14/2/2023 – Ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, στις δέκα το βράδυ.
Μαγειρεύει το αγαπημένο φαγητό της γυναίκας του, έχει προνοήσει να αγοράσει και το αγαπημένο της κρασί. Να της κάνει κι αυτός μια φορά έκπληξη σήμερα που θα αργούσε στη δουλειά. Κι εκεί που όλα είναι σχεδόν έτοιμα, χτυπάει το τηλέφωνο από την υπηρεσία. Έγινε φόνος, μια κοπέλα σκότωσε τον σύντροφό της, πρέπει να πάει. Όσο ντύνεται, αναρωτιέται τι το ήθελε να γίνει ντεντέκτιβ, μάλλον το Εγκληματολογικό και Ερευνών ακουγόταν σαν κάτι με κύρος. Και η Λένα, η γυναίκα του, σίγουρα θα καταλάβει. Κι αυτή στην υπηρεσία εργάζεται, ως ψυχίατρος. Κρίμα που χάλασε η βραδιά, την αγαπάει πολύ τη Λένα, μόλις ένα χρόνο παντρεμένοι και όλα είναι όπως τα έχουν ονειρευτεί. Κι αυτή η υπόθεση τώρα, δηλαδή να γίνει φονικό και μέρα που είναι, αφού δεν τα έβρισκαν ας χώριζαν, σκέφτεται.
Φτάνοντας στο χώρο του εγκλήματος, μπαίνει στο διαμέρισμα. Ανώγειο, σαλόνι, υπνοδωμάτιο, μια κουζίνα και ένα μπάνιο. Το πτώμα είναι στη κουζίνα. Σύμφωνα με την εκδοχή της κοπέλας, ο σύντροφός της της επιτέθηκε και ούσα σε αυτοάμυνα, τον μαχαίρωσε. Περίεργο βέβαια που όλα τα χτυπήματα είναι στο μέρος της καρδιάς, τα αίματα γύρω από τη σωρό έχουν σκουπιστεί και το μαχαίρι είναι ευλαβικά τοποθετημένο σε μια πετσέτα. Θέλει να τα βάλει με τη σήμανση, όμως του εξηγούν πως ακριβώς έτσι βρήκαν τον χώρο. Η δράστης κάλεσε την άμεση δράση και ενημέρωσε πως ο σύντροφός της ήταν νεκρός. Της επιτέθηκε και για να σωθεί τον μαχαίρωσε.
Πρέπει να πάρει μια πρώτη κατάθεση, οπότε περνάει στο σαλόνι που βρίσκεται η κοπέλα. Παρατηρεί το διαμέρισμα, παλιό μεν, όμως πολύ όμορφα διακοσμημένο. Φαίνεται πως οι ένοικοι αγαπούσαν το σπίτι που νοίκιαζαν. Αναμνηστικά, φωτογραφίες, πίνακες και μικροπράγματα που φαίνεται να τα έχουν διαλέξει με πολλή αγάπη. Γιατί λοιπόν να καταλήξουν στο φονικό δυο νέοι άνθρωποι; Αλλά με τόσα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, δεν είναι να απορεί κανείς. Πάλι καλά αυτός έχει τη Λένα του και μια γλυκιά και ήρεμη σχέση. Σταματάει έξω από το υπνοδωμάτιο του ζευγαριού. Μία ρομαντική διακόσμηση σε χρώματα που σε ηρεμούν, μάλλον δεν αρκούν τα χρώματα, σκέφτεται. Πριν περάσει στο σαλόνι, στέλνει ένα απολογητικό μήνυμα στη Λένα, μην ανησυχεί η αγάπη του, έχει έτοιμο το φαγητό και δε θα αργήσει να γυρίσει.
Στο σαλόνι, στον καναπέ, κάθεται η φερόμενη ως δράστης. Γύρω της ράφια γεμάτα με βιβλία και αναμνηστικά, όμορφος χώρος, ήρεμος. Κι αυτή είναι απόκοσμα ήρεμη. Δε φαίνεται ούτε θλιμμένη, ούτε σοκαρισμένη, ούτε τρομοκρατημένη, τίποτα, λες και έχει βγει εκτός λειτουργίας. Θα είναι από το σοκ, σκέφτεται. Συστήνεται και ρωτάει το όνομά της. Ξέρει βέβαια ήδη ότι τη λένε Αγγελική και συγκατοικούσε τρία χρόνια με τον σύντροφό της. Μάλιστα πριν από μερικούς μήνες είχαν αρραβωνιαστεί. Τα ξέρει γιατί η κοπέλα μετά τη δολοφονία, εκτός από την αστυνομία, κάλεσε και τον κολλητό και μέλλοντα κουμπάρο του συντρόφου της και του ζήτησε να αναλάβει τη κηδεία και να ενημερώσει συγγενείς και φίλους. Λαλίστατη πριν, τώρα όμως μουγκή. Ούτε το όνομά της είπε, ούτε έδειξε να αντιλαμβάνεται την παρουσία του. Μετά από μισή ώρα που δεν έχει πάρει απάντηση σε καμία ερώτηση, σκέφτεται ότι καλύτερα να την ανακρίνει την επόμενη μέρα, αφού πρώτα μιλήσει με τους γείτονες. Κι αυτό είναι το πρώτο λάθος του. Όταν οι αστυνομικοί βάζουν τη κοπέλα στο περιπολικό, του λέει τρεις λέξεις, “το παιχνίδι”, “έχασε”, “έχασα”.
Όταν γύρισε σπίτι, βρήκε τη Λένα να τον περιμένει, είχε ανάψει το θερμοσίφωνα και μέχρι να κάνει μπάνιο θα έστρωνε το τραπέζι να φάνε μαζί. Μα τι γλυκιά ύπαρξη ήταν το κορίτσι του! Δε θα μιλούσαν σήμερα για δουλειά, μη χαλάσουν τη βραδιά τους.
Την επόμενη γύρισε στον τόπο του εγκλήματος, κυρίως να μιλήσει με τους ενοίκους της πολυκατοικίας. Αυτοί που έμεναν στα πάνω διαμερίσματα δεν είχαν πολλά να πούνε, έβλεπαν το ζευγάρι πού και πού στην είσοδο, έναν τυπικό χαιρετισμό είχαν. Αγαπημένοι φαινόντουσαν, ούτε φασαρία είχαν ακούσει ποτέ από το διαμέρισμα, ούτε φωνές. Τελευταία άφησε τη γυναίκα που έμενε ακριβώς δίπλα στο ζευγάρι. Ήσυχα παιδιά, ούτε μουσική, ούτε πάρτι, πάντα ευγενικοί και με το χαμόγελο, μια πόρτα τους χώριζε. Όταν τους έβλεπε μαζί τους χαιρόταν, πιασμένοι χέρι χέρι στο δρόμο. Μαζί να πάνε στη λαϊκή, μαζί στο σουπερμάρκετ, μαζί να απλώσουν τα ρούχα. Όποτε μαγείρευε ο ένας, ο άλλος αναλάμβανε χρέη βοηθού, όλη η γειτονιά τους καμάρωνε από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα.
Πάλι τζίφος. Πίσω στο τμήμα και η κοπέλα να επαναλαμβάνει συνεχώς μόνο τρεις λέξεις. “Το παιχνίδι”, “έχασε”, “έχασα”. Ο ανακριτής σήκωσε τα χέρια ψηλά! Ok την έχασε τη ζωή του, έχασες το σύντροφό σου και ένα παιχνίδι είναι η ζωή. Έπρεπε να βγει όμως ένα πόρισμα για τον εισαγγελέα και τότε σκέφτηκαν τη Λένα. Χρειάζονταν σίγουρα μια ψυχιατρική γνωμάτευση και ποια θα ήταν καλύτερη εμπειρογνώμων από την έμπειρη και γεμάτη εν συναίσθηση σύζυγό του. Κι αυτό ήταν το δεύτερο λάθος του.
Στις τρεις εβδομάδες των συνεδριών που ακολούθησαν, η Λένα φαινόταν απόμακρη και προβληματισμένη. Δεν της έκανε ερωτήσεις φυσικά, υπήρχε και το ιατρικό απόρρητο. Μετά τη γνωμάτευση, εισαγγελέας και ανακριτής έβγαλαν το πόρισμα, ανθρωποκτονία σε αυτοάμυνα, ο δικαστής συμφώνησε και η κοπέλα μεταφέρθηκε σε ψυχιατρική πτέρυγα να εκτίσει τη ποινή της.
Τους μήνες που ακολούθησαν είχε ξεχάσει τελείως την υπόθεση, καινούριες υποθέσεις, πίεση, υπερωρίες και άγχος. Η αλήθεια είναι ότι ο ίδιος επεδίωκε να μένει περισσότερες ώρες στη δουλειά. Δεν τον χωρούσε πλέον το σπίτι του. Κάτι είχε αλλάξει, η Λένα για την ακρίβεια. Λες και κάποια άλλη είχε πάρει τη θέση της. Εκεί που όλα ήταν ήρεμα, ξαφνικά μπορούσε να γίνει εριστική ή να ξεσπάσει πάνω του. Δικαιολογούσε τη συμπεριφορά της λόγω ορμονικών διαταραχών, καθώς ήξερε ότι έπαιρνε αγωγή στη προσπάθειά τους να κάνουν παιδί. Όμως ειλικρινά ώρες ώρες δεν άντεχε, ήταν λες και τον τσιγκλούσε επίτηδες.
Ένα βράδυ που σχολούσε, ο αστυνομικός στην είσοδο του παρέδωσε ένα φάκελο, το μόνο που έγραφε στη θέση του αποστολέα ήταν το όνομα Αγγελική. Κουρασμένος από τη δουλειά και με τη σκέψη πως τον περίμενε μια ακόμα έντονη βραδιά στο σπίτι, τον έχωσε στη τσέπη χωρίς να τον ανοίξει. Κι αυτό ήταν το τρίτο λάθος του.
14/2/2025
Διαβάζει για πολλοστή φορά το γράμμα και ας ξέρει πως πως είναι πια αργά. Στο κελί του στη φυλακή. Έχει καταδικαστεί για το φόνο της γυναίκας του. Αν το είχε ανοίξει τότε, τίποτα δε θα είχε συμβεί.
“Αστυνόμε σας γράφω γιατί κινδυνεύετε και εσείς και η γυναίκα σας. Φταίει το παιχνίδι, αυτό που έπλασα με το αρρωστημένο μυαλό μου. Όταν ήμουν φοιτήτρια ακόμα, λίγο μετά τα είκοσι, είχα μια όμορφη σχέση. Έρωτας, αγκαλιές και πάθος. Ήταν ήσυχος άνθρωπος και απέφευγε τους διαπληκτισμούς, όμως ένιωθα ότι θάβει μέσα του όσα τον αγχώνουν ή τον στεναχωρούν. Ήμουν διακριτική και δεν ήθελα να τον πιέσω, εξάλλου ήμασταν καλά μαζί ή μάλλον έτσι νόμιζα. Ένα βράδυ που γυρίσαμε από μια έξοδο και είχαμε πιεί αρκετά ομολογώ, άρχισε να φέρεται περίεργα. Κι εκεί που πειραζόμασταν όπως πάντα για πλάκα, έγινε βίαιος. Για την ακρίβεια με σακάτεψε στο ξύλο. Το σοκ που έζησα ήταν απερίγραπτο, εννοείτε χωρίσαμε και εγώ για οχτώ χρόνια απέφευγα να κάνω σχέσεις.
Τότε γνώρισα την αγάπη μου, τον άνθρωπο που σκότωσα. Όμορφος, έξυπνος, γλυκός και τρυφερός. Ένας έρωτας σαν παραμύθι, μείναμε μαζί και μου έκανε πρόταση γάμου, δέχτηκα. Φοβόμουν όμως γιατί δεν ήθελα να ξαναζήσω ποτέ τα ίδια. Έπρεπε να μάθω ότι δεν είναι ικανός να μου κάνει κακό. Έτσι ξεκίνησε το μαρτύριό του. Τον πείραζα δήθεν για πλάκα, του έσπαγα τα νεύρα, του έκανα σκηνές για να δω πώς θα αντιδράσει. Αρρωστημένο θα μου πείτε, αλλά για αυτό βρίσκομαι εδώ που είμαι τώρα φυσικά. Έπρεπε να σιγουρευτώ για την αγάπη του. Τα αποτελέσματα τα ξέρετε, τράβηξα τόσο το σκοινί που στο τέλος έσπασε.
Όλα αυτά τα είχα πει στη γυναίκα σας στις συνεδρίες. Στην αρχή με άκουγε με κατανόηση, όμως μετά παρατήρησα ένα περίεργο ενδιαφέρον, μια έξαψη. Μου είπε πως το θεωρούσε κάτι σαν κοινωνικό πείραμα. Προσπάθησα να την αποτρέψω, όμως μου ανακοίνωσε πως οι συνεδρίες μας είχαν λάβει τέλος και με έκλεισε στο ψυχιατρείο.
Σας παρακαλώ πολύ μη παίξετε αυτό το παιχνίδι. Όλοι στο τέλος χάνουν και καμιά φορά τη ζωή τους.”
kolokufoula
