Η Λήδα στεκόταν μπροστά στο σιδερένιο πορτόνι του αρχοντικού και ένιωθε τον χρόνο να βαραίνει τους ώμους της. Κάτι την ξαναέφερνε σε αυτό το σπίτι. Δεν ήξερε τι. Το σπίτι αυτό έμοιαζε να ανασαίνει μέσα στη νύχτα με τις ξεθωριασμένες κουρτίνες να σαλεύουν πίσω από τα ραγισμένα παράθυρα. Μια παλιά κληρονομιά από μια θεία που δεν είχε γνωρίσει ποτέ, ένα σπίτι που κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει.
Η Λήδα σταύρωσε τα χέρια και σήκωσε το φρύδι της κοιτώντας την εξώπορτα. Είχε μεγαλώσει πολύ πλέον και ήξερε ότι δεν είχε πολύ χρόνο πια. Όμως κάτι την τράβαγε σε εκείνο το σπίτι. Επί τριάντα και πλέον χρόνια είχε απορία. Τι ήταν εκείνη η σκιά στον καθρέφτη που την είχε κάνει να τραπεί σε φυγή; Μήπως δεν έπρεπε να μπει; Τι είχε όμως πλέον να χάσει; Σε λίγο θα πέθαινε. Το ήξερε. Εξάλλου, μία ανούσια ζωή είχε ζήσει. Κενή. Τελικά παραμέρισε τις όποιες επιφυλάξεις της και έσπρωξε την πόρτα, που αναστέναξε βγάζοντας έναν οξύ και διαπεραστικό ήχο.
Το εσωτερικό του σπιτιού μύριζε παλιό ξύλο και κλεισούρα. Το πάτωμα έτριζε κάτω από τα βήματά της. Σε κάθε της βήμα ένιωθε ότι άκουγε τον απόηχο άλλων παλαιότερων βημάτων. Στο σαλόνι το ρολόι στεκόταν ακίνητο. Αυτό το ρολόι της είχε κινήσει το ενδιαφέρον και τότε, πριν τριάντα χρόνια, που είχε ξαναεπισκεφτεί το σπίτι. “Έχει σταματήσει στις 11.59”, σκέφτηκε πλησιάζοντας. Την ίδια ώρα έδειχνε και τότε. Η Λήδα άγγιξε το ξύλο του. Ήταν ζεστό, πράγμα περίεργο. Κάπου βαθιά στο σπίτι, ακούστηκε ένας ψίθυρος. Γύρισε απότομα. Έτρεξε και άναψε ένα κερί. Το φως τρεμόπαιζε, ο ψίθυρος ακούστηκε ξανά και μέσα στον καθρέφτη κάτι κινήθηκε. Μια σκιά, μια θολή μορφή στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη. Η Λήδα κράτησε την ανάσα της. Η μορφή ήταν ενός άντρα, όμως ήταν ξεθωριασμένη σαν να είχε σβήσει τα χαρακτηριστικά ο χρόνος. Μόνο τα μάτια του ξεχώριζαν. “Περίεργο και μελαγχολικό βλέμμα”, σκέφτηκε η τρομαγμένη Λήδα. Έκανε ένα βήμα μπροστά και ένιωσε ότι διέσχισε τον καθρέφτη. Ένα παλιό συναίσθημα την πλημμύρισε. Ένας άνεμος σηκώθηκε μέσα στο δωμάτιο, που δεν ήταν άλλος από τον χρόνο, που κύλησε προς τα πίσω θέλοντας να ξετυλίξει μυστικά που από όλους είχαν ξεχαστεί. Το σπίτι όμως όχι, δεν είχε ξεχάσει. Το σπίτι περίμενε. Και τώρα ο χρόνος άρχιζε ξανά.
Ο άνεμος τύλιξε τη Λήδα, τη βύθισε στη δίνη του και η πραγματικότητα ράγισε. Το ξύλινο πάτωμα κάτω από τα πόδια της έπαψε να τρίζει και η σκόνη στον αέρα καθάρισε. Ένας πολυέλαιος με το φως του έλουζε τον χώρο. Η Λήδα κοίταξε γύρω της. Το σαλόνι είχε αλλάξει. Δεν υπήρχε πια εγκατάλειψη. Τα έπιπλα ήταν λαμπερά και η ατμόσφαιρα μύριζε τριαντάφυλλο και φρέσκο γυαλισμένο ξύλο. Παρατήρησε τα χέρια της. Ήταν χέρια νέας γυναίκας. Κοίταξε τη μορφή της στον καθρέφτη και είδε το πρόσωπό της αρυτίδιαστο, όπως ήταν πολύ νέα. Στην πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι καθόταν ένας άντρας μελαχρινός με έντονα χαρακτηριστικά και μάτια που της θύμιζαν κάτι. Την κοιτούσε. “Μα… τι…” η φωνή της Λήδας έσπασε. Ο άντρας σηκώθηκε αργά. Το κοστούμι του ήταν παλιό, αρχοντικό, αλλά άψογα διατηρημένο. “Επέστρεψες”, της είπε.
Η Λήδα έκανε ένα βήμα πίσω. “Δεν… δεν καταλαβαίνω”. Ο άντρας πλησίασε με μια θλίψη ζωγραφισμένη στα μάτια του. “Αμαλία… Ή μήπως να σε φωνάζω αλλιώς”;
Ένα ρίγος τη διαπέρασε. Ο αέρας γύρω της βάρυνε. Το ρολόι χτύπησε μία φορά δυνατά, κάτι σαν προειδοποίηση.
Και τότε η μνήμη τη χτύπησε σαν κύμα.
Το αρχοντικό δεν της ήταν ξένο. Το γνώριζε. Όχι όπως κάποιος που το επισκέπτεται, αλλά όπως κάποιος που το έχει ζήσει. Ο άντρας μπροστά της δεν ήταν άγνωστος. Τον ήξερε. Και ο χρόνος την είχε γυρίσει πίσω για να της τον θυμίσει. Η Λήδα ένιωσε μια ζάλη και το μυαλό της να χάνεται. Ήταν ακόμα εκείνη σωστά; Ή μήπως ήταν κάποια άλλη; κάποια που ανήκε σε αυτό το σπίτι, σε αυτή την άλλη εποχή; Τα χέρια της έτρεμαν. Ο άντρας την κοιτούσε με βλέμμα που κουβαλούσε αιώνες αναμονής. “Ποιος… ποιος είσαι;”, ψέλλισε.
“Δε με θυμάσαι”. Δεν ήταν ερώτηση, ήταν πεποίθηση. Η Λήδα έκανε ένα βήμα πίσω. “Όχι”, απάντησε. Ο άντρας πήρε μια αργή ανάσα, σαν να προσπαθούσε να δαμάσει κάτι μέσα του. “Πολύ καλά”. Έδειξε την πολυθρόνα απέναντί του. “Κάθισε”, της είπε. Το σώμα της υπάκουσε πριν καν προλάβει να σκεφτεί. Τα δάχτυλά της άγγιξαν το παλιό ύφασμα και ένα νέο κύμα μνήμης τη χτύπησε. Γέλια δίπλα στο τζάκι. Δάχτυλα που ακουμπούσαν απαλά στο χέρι της. Ένα φιλί κλεμμένο κάτω από το χρυσό φως των κεριών. Η Λήδα τινάχτηκε από τη θέση της λαχανιασμένη. Ο άντρας την παρατηρούσε προσεκτικά. “Πριν πολλά χρόνια”, άρχισε, “ήσουν εδώ. Και εγώ… ήμουν εδώ”. Το στόμα της ήταν στεγνό. “Πότε;” “Το 18..”. Η Λήδα έτριψε το μέτωπό της. “Αυτό δεν μπορεί…”. “Μπορεί”. Το ρολόι πίσω τους γρύλισε, οι δείκτες του πάλευαν να κινηθούν, όμως κάτι τους κρατούσε ακίνητους.
Ο άντρας πήγε ένα βήμα πιο κοντά της. “Σε λένε Λήδα τώρα. Αλλά τότε… τότε σε έλεγαν Αμαλία”. Το όνομα την χτύπησε σαν ηλεκτρισμός. Αμαλία… Τα κομμάτια του παζλ γύριζαν μέσα της. Η μία ανάμνηση διαδεχόταν την άλλη. Ο άντρας μπροστά της… τον είχε αγαπήσει κάποτε. Είχε σταθεί εδώ, σε αυτό το ίδιο δωμάτιο κάτω από το φως του ίδιου πολυελαίου. Είχαν υποσχεθεί αιώνια αγάπη.
Και έπειτα, κάτι είχε συμβεί. “Τι… τι έγινε με εμάς”; ψέλλισε. Ο άντρας έσφιξε τα χείλη του. “Δεν μπόρεσα να σε προστατέψω”. Η Λήδα ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά. “Αλλά τώρα επέστρεψες”, είπε εκείνος. “Πρέπει έστω και τώρα να λυτρωθώ από το βάρος της πίκρας, από την αιώνια φυλακή αυτών των τοίχων. Τότε δεν πρόλαβα. Έχω ξαναπροσπαθήσει. Κάθε τέτοια μέρα ανά τριάντα χρόνια ξαναπροσπαθώ είτε μόνος μου είτε μαζί σου. Απόψε θα τα καταφέρω. Δε θα τον αφήσω να μου πάρει εσεν…”. Και τότε το ρολόι χτύπησε για άλλη μία φορά. Η Λήδα ή μήπως η Αμαλία, στάθηκε αποσβολωμένη. Το σπίτι ήταν ζωντανό.
Και μαζί του οι μνήμες της. Η Αμαλία στεκόταν μπροστά στο τζάκι και το μεταξωτό της φόρεμα γλιστρούσε γύρω από τα πόδια της. Ο άντρας, ο Ανδρέας, κρατούσε τα χέρια της μέσα στα δικά του. “Δεν μπορούμε να φύγουμε”. “Πρέπει”. Η φωνή της έτρεμε. “Δεν μπορούμε…”. Η πόρτα χτύπησε δυνατά. Η καρδιά της πάγωσε.
Ήταν ο σύζυγός της.
Η Λήδα τραβήχτηκε προς τα πίσω. “Ήμουν παντρεμένη!”. Ο Ανδρέας έγνεψε αργά. “Αλλά με αγαπούσες”.
Τα κομμάτια ενώνονταν. Ένας παράνομος έρωτας. “Μας κατάλαβε, έτσι δεν είναι;”, η φωνή της Λήδας βγήκε σιγανή.
Ο Ανδρέας έκλεισε τα μάτια. “Ναι”.
Τότε…
Το δωμάτιο άρχισε να σκοτεινιάζει. Η Αμαλία άκουσε έναν βαρύ μεταλλικό ήχο και οπισθοχώρησε. Τα χείλη της έτρεμαν. Ο σύζυγός της στεκόταν στο κατώφλι. Στα μάτια του φούντωνε η οργή.
“Πρόδωσες τον όρκο σου!”. Ο Ανδρέας στάθηκε μπροστά της προστάτευοντάς την.
“Δεν την αγαπάς!”.
Ο άντρας χαμογέλασε ψυχρά. “Δεν χρειάζεται”.
Η λάμα άστραψε.
Το αίμα των δύο εραστών έβαψε το χαλί. Το ρολόι σταμάτησε στις έντεκα και πενήντα εννέα.
Τώρα…
Η Λήδα ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά.
“Δεν κατάφερες να με σώσεις, να μας σώσεις…”
Ο Ανδρέας την πλησίασε, το βλέμμα του ήταν γεμάτο πόνο.
“Αλλά αυτή τη φορά… ίσως τα καταφέρω”.
Το ρολόι έδειχνε 11.59.
Και η νύχτα ξεκίνησε ξανά. Ο αέρας βάρυνε τόσο που η Λήδα ένιωσε ότι ήταν αδύνατο να αναπνεύσει. Δεν υπήρχαν πια αμφιβολίες. Ήταν η Αμαλία. Και αυτή ήταν η νύχτα που πέθανε. Ο Ανδρέας την κοίταξε. Δεν ήταν πια μόνο μια σκιά του παρελθόντος, ήταν ζωντανός, όπως και εκείνη. Η ανάμνηση δεν ήταν ανάμνηση. Ήταν το τώρα. Η πόρτα του σαλονιού έτριξε.
Η Λήδα γύρισε απότομα. Ένας άντρας στεκόταν στο κατώφλι, το πρόσωπό του ήταν θολό. Ο χρόνος το εμπόδιζε να αποκαλυφθεί πλήρως. Αλλά η Λήδα ήξερε ποιος ήταν. Ο σύζυγός της. Στο χέρι του το ατσάλι της λάμας έλαμπε στο φως του πολυελαίου. “Αμαλία”. Η φωνή του ήταν ψυχρή, όπως τη θυμόταν. Ο Ανδρέας κινήθηκε μπροστά της, ακριβώς όπως τότε. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Όχι. Αυτό είχε ξαναγίνει. Ήξερε τι θα ακολουθούσε. Πρώτα θα πέθαινε αυτή και μετά ο Ανδρέας. Το αίμα τους θα έβαφε το πάτωμα. Μετά θα οπισθοχωρούσαν παγιδευμένοι. Και τότε… Όχι αυτή τη φορά! Η Λήδα ένιωσε ότι πλέον δεν είχε τίποτα να χάσει. Αυτή θα πέθανε το πολύ πολύ, αλλά θα απελευθέρωνε εκείνον.
Η Λήδα ένιωσε το σώμα της να ξυπνά, να ελευθερώνεται από την παγίδα του χρόνου.
Ο σύζυγός της όρμησε μπροστά, η λεπίδα έσκισε τον αέρα. Η Λήδα δεν σκέφτηκε. Άρπαξε το βαρύ ρολόι από το τραπέζι δίπλα της και το πέταξε πάνω του με όλη της τη δύναμη. Ένα σπαρακτικό σκούξιμο ακούστηκε και το σώμα του άντρα σωριάστηκε στο πάτωμα. Η λεπίδα του έπεσε από το χέρι.
Ο Ανδρέας την κοίταξε εμβρόντητος. Ποτέ πριν δεν είχε ξανασυμβεί αυτό. Η Λήδα πήρε μια κοφτή ανάσα.
Το ρολόι πίσω της άρχισε δουλεύει ξανά, οι δείκτες του κινούνταν. Ο χρόνος δεν ήταν πια σταματημένος. Είχαν αλλάξει το παρελθόν.
Ο Ανδρέας πλησίασε αργά τα δάχτυλά του στο πρόσωπό της. “Είσαι ακόμα εδώ”.
Η Λήδα χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια. Άρπαξε τον Αντρέα από το χέρι και πλησίασε στον καθρέφτη. Το σπίτι γύρω ήταν και πάλι να ξεθωριασμένο, εγκαταλειμμένο και σιωπηλό. Αλλά τώρα, δεν υπήρχε τίποτα τρομακτικό. Ο χρόνος προχωρούσε. Και αυτή τη φορά, προχωρούσαν μαζί του. Η Λήδα έκλεισε τα μάτια της και άφησε τον αέρα να γεμίσει τα πνευμόνια της. Κάτι είχε αλλάξει. Δεν ήταν πια το φάντασμα του παρελθόντος, ούτε η αντανάκλαση μιας άλλης ζωής. Ήταν παρούσα, νέα και ζωντανή. Ο Ανδρέας την κρατούσε ακόμα, αλλά το άγγιγμά του ήταν διαφορετικό τώρα. Δεν υπήρχε φόβος, δεν υπήρχε αγωνία. Μόνο αγάπη. Η λάμψη του πολυελαίου δεν υπήρχε, η φλόγα μόνο ενός κεριού τρεμόπαιζε. Το ρολόι, όμως, συνέχιζε να λειτουργεί.
Ο Ανδρέας την κοίταξε βαθιά στα μάτια. “Ο χρόνος προχώρησε, Αμαλία”. Η Λήδα χαμογέλασε. “Λήδα”, τον διόρθωσε απαλά. Εκείνος χαμογέλασε επίσης. “Τι γίνεται τώρα;” ρώτησε εκείνη. Ο Ανδρέας έριξε μια ματιά γύρω του και ένιωσε ότι το σπίτι τούς αφήνε να φύγουν. “Τώρα… ζούμε”. Η Λήδα ένιωσε μια απίστευτη ελαφρότητα. Χωρίς να κοιτάξει πίσω, έσφιξε το χέρι του και τον τράβηξε προς την έξοδο. Τούς δινόταν μια δεύτερη ευκαιρία. Το σπίτι αυτό θα το γκρέμιζαν και θα σφράγιζαν για πάντα το παρελθόν.
Το παλιό ρολόι χτύπησε μία τελευταία φορά. Η ώρα ήταν 12.00 και η πόρτα του αρχοντικού έκλεισε πίσω τους για πάντα.
Φωτεινή Νικολοπούλου
