάσαι όταν έχεις χρόνο.’. Έστειλε. Και μετά έκλεισε το κινητό. Δεν ήξερε αν θα απαντούσε. Δεν ήξερε αν θα άλλαζε κάτι. Αλλά για πρώτη φορά, η ελπίδα δεν ήταν στο αν εκείνος θα την ήθελε. Ήταν στο αν εκείνη θα ήθελε ξανά να τον περιμένει.
Η Άννα έκλεισε το κινητό της και κοίταξε τη Νάσια, που την παρατηρούσε με ενδιαφέρον.
– Πώς νιώθεις; ρώτησε η Νάσια.
Η Άννα αναστέναξε, προσπαθώντας να βάλει σε λόγια τις σκέψεις της.
– Ξέρεις, συνειδητοποιώ ότι φοβάμαι την οικειότητα. Είναι πιο εύκολο να κρατάω αποστάσεις παρά να επιτρέψω σε κάποιον να με πλησιάσει πραγματικά.
Η Νάσια έγνεψε καταφατικά.
– Το καταλαβαίνω. Στην ψηφιακή εποχή, έχουμε συνηθίσει την απόσταση. Οι σχέσεις μας περιορίζονται σε μηνύματα και likes, χωρίς πραγματική επαφή.
Η Άννα σκέφτηκε για λίγο και συνέχισε:
– Και με τόσες επιλογές διαθέσιμες, οι άνθρωποι γίνονται αναλώσιμοι. Αν κάτι δεν πάει καλά, απλά προχωράμε στον επόμενο, χωρίς να προσπαθούμε.
Η Νάσια χαμογέλασε πικρά.
– Ναι, η δέσμευση μοιάζει ξεπερασμένη. Πάντα πιστεύουμε ότι υπάρχει κάτι καλύτερο εκεί έξω, και αυτό σκοτώνει τη σύνδεση πριν καν ξεκινήσει.
Η Άννα κούνησε το κεφάλι της.
– Μιλάμε συνεχώς, αλλά δεν επικοινωνούμε πραγματικά. Οι συζητήσεις μας είναι επιφανειακές, χωρίς βάθος.
Η Νάσια την κοίταξε με κατανόηση.
– Ίσως ήρθε η ώρα να αλλάξουμε τον τρόπο που προσεγγίζουμε τις σχέσεις. Να επιδιώκουμε την πραγματική επαφή και να μην φοβόμαστε την οικειότητα.
Η Άννα χαμογέλασε.
– Συμφωνώ. Ίσως αυτός είναι ο μόνος τρόπος να βρούμε την αληθινή σύνδεση που αναζητάμε.
Η Άννα και η Νάσια κοιτάχτηκαν, νιώθοντας το βάρος της συνειδητοποίησης.
– Ίσως πρέπει να κάνουμε την αρχή., είπε η Άννα με αποφασιστικότητα.
– Να αφήσουμε τις οθόνες και να δώσουμε προτεραιότητα στις πραγματικές στιγμές., πρόσθεσε η Νάσια.
Αφροδίτη Αυγερινού
