Το μικρό αδύνατο κορίτσι με τα κοντά καστανά μαλλιά και το σταρένιο δέρμα, ένα πράγμα ζητούσε από τους γονείς της εκείνη τη χρονιά του 1976. Ένα ποδήλατο! Ήταν για αυτήν ένας στόχος ζωής. Πήγαινε έκτη δημοτικού και εκείνα τα χρόνια όλα τα παιδιά έδιναν εξετάσεις για να περάσουν, όχι μόνο την σχολική χρονιά, αλλά και στο γυμνάσιο. Λίγο μετά καταργήθηκαν όλα αυτά και τα πράγματα έγιναν πιο εύκολα για τους μικρούς μαθητές. Η αλήθεια ήταν ότι η μικρή πήγε σχολείο στα 5μιση, έτσι ήταν το σύστημα τότε, και δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί. Ευτυχώς αυτό που την χαρακτήριζε όλα της τα χρόνια, από την πρώτη μέρα που αντίκρυσε τον κόσμο, ήταν το πείσμα της και η θέληση για ζωή. Έτσι μάλλον θα επιβίωσε όταν γεννήθηκε πρόωρα με μία μέρα από τον 7ο μήνα της κύησης και έδωσε σκληρή μάχη για να ζήσει. Και το ίδιο πείσμα την έκανε να αγωνίζεται στο σχολείο, προσπαθώντας να φτάσει μαθησιακά τα υπόλοιπα παιδιά και από το χαριστικό 5 της πρώτης δημοτικού, κατάφερε τα φτάσει το 10 στην έκτη.
Στα γενέθλιά της την χρονιά αυτή που έκλεινε τα 11, αυτό ευχήθηκε μέσα από την καρδιά της και την αποκάλυψε την ευχή στους γονείς της με το πιο γλυκό της αφοπλιστικό χαμόγελο.
“Αν τελειώσεις το δημοτικό και περάσεις στο γυμνάσιο με καλό βαθμό, θα σου πάρουμε το ποδήλατο που τόσο επιθυμείς!”, αυτά ήταν τα λόγια των γονιών της και να σου η μικρή να προσπαθεί όλον το χρόνο, να διαβάζει, να συμμετέχει στην τάξη και να κάνει ό,τι της έλεγε η μάνα της. Πόσο δύσκολο της φαινόταν όλο αυτό, αλλά πού να μιλήσει! Εξάλλου πόσο είχε μείνει για το τέλος της σχολικής χρονιάς; Λίγοι μήνες και μετά… ποδηλατάδες στην γειτονιά! Όλο και κάποιος θα βρισκόταν να της μάθει, πόσο δύσκολο θα ήταν πια!
Όταν ήρθε ο Ιούνιος και η μικρή κράταγε το πολυπόθητο απολυτήριο της 6ης δημοτικού, με ένα 10 τόσο μεγάλο σαν και εκείνη, η χαρά της ήταν απερίγραφτη. Φανταστείτε την απόλυτη ικανοποίηση που ένιωσε όταν πέρασε στο γυμνάσιο με 18.
“Ας είναι και το ποδήλατό μου τόσο μεγάλο και ωραίο!”, έλεγε από μέσα της.
Ήταν Ιούλιος του 1976 και οι γονείς της πήγαν να κοιτάξουν για το δίτροχο όχημα και γύρισαν με ενθουσιασμό στο σπίτι. Βέβαια δεν το είχαν αγοράσει, αλλά δεν θα αργούσαν και πολύ, γιατί η μικρή περπατούσε και μονολογούσε και αν ήθελαν οι γονείς της να δουν μία ήρεμη μέρα στο σπίτι, θα έπρεπε να δράσουν γρήγορα. Όμως ο Θεός, η μοίρα, είχε άλλα σχέδια για την οικογένεια της μικρής μας φίλης.
Ήταν 22 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς, μια Κυριακή μετά τον δεκαπενταύγουστο, η οικογένεια μαζί με κάποιους φίλους πήγαν εκδρομή με το αυτοκίνητο των φίλων στο Πόρτο Γερμανό. Αυτό που θυμάται από εκείνη την εξόρμηση στην εξοχή, ήταν τα καταπράσινα νερά της θάλασσας και την μητέρα της να κολυμπάει με χαρά. Η μικρή κολυμπούσε και αυτή δίπλα της μην την χάσει από τα μάτια της, σαν να ήξερε ότι ήταν και η τελευταία της φορά που θα βρίσκονταν παρέα. Πραγματικά η μέρα κύλησε πολύ ευχάριστα για όλους, με εξαιρετικό φαγητό, γέλια και παιχνίδι στην άμμο. Η επιστροφή ήταν αυτή που χαράκτηκε στην ψυχή της μικρής μας φίλης. Λίγο πριν φτάσουν στον Πειραιά, σε ένα στενό έγινε το μοιραίο. Ένα μπαμ, 3 στροφές, φωνές και μάζες από σίδερα και ανθρώπινα μέλη ήταν αρκετά για να φέρουν τα πάνω κάτω στην παιδική της ζωή και της οικογένειάς της. Το μόνο που θυμάται από εκείνο το απόγευμα, ήταν οι φωνές της αδελφής της και οι δικές της. Στο δευτερόλεπτο έψαξε με τα μάτια την μητέρα της και γυρνώντας το κεφάλι της για να ζητήσει βοήθεια, την είδε νεκρή. Πόσο τραγικά παιχνίδια έπαιξε η μοίρα, όχι μόνο για εκείνη, αλλά και για τους υπόλοιπους! Ο πατέρας της διακομίστηκε στο νοσοκομείο με πολλαπλά τραύματα και νοσηλεύτηκε για καιρό χωρίς να γνωρίζει τον θάνατο της γυναίκας του. Αυτά είναι τα τραγικά γεγονότα που συνέβησαν εκείνο το καλοκαίρι του 1976, που άλλαξαν ριζικά την ζωή της μικρής αλλά και της υπόλοιπης οικογένειας, που ακόμη και σήμερα θρηνούν το τραγικό τέλος της μάνας.
Η φίλη μας εκείνο το βράδυ όταν επέστρεψε στο σπίτι έλεγε κλαίγοντας “κι εμένα τώρα δεν θα μου πάρουν το ποδήλατο!”. Πώς να χωρέσει στην παιδική ψυχή της αυτή η τραγωδία, ήταν μόλις 11 χρόνων! Σαν να το ήξερε ότι το ποδήλατο θα ήταν πια ένα άπιαστο όνειρο. Δεν το απέκτησε ποτέ και κάθε φορά που έβλεπε ποδηλάτες στο δρόμο μάτωνε η ψυχή της .
“Μα θα πεθάνω κι εγώ και δεν θα έχω μάθει ποδήλατο!”, αυτή η σκέψη την συντρόφευε για πολλά χρόνια. Φυσικά αγόρασε ένα με την πρώτη ευκαιρία στην κόρη της, έτσι για να της φύγει ο καημός, μην μείνει αμάθητη και η μικρή της χωρίς να πηγαίνει τις βόλτες της. Και την καμάρωνε, έτσι με αυτόν τον τρόπο ζούσε μέσα από την κόρη ικανοποιώντας με αυτόν τον τρόπο την επιθυμία της. Μέχρι που έφτασε τα 56 χρόνια. Είχε μείνει πια μόνη στο σπίτι παρέα με τον σκύλο της και ένα απόγευμα που γύριζε με τα πόδια στο σπίτι, γιατί της άρεσε το περπάτημα πολύ και δεν έχανε την ευκαιρία να περπατάει με τις ώρες, στάθηκε μπροστά στην βιτρίνα ενός καταστήματος που πουλούσε ποδήλατα. Τσάντες Louis Vuitton, κοσμήματα ανεκτίμητης αξίας να είχε μπροστά της, δεν θα γυάλιζαν τα μάτια της από λαχτάρα τόσο. Αυτομάτως έβγαλε έναν αναστεναγμό και κούνησε το κεφάλι της . “Αχ κι εγώ θα φύγω από αυτήν την ζωή με αυτόν το καημό!” είπε από μέσα της. Εκείνη την στιγμή βγήκε από το μαγαζί ο ιδιοκτήτης και στάθηκε μπροστά της. Ποιος ξέρει πώς του φάνηκε η άγνωστη κυρία, τι ύφος περίλυπο θα είχε πάρει και της λέει με γλυκιά φωνή:
“Ελάτε μέσα να ρίξετε μια ματιά”, κοιτώντας της βαθιά στα μάτια, σαν να διάβαζε με έναν μαγικό τρόπο τα μύχια της ψυχής της.
“Ξέρετε, δεν υπάρχει λόγος, δεν γνωρίζω ποδήλατο. Πώς να έρθω; Να κάνω τι;”, απάντησε εκείνη και σχεδόν τα μάτια της είχαν αρχίσει να δακρύζουν.
“Ποτέ δεν είναι αργά καλή μου, έλα να ρίξεις μια ματιά και δεν ξέρεις, μπορεί να μάθεις.” συνέχισε εκείνος. “Το όνομά μου είναι Γαβριήλ, έχω πολλά μοντέλα για σένα.”
“Εγώ είμαι η Δήμητρα”, του απάντησε. “Μα γίνεται να μάθω στην ηλικία μου ποδήλατο;” ρώτησε με απορία.
“Φυσικά και μπορείς, αρκεί να το θες πολύ!”
Δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη και το είχε αποφασίσει μέσα της μέχρι να ανοίξει και να κλείσει να βλέφαρά της.
“Ωραία, θέλω ένα ποδήλατο να μπορώ να ακουμπώ τα πόδια μου εύκολα κάτω, σε περίπτωση που αισθάνομαι ανασφάλεια. Να μην είναι πολύ ψηλό δηλαδή…”. Έδωσε τις οδηγίες της και ο κύριος Γαβριήλ, σαν τον άγγελο της Παλαιάς Διαθήκης που κάνει θαύματα, της παρουσίασε το πιο όμορφο ποδήλατο του κόσμου που ήταν και σπαστό! Μα τι ήταν αυτό! Ένα μπιζουδάκι, ένα κομψοτέχνημα, ένα έργο τέχνης, όχι πολύ μεγάλο ούτε πολύ μικρό, που της πήγαινε γάντι. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, έδωσε μια μικρή προκαταβολή και σε λίγες μέρες το έφερε στο σπίτι της με την βοήθεια μιας φίλης. Και το τοποθέτησε στο σαλόνι, έτσι, για να το βλέπει και να το καμαρώνει. Κι αν δεν μάθω; αναρωτιόταν. Το πολύ πολύ να το κάνω δώρο στο ανιψάκι μου!, σκέφτηκε.
Για λίγο καιρό κοιμόταν στο σαλόνι, ήθελε να είναι κοντά του όσο πιο πολύ μπορούσε, μην το χάσει από τα μάτια της ούτε λεπτό. Ήταν ο θησαυρός της που τόσα χρόνια ονειρευόταν! Ωραία, και τώρα τι κάνω; Έτσι θα την βγάλω, κοιτώντας το; ρώτησε τον εαυτό της. Μήπως ήρθε η ώρα να ξεπεράσω τις φοβίες μου; Και τι να κάνω; Από ποιον να ζητήσω βοήθεια; Ντρέπομαι κιόλας… Αυτά σκεφτόταν και ως εκ θαύματος αναφώνησε: “Αααα, θα κοιτάξω στο You tube μήπως βρω κανένα βιντεάκι να με κατατοπίσει!”. Αυτομάτως πήρε στα χέρια το τάμπλετ και έγραψε… πώς να μάθει ποδήλατο μία ηλικιωμένη γυναίκα. Ηλικιωμένη…! Τι να έγραφε δηλαδή, πώς να μάθει ένα πιτσιρίκι; Μπορεί η ψυχή της να είχε μείνει εκεί στην ηλικία των 11, αλλά το σώμα ήταν πια 50 plus!
Όταν το βρήκε, έβγαλε μία κραυγή χαράς σαν τους Έλληνες στην Κύρου Ανάβαση όταν αντίκρυσαν από μακριά την θάλασσα. Εύρηκα!, φώναξε και εκείνη και το πόσες φορές το είδε, δεν περιγράφεται. Στην εκατοστή ίσως προβολή, το πήρε το ποδήλατο και το έβγαλε στον κήπο, λέγοντας από μέσα της: Θα πάω από εδώ μέχρι εκεί, δηλαδή ούτε 10 πόντους. Όταν τα κατάφερε, δάκρυα κύλησαν στα μάτια της και χωρίς να χάσει το θάρρος της, το έβγαλε στον δρόμο πάνω από το σπίτι της, κάθισε απαλά στην σέλα, κοίταξε δεξιά και αριστερά μην την βλέπει κανείς και κάνοντας τον σταυρό της άρχισε να κάνει πετάλι. Κανείς δεν μπορεί να νιώσει την χαρά της και την ικανοποίησή της. Σαν να είχε πραγματοποιήσει ένα ταξίδι στο φεγγάρι, έτσι ένιωσε. Επιτέλους το όνειρο πήρε σάρκα και οστά!
Τίποτα δεν την κράταγε, πρόσθεσε ένα ωραιότατο μαύρο καλάθι πίσω και σιγά σιγά έφτασε μέχρι το Παλαιό Φάληρο πηγαίνοντας μέσα από τα στενά και τους παράδρομους γιατί για να βγει στην λεωφόρο ούτε κουβέντα.
Κάθε φορά που βγαίνει βόλτα με το ποδηλατάκι της, νιώθει ελεύθερη, με το αεράκι να φυσάει στα μάγουλά της και το έχει βάλει στοίχημα με τον εαυτό της να αγοράσει ένα ωραίο κράνος για ασφάλεια και να φτάσει μέχρι το ίδρυμα του Νιάρχος, να κάνει τις βόλτες της και μετά να απολαύσει έναν ωραίο καφέ.
Τελικά η ζωή έχει πολλές εκπλήξεις, ίσως για άλλους αυτή η ιστορία να μην σημαίνει τίποτα, για μένα όμως που την γράφω και σας την διηγούμαι, είναι μία κατάθεση ψυχής, γιατί είναι η δική μου αλήθεια! Έχοντας φτάσει στα 60 πια, πραγματοποιώ τις κρυφές μου επιθυμίες, που μου δίνουν χαρά ανάμεσα στο ποδήλατο και το κολύμπι που επίσης υπεραγαπώ, ζω στην καθημερινότητά μου με τον καλύτερο τρόπο, πράγματα που στερήθηκα πιο νέα. Τελικά θέλει πείσμα η ζωή, αλλιώς η ταφόπλακα θα είναι βαρύτερη και θα έρθει πιο γρήγορα. Και ποιος ξέρει αν έχω δυνάμεις θα κάνω και τρίαθλο! Με αυτόν τον τρόπο θεραπεύονται τα παιδικά τραύματα και η ζωή δεν τελειώνει ποτέ!
Δήμητρα Καμπόλη
