Australis

Η Τριανταφυλλιά έμαθε από μικρή την τέχνη της κομμωτικής. Πλανόδια, τότε δεν υπήρχαν κομμωτήρια, γυρνούσε από χωριό σε χωριό, συνήθως σε γάμους και ειδικές περιστάσεις, αποκτώντας σταθερή πελατεία τρεις αρχόντισσες, λάμβανε συχνά καλά φιλοδωρήματα. Ταυτόχρονα βοηθούσε στα χωράφια την οικογένεια και στο σπίτι την μαμά και την γιαγιά. Ήταν η πρώτη κόρη της οικογένειας, ακολουθούσαν ακόμα δυο κόρες και δυο γιοι, πέντε στο σύνολο αδέλφια, προκομένη, όπως την αποκαλούσαν, και ακόμα δεν είχε «κλείσει» τα δεκαέξι. Το όνειρό της όμως ήταν άλλο, μακριά από τα χωράφια και την κομμωτική, διάβαζε να δώσει εξετάσεις για μαία, και αλήθεια προσπάθησε πάρα πολύ να πείσει τον πατέρα της που ήταν κάθετος με τις σπουδές. Εκείνα τα χρόνια και πολλά ακόμα μετά, θεωρούσαν πως οι γυναίκες σαν σκοπό είχαν μόνο τον γάμο, τον σύζυγο και την οικογένειά τους, τα παιδιά και το σπίτι τους. Οτιδήποτε άλλο αποσπούσε την προσοχή τους, τις μετέτρεπε σε κακές συζύγους και μάνες. H Τριανταφυλλιά όμως που αγαπούσε την μελέτη και τα παιδιά, κατάφερε και έδωσε εξετάσεις, μα απέτυχε για δυο μόλις μόρια. Ο πατέρας, της είχε δώσει μόνο μια ευκαιρία και παρόλο που εκείνη ήθελε να ξαναδώσει, της έκανε καβγά και την απέτρεψε από το όνειρό της, οπότε και εκείνη σαν καλή και υπάκουη κόρη, συνέχισε να χτενίζει και να κουρεύει στα τριγύρω χωριά.

Ένα απόγευμα που άλλαξε την ζωή της, την φώναξε η γειτόνισσα, η κυρά Σεβαστή να πάει να την χτενίσει, θ’ ερχόταν ο ξάδελφός της να την επισκεφτεί. Πήγε όντως η κοπέλα στην κυρά Σεβαστή, την ήξερε από γεννησιμιού της, το ίδιο και τους γιους της που είχαν φύγει για την Αυστραλία και οι δυο. Συνέχεια μίλαγε η κυρά Σεβαστή γι’ αυτούς, ότι είχαν βρει δουλειά, μηχανικός ο ένας στα τρένα και υδραυλικός ο άλλος σε νοσοκομείο. Πολλή δουλειά, αλλά θα φτιάξουν ένα καλό κομπόδεμα και θα μπορέσουν σε λίγα χρόνια να επιστρέψουν.

– Τι καλά θα ήταν Τριανταφυλλιά μου, να έβρισκαν και προκομμένες γυναίκες! Μαζί θα δούλευαν και έτσι πιο γρήγορα, με παραπάνω μισθούς, θα έφτιαχναν κομπόδεμα και θα επέστρεφαν στην πατρίδα…
– Και πώς θα πήγαιναν σε αυτή την ξένη χώρα κυρά Σεβαστή οι νύφες;
– Ε πώς, δεν πάνε έτσι! Τις στέλνουν πρόσκληση, βγάζουν χαρτιά και εξετάζονται από γιατρούς, γίνεται ο αρραβώνας και πάνε να βρουν τους γαμπρούς, που τις περιμένουν στο λιμάνι, να γίνει ο γάμος.
– Γίνεται αυτό κυρά Σεβαστή, αλήθεια;
– Γίνεται! Θα ήθελες εσύ να πας Τριανταφυλλιά στην Αυστραλία νύφη;
– Πώς θα πάω κυρά Σεβαστή; Δεν έχω ταξιδέψει ποτέ!
– Αν εσύ θέλεις, θα σε ζητήσω από τον πατέρα σου και θα ταξιδέψεις, θα βρούμε τον τρόπο.
Το σκέφτηκε καλά η Τριανταφυλλιά και της έκανε μια τελευταία ερώτηση.
– Και ποιον γιο σου θα παντρευτώ κυρά Σεβαστή;
– Φρονιμότερο το βλέπω να πάρεις τον μεγάλο γιο μου, Τριανταφυλλιά, τον Στέργιο.

Συμφώνησε η Τριανταφυλλιά, αν και είχε παραλύσει από τον φόβο, μόνη σε μια ξένη χώρα με έναν άντρα που είχε χρόνια να δει και μεγαλύτερο της κατά δέκα χρόνια. Μα και στο χωριό αν έμενε, τι θα έκανε; Δεν μπορούσε να δώσει εξετάσεις, θα δούλευε στα τριγύρω χωριά, θα παντρευόταν, θα έμενε. Ενώ στην Αυστραλία, ήταν μια άλλη χώρα, όσο και αν την φόβιζε, άλλο τόσο την γοήτευε η ιδέα να φύγει από το χωριό της.

Οι διαδικασίες ξεκίνησαν με γοργούς ρυθμούς, ενημερώθηκε ο Στέργιος και έδωσε την συγκατάθεσή του στην κυρά Σεβαστή να ζητήσει την Τριανταφυλλιά για λογαριασμό του. Έστειλε και γράμμα στον πατέρα της Τριανταφυλλιάς που την ζητούσε και επίσημα.
«Κύριε Γιώργο, είμαι δουλευταράς και τίμιος, γνωρίζονται οι οικογένειές μας χρόνια, ξέρετε τι άνθρωποι είμαστε, θα προσέχω την κόρης σας και θα είμαι καλός σύντροφος. Σας ζητώ να με εμπιστευτείτε και να μου την δώσετε γυναίκα μου». Δεν ήθελε πολύ ο κυρ Γιώργος να πειστεί, την επόμενη ημέρα έγινε ο αρραβώνας. Φώναξαν παπά και με την φωτογραφία του Στέργιου τους αρραβώνιασαν, το ίδιο και στην Αυστραλία. Από τότε ξεκίνησε και η αλληλογραφία με τον μέλλον σύζυγό της. Της έγραφε πόσο θα την προσέχει, πώς είναι τα πράγματα με την ελληνική κοινότητα και πως έπρεπε να «γραφτεί» και σε νυχτερινό σχολείο, να μάθει αγγλικά, έτσι ώστε να έχει και το προτέρημα της ξένης γλώσσας.

Η Τριανταφυλλιά αναγκαστικά έμεινε στην Αθήνα σε μια ξαδέλφη της, να φτιάξει τα χαρτιά για τα οποία ταλαιπωρήθηκε ένα χρόνο. Λόγω των πολλών ανθρώπων που μετανάστευαν, η έκδοση της βίζα δεν ήταν απλή υπόθεση. Όταν την ειδοποιήσαν από το προξενείο πως όλα ήταν έτοιμα, πήρε δώρα στον άνδρα και τον κουνιάδο, πήρε και σε ένα μπαούλο την προίκα της, της έστειλε και ο Στέργιος τα εισιτήρια με ένα γράμμα που της εξηγούσε πώς είναι το πλοίο, πόσες ημέρες θα κάνει και πού θα την περιμένει στο λιμάνι. Ο πατέρας της την όρκισε να προσέχει και να μην πολυκυκλοφορεί, να είναι σεμνή και να σκέφτεται μόνο τον άνδρα που την περιμένει. Έτσι η Τριανταφυλλιά δεκαεννιά χρονών , μπήκε στο πλοίο Australis, με προορισμό το λιμάνι του Σίδνεϋ.

Κόσμος πολύς στο λιμάνι, πολλά κορίτσια σαν αυτή, που τις περιμέναν γαμπροί στην άλλη άκρη της γης, μα και μετανάστες που έλπιζαν σε μια καλύτερη τύχη, γέμισαν το πλοίο που απέπλεε γεμάτο όνειρα και ελπίδες.
Έμεινε στην ίδια καμπίνα με μια κοπέλα από την Ρόδο. Το πλοίο ήταν τεράστιο, είχε εστιατόριο, σάλα για χορό, μέχρι και κινηματογράφο. Έκαναν καλή παρέα όλες αυτές τις ημέρες, δέθηκαν σαν να γνωρίζονταν από παλιά, μικρές και οι δυο έτρωγαν και χάζευαν τους άλλους που χόρευαν, χωρίς να μπουν στην σάλα, έξω από το κατάστρωμα. Με τα λίγα χρήματα που είχαν, κατάφεραν και δυο φορές να δουν κινηματογράφο και ως εκεί ήταν η διασκέδασή τους. Αν κάποιος άνδρας τις κοίταζε ή κάποιος ναύτης, έριχναν το βλέμμα χαμηλά να μην προκαλούν και γρήγορα έτρεχαν προς το δωμάτιο να κρυφτούν.

Σε αυτό το κλίμα, μέσα σε ένα πλοίο από μετανάστες έφτασαν στον Σίδνεϋ. Αποχωρίστηκαν η μία την άλλη με την υπόσχεση να βρεθούν και βάλθηκαν να βρουν τους γαμπρούς που τις περίμεναν. Ο Στέργιος περίμενε μαζί με τον κουνιάδο της, μόλις την είδε, την αναγνώρισε αμέσως από μια φωτογραφία που του είχε στείλει και ενθουσιασμένος την αγκάλιασε. «Είσαι πιο όμορφη από κοντά!» της ψιθύρισε και εκείνη κοκκίνησε μονομιάς, κρύβοντας την συστολή της ανάμεσα στα χέρια της. Ο Στέργιος ήταν όμορφος, τον θυμόταν από όταν ήταν παιδιά, ψηλός, γεροδεμένος και με μια ευγενική έκφραση που πάντα είχε αποτυπωμένη στο πρόσωπό του. Ένιωσε ασφάλεια στην αγκαλιά του, αλλά πρώτα έπρεπε να παντρευτούν.

Εκείνη δούλεψε σε εργοστάσιο κοπής ρούχων, ο Στέργιος δεν ήθελε να δουλέψει σε κομμωτήριο, ζήλευε, γιατί θα έπρεπε να βάφει τα νύχια της και να ντύνεται μοντέρνα, οπότε συμβιβάστηκε με την ιδέα πως θα έκανε οποιαδήποτε δουλειά, άλλωστε θα ήταν για λίγα χρόνια, σύντομα θα επέστρεφαν την Ελλάδα.

Ήταν καλή στην δουλειά της και ο εργοδότης βοηθούσε τους μετανάστες. Στο εργοστάσιο ήταν Έλληνες, Ιταλοί και Τούρκοι ανακατεμένοι με τους ντόπιους. Πληρωνόντουσαν καλά, και αν παρέδιδαν περισσότερα τεμάχια ημερησίως, λάμβαναν μηνιαίο μπόνους. Ζούσαν μαζί με τον κουνιάδο που αναζητούσε και εκείνος μια καλή κοπέλα από την Ελλάδα σε ένα τριάρι, στην ελληνική κοινότητα, διάσπαρτη από Αυστραλούς που είχαν ενθουσιαστεί από τα ελληνικά φαγητά της Τριανταφυλλιάς. Δίπλα ήταν η ιταλική κοινότητα ανάμεικτη και με άλλες εθνικότητες. Μετά την δουλειά, και το σχολείο, μαγείρευαν όλοι μαζί, έπλεναν μαζί, μιλούσαν με μεικτές λέξεις, είχαν δημιουργήσει την δική τους διάλεκτο, ο ξενιτεμός τους ένωνε, ζούσαν σαν ένα σώμα, προσπερνώντας τις φυλετικές διακρίσεις και τις δυσκολίες της γλώσσας. Τα Σαββατόβραδα μπανιαρισμένοι και κομψοί όλοι, πήγαιναν για χορό, πότε στην αίθουσα της ορθόδοξης εκκλησίας πότε στο πολιτιστικό κέντρο της καθολικής. Χόρευαν συνήθως ευρωπαϊκούς χορούς και έπιναν αναψυκτικά και κρασί ρεφενέ πληρώνοντας ένα μικρό ποσό.
Κάπως έτσι πέρασε ο καιρός και βρέθηκαν να μετράνε δυο χρόνια μακριά από την Ελλάδα. Η κυρά Σεβαστή μα κι η μητέρα της ήταν πρόθυμες να μεταναστεύσουν να κρατήσουν τα μωρά τους, όταν με το καλό θα έκαναν. Μα όσο και αν προσπαθούσαν, μωρό δεν ερχόταν. «Δεν πειράζει Τριανταφυλλιά μου, την επόμενη φορά» την ενθάρρυνε ο Στέργιος και σκούπιζε τα δάκρυά της.

Στα δυο χρόνια που πέρασαν, ο κουνιάδος της παντρεύτηκε μια Ιταλίδα από τον διπλανό συνοικισμό, και μόλις ένα χρόνο μετά γεννήθηκε το πρώτο μωρό της οικογένειας. Ο Μανώλης, ήταν έναν όμορφο μωρό που έμοιαζε στην Ιταλίδα μητέρα του, μα λόγω κοινών χαρακτηριστικών του ζευγαριού, όλοι έλεγαν πόσο πολύ μοιάζει του πατέρα του, προκαλώντας του περηφάνεια! Ο Στέργιος και η Τριανταφυλλιά χαίρονταν πολύ, μα μέσα τους ένιωθαν θλίψη και αγωνία αν και εκείνοι θα καταφέρναν να κάνουν παιδιά και όσο ο χρόνος περνούσε τόσο η αγωνία τους μεγάλωνε.

Περάσαν επτά χρόνια και αποφάσισαν με τα χρήματα που είχαν μαζέψει, να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Ο κουνιάδος της με την οικογένειά του, θα έμενε στην Αυστραλία, θα αγόραζε εκεί ένα σπίτι, δεν μπορούσε να φανταστεί την ζωή του όπως πριν, στο χωριό.

Επιστρέφοντας, έμειναν στην πεθερά της, δίπλα ήταν και η δική της οικογένεια, αγόρασαν κτήματα και έγιναν εξ ολοκλήρου αγρότες. Κανείς πριν δεν φανταζόταν πως αυτό το ήρεμο, άτεκνο ζευγάρι είχε ζήσει στο εξωτερικό επτά χρόνια. Αν δεν ήταν το σαράκι που τους έτρωγε, η ευτυχία τους θα ήταν απλή, όπως την ζήτησαν εξ αρχής, αυτοί οι ταπεινοί άνθρωποι.

Πήγαν σε πόσους γιατρούς, δυστυχώς δεν θα μπορούσαν να κάνουν παιδιά, το επιβεβαίωσαν από άκρη σε άκρη, γύρισαν την Αυστραλία. Κανείς δεν κατηγόρησε κανέναν, ούτε οι συγγενείς, ίσα ίσα, τους αγάπησαν περισσότερο όταν αιτήθηκαν να υιοθετήσουν στην Ελλάδα πλέον.

Και όταν επιτέλους κράτησαν το παιδί τους αγκαλιά, μετά από χρόνια αναμονής, η κοινωνική λειτουργός, τους ενημέρωσε πως υπάρχει κάποιο πρόβλημα, ένα κτύπημα στο κεφάλι στέρησε την νοητική ανάπτυξη στο βρέφος.
«Αυτό το παιδί με διάλεξε» είπε η Τριανταφυλλιά και το έσφιξε περισσότερο πάνω της.
«Έχουμε χρήματα, θα το κάνουμε καλά» συμπλήρωσε και ο Στέργιος αγκαλιάζοντας και τους δυο.

Με την αγάπη τους, έδωσαν ζωή και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης σε ένα μωρό. Η Τριανταφυλλιά μπορεί να μην κατάφερε να γίνει μαία, μα βοήθησε στην γέννα της ελπίδας στα μάτια του πλάσματος που την φώναζε «μαμά».

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading