«Καλή είμαι;», ρώτησε όλο αγωνία η Νικολέτα την αδερφή της, τη Μαρία
«Γκομενάρα!», απάντησε και γέλασαν
«Έλα, πες, σοβαρά! Θα είναι και ο Συμεών εκεί!»
«Θα τον καταπλήξεις, είμαι σίγουρη. Καταρχάς, είσαι ντυμένη με ό,τι πιο κλασσάτο για πάρτι μασκέ!»
Η Νικολέτα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Φορούσε ένα μακρύ μαύρο φόρεμα, με μακριά μανίκια, που αγκάλιαζε τη μέση της, ήταν κλειστό μέχρι τον λαιμό και άφηνε εκτεθειμένη όλη την πλάτη. Το είχε συνδυάσει με ασημένια κοσμήματα και ψηλές μαύρες γόβες, με ασημένια στρας στα τακούνια. Στο πρόσωπο φορούσε μια μαύρη, βελουτέ μάσκα, με δύο μαύρα φτερά στα αριστερά της, η οποία κάλυπτε το πάνω μέρος του προσώπου της, ενώ τα χείλη ήταν κατακόκκινα. Είχε αποφασίσει να κρατήσει και μια μαύρη βεντάλια, για να φέρει πλήρως τον αέρα του βιενέζικου καρναβαλιού.
«Έφυγα!», είπε γεμάτη αυτοπεποίθηση.
Η Μαρία της ευχήθηκε να περάσει το βράδυ της ακριβώς όπως το είχε φανταστεί!
Μόλις πέρασε το κατώφλι της πόρτας του μπαρ που φιλοξενούσε το αποκριάτικο πάρτι της εταιρίας, όλα τα βλέμματα έπεσαν πάνω της. Το δικό της, όμως, αναζητούσε ένα μόνο πρόσωπο κι ακόμα δεν το είχε εντοπίσει.
Ο πρόεδρος της εταιρείας την πλησίασε με τη γυναίκα του, όσο εκείνη άφηνε την γούνα της στην είσοδο. Η ανοιχτή πλάτη της δεν πέρασε απαρατήρητη από κανέναν από τους δύο. Η κυρία «προέδρου» πρασίνισε από τη ζήλια της, ενώ ο ίδιος άπλωσε με θράσος το χέρι του και αγκάλιασε τη μέση της. Η Νικολέτα ένιωσε πολύ άσχημα. Ένιωθε την ιδρωμένη παλάμη του πάνω στη πλάτη της, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και πολλά. Υπέμεινε το μαρτύριο για κάποια λεπτά και μετά προφασίστηκε ότι είδε γνωστούς για να ξεφύγει.
Πριν φύγει, ο πρόεδρος την έπιασε δυνατά από τον καρπό και της ψιθύρισε ότι απόψε θα μπορούσε να πάρει προαγωγή. Αν μπορούσε εκείνη τη στιγμή να κάνει εμετό πάνω του, θα το έκανε! Αντ’ αυτού του χαμογέλασε και τον ευχαρίστησε για το κομπλιμέντο, αφήνοντάς τον με μια πικρία.
Περπάτησε μέχρι το τέλος του μπαρ και έκατσε στο τελευταίο σκαμπό του μπαρ. Έβγαλε το αντισηπτικό από τη τσάντα της και έτριψε δύο και τρεις φορές τα χέρια της.
«Μια ζωή γλίτσας αυτός ο άνθρωπος! Δεν θα με δεχτούν στη νέα δουλειά, να γλυτώσω από σένα; Που κάνω δουλειές για τρεις και με έχεις τόσα χρόνια στην ίδια θέση επειδή δεν σου κάθομαι! Αλλά βέβαια, η Καίτη που σου έκατσε, λιμάρει τα νύχια της έξω από το γραφείο σου και παίρνει και διπλάσιο μισθό…», μονολογούσε χαμηλόφωνα η Νικολέτα με κατεβασμένο το κεφάλι και τότε ένιωσε δυο μάτια πάνω της.
Σήκωσε το βλέμμα της και είδε απέναντί της την μπαργούμαν να την κοιτά με ένα αμήχανο χαμόγελο.
«Θα πάρεις κάτι;», την ρώτησε πλησιάζοντας
«Δεν μου βάζεις μια διπλή βότκα;»
«Αμέσως! Και να σου πω, αν ο τύπος σε ξαναενοχλήσει, πες μου! Έχω κάτι καλόπαιδα έξω που είναι εδώ για να δίνουν ένα μάθημα σε κάτι τέτοιους»
Η Νικολέτα της χαμογέλασε.
Το ποτό της ήρθε. Είχε περάσει μια ώρα που αρκετός αντρικός πληθυσμός την είχε πλησιάσει, μα εκείνη δεν ήθελε κανέναν! Κανέναν, εκτός από τον Συμεών.
Μεγάλος παιδικός έρωτας, που βρέθηκε ξανά στον δρόμο της. Η σχέση τους ήταν αρκετά καλή, αλλά σε επαγγελματικό και φιλικό επίπεδο. Απόψε είχε σκοπό να κάνει τα πάντα για να αλλάξει αυτή η σχέση στρατόπεδο… Αλλά το να έρθει ο ίδιος στο πάρτι ήταν μια προϋπόθεση!
Πέρασε μισή ακόμη ώρα και άρχισε να νευριάζει. Αποφάσισε να περπατήσει λίγο στον χώρο, μήπως κι ήταν εκεί και δεν τον έβλεπε. Αφού προσπέρασε αρκετούς, με όση ευγένεια και υπομονή της είχε απομείνει, τον αναγνώρισε, παρόλο που ήταν πλάτη. Ίσιωσε το κορμί της, φόρεσε ένα μεγάλο λευκό χαμόγελο και τον ακούμπησε στη πλάτη. Με το που γύρισε το πρόσωπό του, της κόπηκαν τα πόδια! Αφενός αυτό το βλέμμα με τα μεγάλα καφέ μάτια την έκανε να λιώνει, αφετέρου απέναντί του στεκόταν μια γυναίκα ντυμένη σαν την Νικολέτα, αλλά στις αποχρώσεις του κεραμιδί.
Ο Συμεών δυσκολεύτηκε να την αναγνωρίσει. Δεν την είχε δει ποτέ με τόσο σέξι ρούχα κι αυτό το χρώμα στα χείλη. Πήρε και στους δύο κάποια δευτερόλεπτα να βρουν τα λόγια τους και ξεκίνησε εκείνος πρώτος:
«Νικολέτα; Είχες την ίδια ιδέα με τη Σοφία;»
Η Νικολέτα τώρα είχε θυμώσει πραγματικά! Από όλα όσα μπορούσε να πει σκέφτηκε αυτό; Τη σύγκριση με την άλλη γυναίκα;
«Φως φανάρι! Έχει σχέση! Και πώς να μην έχει σχέση τέτοιος άντρας! Εμένα θα περίμενε;», σκέφτηκε, ενώ τον κοίταζε με ένα παγωμένο βλέμμα. Δεν απάντησε τίποτα. Γύρισε την πλάτη της κι έφυγε με μεγάλα βήματα. Έφτασε πάλι στο τέλος του μπαρ και κατέβηκε με τέτοια φόρα τις σκάλες για την τουαλέτα με το δωδεκάποντο, που ήταν απορίας άξιο πώς δεν έπεσε.
Έσπρωξε με δύναμη την πόρτα και μπήκε μέσα. Ακούμπησε τη τσάντα της πάνω στον νιπτήρα και στήριξε όλο της το βάρος στα χέρια της. Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη και έβγαλε με μια κίνηση την μάσκα από το πρόσωπό της. Έβαλε τα κλάματα. Αυτός ο άντρας της άρεσε τόσο πολύ κι απόψε ένιωσε όχι μόνο ότι τον έχει χάσει μια για πάντα, αλλά και ότι ξεφτιλίστηκε. Βγήκε εντελώς έξω από τα νερά της για να του τραβήξει την προσοχή κι εκείνος ενδιαφερόταν για μια άλλη!
Όσο ήταν χαμένη στις σκέψεις της, άκουσε την πόρτα πίσω της να ανοίγει. Σκούπισε τα δάκρυά της με ένα χαρτί και πριν προλάβει να σουλουπώσει το μέικ απ της, ένιωσε δυο χέρια στη μέση της.
Κοίταξε από τον καθρέφτη και είδε τον πρόεδρο πίσω της.
«Οι δυο μας!»
«Κύριε Κώστα, μάλλον έχετε κάνει λάθος τις τουαλέτες. Οι αντρικές είναι δίπλα. Μπορείτε να φύγετε τώρα και δεν θα πω τίποτα», είπε και με μια κίνηση απομακρύνθηκε
«Έλα εδώ βρε, δεν δαγκώνω», συνέχισε εκείνος
«Σας παρακαλώ!», είπε ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής της και του έδειξε την πόρτα
Το ύφος του άλλαξε.
«Άκου να σου πω, οι επιλογές σου είναι δύο!», της είπε επιτακτικά, έπιασε τα μπράτσα της και την κόλλησε στον τοίχο. «Ή θα είσαι καλό κορίτσι και θα κάνεις ό,τι σου ζητήσω εδώ και τώρα ή θα το πάρω με τη βία και θα πω ότι μου ρίχτηκες για τη θέση! Είναι πολύ εύκολο να σε βγάλω ‘τσ0yλ@κι’ και να φροντίσω να μην ξαναβρείς δουλειά, πουθενά!»
Η Νικολέτα τον κοίταζε με αηδία και φόβο στο βλέμμα. Είχε παγώσει! Δεν ήξερε τι να του απαντήσει! Πιθανόν αν του έριχνε μια δυνατή σπρωξιά να τον έριχνε κάτω, αλλά μετά; Αν, όντως, της κατέστρεφε τη ζωή;
«Έτσι μπράβο! Η σιωπή σου μου δείχνει ότι θα περάσουμε πολύ όμορφα οι δυο μας»
Απ’ έξω ήταν η μπαργούμαν και τα είδε όλα. Έτρεξε πάνω να βρει τους δικούς της να σώσουν την Νικολέτα.
Η αναστάτωση δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Συμεών. Όταν, μάλιστα, έπιασε τις λέξεις ‘γυναίκα’, ‘τουαλέτα’, ‘γέρος’ άφησε την παρέα του και έτρεξε κάτω. Φτάνοντας έξω από τις γυναικείες τουαλέτες δεν άκουγε τίποτα. Άνοιξε την πόρτα και τότε…
«Σταματήστε κύριε Κώστα, αυτό που θέλετε δεν μπορεί να γίνει! Ήδη έχετε παραβιάσει κάθε όριο και με αγγίζετε χωρίς να το θέλω!»
«Σκάσε!» φώναξε και της τράβηξε τα μαλλιά
Τότε ο Συμεών τον άρπαξε από τον γιακά, τον γύρισε και όντας πρόσωπο με πρόσωπο, τον κοίταξε μέσα στα μάτια.
«Δες με καλά για να θυμάσαι από ποιόν θα φας το ξύλο της χρονιάς σου!»
Ο Κώστας προσπαθούσε να μαζέψει τα παντελόνια του και του απάντησε:
«Θα σας απολύσω και τους δύο!»
Μια δυνατή μπουνιά ήταν αρκετή για να ρίξει τον Κώστα σχεδόν αναίσθητο στο πάτωμα, με αίματα να τρέχουν από τη μύτη και το στόμα του.
«Είσαι καλά;», ρώτησε τη Νικολέτα και την πήρε αγκαλιά. Πρώτη φορά ένιωθε τα χέρια του γύρω της.
«Ντρέπομαι», απάντησε και δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά της
«Εσύ; Γιατί; Τώρα είμαι εγώ εδώ», της είπε και δεν την άφηνε από την αγκαλιά του.
Η μπαργούμαν με τους δυο άντρες που είχε μαζί της, άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε το θέαμα. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης διαγράφηκε στο πρόσωπό της.
«Είσαι καλά; Σε πείραξε;», ρώτησε τη Νικολέτα κοιτάζοντάς την στα μάτια για να την αναγκάσει να πει την αλήθεια.
Πριν προλάβει να απαντήσει ο Κώστας στάθηκε καθιστός.
«Θα σας σύρω στα δικαστήρια! Για ξυλοδαρμό και ανήθικη συμπεριφορά!»
«Πουθενά δεν θα τους πας γέρο! Είναι όλα καταγεγραμμένα στο κινητό μου! Από τη στιγμή που μπήκες στις γυναικείες τουαλέτες μέχρι τώρα! Τι σου έκανε;»
«Με χούφτωσε και με φίλησε στο λαιμό»
«Τέλεια! Αγόρια, ακούσατε! Στον χοντρούλη μου αρέσουν και τα γνήσια αρσενικά σαν εσένα να ξέρεις! Παιδιά πάμε εμείς, να τους αφήσουμε μόνους», ολοκλήρωσε η μπαργούμαν
Οι τρεις τους ανέβηκαν πάνω, ενώ ο Κώστας με τους άλλους δύο έμεινε κάτω.
«Τι θα του κάνουν;», ρώτησε η Νικολέτα
«Αυτό σε νοιάζει; Πάρε τον καλό σου και φύγετε! Και πού είσαι; Ξέρω ότι είναι δύσκολο να βγάλεις από το μυαλό σου το αποψινό, αλλά ένα καυτό ντουζ και η αγκαλιά του κυρίου από εδώ θα βοηθήσουν πολύ!»
«Όσα ευχαριστώ και να σου πω θα είναι λίγα!», της απάντησε η Νικολέτα και αγκαλιάστηκαν
Βγαίνοντας από το μπαρ, ο Συμεών επέμενε να πάνε μαζί σπίτι της.
«Δεν μπορείς να μείνεις μόνη σου απόψε» είπε αυστηρά και μπήκαν μαζί στο αυτοκίνητό του
Έφτασαν σπίτι της Νικολέτας και ανέβηκαν μαζί πάνω.
«Είμαι καλά τώρα. Μπορείς να φύγεις» , του είπε με βαριά καρδιά
«Αποκλείεται! Θα κάνεις το μπάνιο σου κι εγώ θα περιμένω εδώ στον καναπέ»
«Και η παρέα σου στο μπαρ;»
«Η αδερφή μου; Θα της στείλω ένα μήνυμα»
«Αδερφή σου;»
«Αχ Νικολέτα…» της είπε και την πλησίασε. «Μια ζωή επιπόλαιη. Από μικρή έβγαζες συμπεράσματα πριν καν δεις όλη την εικόνα»
Η Νικολέτα κατέβασε ντροπιασμένη, για μια ακόμη φορά, το κεφάλι.
Ο Συμεών έπιασε με τα χέρια του το πρόσωπό της και οι ματιές τους συναντήθηκαν.
«Πώς βρέθηκες κάτω;», τον ρώτησε με βουρκωμένα μάτια
«Μην κλαις άλλο. Τελείωσε. Μην το σκέφτεσαι. Άκουσα την κοπέλα που μίλαγε με τους μπράβους και το κατάλαβα! Ευτυχώς σε πρόλαβα πριν σου κάνει τίποτα χειρότερο. Σε απείλησε να υποθέσω ε;»
Η Νικολέτα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.
«Αισθάνομαι τα χέρια του στη μέση μου και τα σάλια του στο λαιμό μου»
Ο Συμεών την κοίταζε μέσα στα μάτια.
«Και έχω γίνει και ρεζίλι σε σένα…»
«Μην το ξαναπείς αυτό! Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου στην ιδέα ότι αυτός θα σε πειράξει… Είναι δυνατόν να μην ντρέπεται εκείνος και να νιώθεις έτσι εσύ; Τι μπορώ να κάνω για να το ξεχάσεις; Ξέρω! Θυμάσαι που μας άρεσε όταν ήμασταν μικροί να φτιάχνουμε πίτσα με μερέντα; Μπες εσύ για μπάνιο κι εγώ θα μπω στη κουζίνα να δω τι μπορώ να κάνω»
Η Νικολέτα γέλασε.
«Έτσι!», της είπε ο Συμεών και σκούπισε τα δάκρυα από τα μάγουλά της
Όταν η Νικολέτα βγήκε από το μπάνιο μύριζε βανίλια και φορούσε ένα σετ φόρμας που κολάκευε πολύ το κορμί της. Ο Συμεών την κοίταξε και έμεινε ακίνητος.
«Τι;», ρώτησε η Νικολέτα και γέλασε
«Ζύμη πίτσας δεν βρήκα, οπότε αρκέστηκα σε τοστάκια με μερέντα», της απάντησε και γέλασαν πάλι
Έκατσαν στη κουζίνα να φάνε και μιλούσε κυρίως ο Συμεών. Αφηγούνταν στιγμές τους από το Γυμνάσιο και η Νικολέτα ξεχνιόταν όλο και περισσότερο.
«Πώς θυμάσαι τόσες λεπτομέρειες;», τον ρώτησε ενώ μάζευαν τα πιάτα
«Ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί άλλαξες Λύκειο», ήταν η απάντηση
«Δεν άντεχα να σε βλέπω και να είμαστε μόνο φίλοι… Όπως τώρα…»
«Ποιος είπε ότι είμαστε φίλοι;»
«Συνάδελφοι τέλος πάντων…»
«Ποιος είπε ότι είμαστε συνάδελφοι;»
Η Νικολέτα τον κοίταξε με απορία.
«Κάθε μέρα θέλω να είμαι μαζί σου. Κάθε σαββατοκύριακο μιλάμε τσατ. Λες να είμαστε μόνο φίλοι;»
«Και τι είμαστε τότε;»
«Κότες!»
Γέλασαν και οι δύο δυνατά. Ο Συμεών την πλησίασε και την αγκάλιασε
«Αν νιώθεις άβολα το καταλαβαίνω…»
Η Νικολέτα ένιωσε τόση ασφάλεια μέσα στα μεγάλα γυμνασμένα χέρια του.
Σιωπή και κοιτάγματα. Ο Συμεών της χάιδεψε τα χείλη και μετά τον λαιμό. Φίλησε πρώτα τον λαιμό και μετά τα χείλη της. Δεν το πίστευε ούτε η ίδια ότι ένιωθε τη γεύση του. Ότι την ίδια νύχτα που ένας άντρας πήγε να παραβιάσει το κορμί της, ένας άλλος την άγγιζε σαν να ήταν από γυαλί.
Το βράδυ κοιμήθηκαν μαζί. Αγκαλιά.
Το επόμενο πρωί τους ξύπνησε το κινητό της Νικολέτας. Ήταν ο δικηγόρος της εταιρίας. Πετάχτηκε πάνω και σήκωσε με τρεμάμενα χέρια το κινητό.
«Κυρία Παππά καλημέρα»
«Καλημέρα σας» απάντησε μετά βίας, ενώ και ο Συμεών δίπλα της την κοιτούσε όλο αγωνία. Της έκανε νόημα να βάλει τη κλήση σε ανοιχτή ακρόαση.
«Ο κύριος Κώστας Ανδρέου, ο πρόεδρος της εταιρίας, βγαίνει σε πρόωρη σύνταξη και τη Δευτέρα το μεσημέρι θα πρέπει να παρευρεθείτε από νωρίς στην εταιρία για την εκλογή νέου προέδρου και την ανακατάταξη των στελεχών»
«Μάλιστα… Συνέβη κάτι;»
«Αυτό φοβάμαι πως δεν μπορώ να σας το απαντήσω»
Το ίδιο τηλεφώνημα δέχτηκε και ο Συμεών. Κλείνοντας το τηλέφωνο σκέφτηκαν και οι δύο το ίδιο. Να πάνε το βράδυ στο κλαμπ να ρωτήσουν την μπαργούμαν.
Μόλις τους είδε η κοπέλα χαμογέλασε.
«Καλώς τους! Τα αποψινά ποτά είναι δικά μου για την προαγωγή σας»
«Την ποια;», ρώτησαν μαζί
«Ας πούμε ότι υπάρχει πέρα από το δικό μου βίντεο που δείχνε ότι ο ‘κύριος πρόεδρος’ σε παρενοχλεί, άλλο ένα που περνάει καλά με ένα παλικάρι. Συμφωνήσαμε, λοιπόν, για να μην γίνει ρεζίλι στο πανελλήνιο, να κρατήσουμε εμείς τα βίντεο και το στόμα μας κλειστό κι εσείς να πραχθείτε σε καλύτερες θέσεις. Και φυσικά να μην σας ενοχλήσει ποτέ!»
Η Νικολέτα και ο Συμεών την κοιτούσαν με ανοιχτό στόμα.
«Έλα τσίριο!», φώναξε η μπαργούμαν και τους έφερε σφηνάκια
Κοιτάχτηκαν, γέλασαν και τσούγκρισαν και οι τρεις τα ποτήρια τους.
Αγγελική Ανδριοπούλου
