Δεν είναι όλα όπως φαίνονται – Μέρος 1ο

Γεννημένη στην επαρχία, σε ένα ορεινό, απομακρυσμένο χωριό της Μακεδονίας, ίσα ίσα μια κουκκίδα στον χάρτη, η Αμαλία, είχε καταφέρει να ξεχωρίσει. Δευτεροετής νομικής στην Αθήνα, το καμάρι της οικογένειας, χωρίς να χρωστάει κάποιο μάθημα, αφού το πρώτο έτος είχε τελειώσει με μεγάλη επιτυχία. Ο αυστηρός μπαμπάς της, φούσκωνε από υπερηφάνεια όταν οι συγχωριανοί του, αναφέρονταν στην κόρη του. Ξεχνούσε και οικονομικές αντιξοότητες και πόσο δύσκολα τα έβγαζαν πέρα για να σπουδάσει η δικηγορίνα τους.

Αποφάσισε, παρά την διαφωνία των γονιών της, να βρει δουλειά, να τους ελαφρύνει λίγο οικονομικά. Ο μπαμπάς της, κλασικός άντρας παλιάς κοπής, άλλης γενιάς, δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα. “Θηλυκό πράμα, στο χάος της πρωτεύουσας, να δουλέψεις σε καφετέριες και να με σχολιάζει ο κόσμος, που άφησα την μοναχοκόρη μου στο έλεος του καθενός, σαν καμιά εξώλης και προώλης! Εγώ το κούτελο μου το έχω καθαρό!”. Τα λόγια του κάθε φορά τα ίδια. Την ίδια κασέτα όμως έβαζε και η Αμαλία για αντίλογο. “Μπαμπά μου, όσο κι αν δε θέλεις να το δεις, ο κόσμος αλλάζει, δεν ζούμε πια στον μεσαίωνα, περιμένουμε το 2000! Το να δουλέψει ένα νεαρό κορίτσι σε καφετέρια ή οπουδήποτε, δεν σημαίνει ότι είναι πρόστυχο. Όλα αυτά τα στερεότυπα θα πρέπει να τα αφήσουμε πίσω!”. Περισσότερο τον θύμωνε αυτή η “αυθάδεια” της, παρά τον έπειθε.

Η Τάνια, συμφοιτήτρια και συγκάτοικός της, έκανε babysitting στο κοριτσάκι ενός καθηγητή τους στο πανεπιστήμιο και της είχε μια πρόταση.
– Ψάχνει έμπιστο άτομο για φύλαξη του μικρού τους, ο φίλος του καθηγητή μας, ο Νικολάου.
– Ο διάσημος;
– Ναι ρε, πολύ καλή περίπτωση! Αν δεν είχα την δέσμευση στον Γιαννέρη θα πήγαινα εγώ.
– Ο μαϊντανός των περιοδικών και των εκπομπών…
– Ναι αλλά… τι μαϊντανός!
– Για σαραντάρης, καλός είναι!
– Κοίτα κακομοίρα μου, μη τον ερωτευτείς, αν σε πάρουν τελικά!

Όλα κανονίστηκαν από τον Γιαννέρη. Του την πρότεινε για άτομο εμπιστοσύνης, μια από τις καλύτερες φοιτήτριές του και με ανάγκη για δουλειά. Το απόγευμα θα πήγαινε στο σπίτι τους, να γνωριστούν και να μιλήσουν για τις λεπτομέρειες. Η Αμαλία, με δύο χαμηλά, χαλαρά κοτσιδάκια, αριστερά και δεξιά στο σβέρκο και αφέλειες στη φράντζα, με μια τζιν σαλοπέτα κι από μέσα ένα κίτρινο, κολλητό, μάλλινο μπλουζάκι με ζιβάγκο, βρέθηκε στο σαλόνι μιας έπαυλης, όπου δεν ήξερε πού να πρωτοκοιτάξει. “Άλλοι να έχουν τόσο πλούτο κι άλλοι να πεινάνε…” σκεφτόταν καθώς χάζευε τον χώρο. Την υποδέχτηκε η σύζυγος του γνωστού δικηγόρου, τριανταπεντάρα, σικάτη, με μαλλί κομμωτηρίου, που οι κακές γλώσσες έλεγαν ότι σε αυτήν χρωστούσε το ξεκίνημά του, την καριέρα του, το όνομά του και αρκετή από την περιουσία τους, αφού όταν τον γνώρισε, εκείνος ήταν πρόσφατα πτυχιούχος νομικής, άνεργος και με ανοιχτούς λογαριασμούς με πολλούς, αφού ζούσε με δανεικά. Εκείνη ήταν το μοναχοπαίδι του φημισμένου οδοντιάτρου των επωνύμων, Ευάγγελου Τόσκα, με μεγάλη περιουσία.

– Καλώς ήρθες Αμαλία. Είμαι η Μιχαέλα.
– Καλώς σας βρήκα, χάρηκα!
– Ο καθηγητής σου, μας είπε τα καλύτερα!
– Πολύ ευγενικό εκ μέρους του!
– Θα έρθει και ο Ηλίας τώρα, να σου πούμε τι θέλουμε. Άργησε, ως συνήθως. Τον παρασύρει η δουλειά.
– Με κατηγορείς;
Άκουσαν την φωνή του, καθώς μπήκε στο σπίτι κι έκλεινε την πόρτα πίσω του.

– Ήρθες αγάπη μου;
– Ηλίας!, πλησίασε την κοπέλα, δίνοντάς της, το χέρι του για χειραψία και περνώντας μπροστά από την γυναίκα του, της χαμογέλασε παιχνιδιάρικα.
– Χάρηκα! Αμαλία.
– Λοιπόν, Αμαλία, μπήκε κατευθείαν στο ζητούμενο η Μιχαέλα, εμείς θέλουμε σίγουρα, κάθε Σάββατο βράδυ, αρκετές Παρασκευές και ίσως και κάποιες Κυριακές, όλη την ημέρα σχεδόν. Φυσικά, θα το ξέρεις νωρίτερα και φυσικά η αμοιβή σου θα είναι πολύ καλή! Θέλουμε όμως να ξέρουμε αν είσαι διαθέσιμη! Να μη μας κρεμάσεις και χρειαστεί να ακυρώσουμε κάποια από τις υποχρεώσεις μας. Ο γιος μας, είναι επτά χρονών και ακολουθεί ειδική διατροφή, δεν του επιτρέπουμε να τρώει αηδίες και πρέπει να κοιμάται συγκεκριμένες ώρες. Θα είσαι αυστηρή και απόλυτη, θα του συμπεριφέρεσαι σαν να έχεις μπροστά σου έναν ενήλικα, όχι με χαριτωμενιές και σάχλες μωρουδίστικες. Δεν θα ανεχτώ αλλαγή στην συμπεριφορά του, που θα οφείλεται σε σένα. Θα απολυθείς αμέσως.
Η κυρία Μιχαέλα είχε αυστηρό ύφος και ταυτόχρονα την έπαρση των πλουσίων που νομίζουν ότι είναι πανίσχυροι. Δεν την συμπάθησε η Αμαλία, αλλά ας όψεται η ανάγκη.

– Καλά βρε μωρό μου, μη το τρομάζεις το κορίτσι και εξαφανιστεί από τώρα!
– Οι ξεκάθαρες κουβέντες, φέρνουν τους σωστούς λογαριασμούς, απάντησε κοφτά η Μιχαέλα και τον κεραυνοβόλησε με το βλέμμα της.
– Μόνο αν έχω πεθάνει δεν θα σηκώσω το τηλέφωνο και τον μικρό σας θα τον παραλαμβάνετε, όπως μου τον παραδίδετε, απάντησε εξίσου κοφτά και με αποφασιστικότητα η κοπέλα, κοιτώντας την κατάματα.
– Πώς φαίνεται ότι διδάσκεσαι από το φιλαράκι μου, σας έκανε ετοιμόλογους!

Η Μιχαέλα, συνέχισε να την κοιτάζει, μέχρι που η κοπέλα, κατέβασε το βλέμμα. Ήθελε να κάνει ξεκάθαρο, ποιος είναι το αφεντικό.
Ο Νικολάου, αντιθέτως, την κέρδισε αμέσως με την απλότητα και το χαμόγελό του. Αφού, συμφώνησαν και στο οικονομικό -πώς να μη συμφωνήσει η Αμαλία με αυτό το ποσό!-, έδωσαν τα χέρια, τους ευχαρίστησε κι έφυγε.

– Πόσο;;; η Τάνια πνίγηκε από το σάλιο της και ξερόβηξε.
– Όπως το άκουσες, 15€ την ώρα! Έπαθα σοκ. Μου φαίνεται θα στέλνω εγώ στους γονείς μου κι όχι αυτοί σε μένα!
– Ρε κωλόφαρδο! Φτου! Μου ‘κάτσε εμένα ο φτωχομπινές ο Γιαννέρης με τα 10€ την ώρα και κοίτα εδώ ο Νικολάου, ο άπλας!
– Η ξινούμπα έκανε την συμφωνία, εκείνη τα κανονίζει όλα ρε. Ο μεγαλοδικηγόρος, μούγκα. Σα σκυλάκι τον σέρνει από το λουρί. Η πλούσια και ο αλήτης.
– Κούκλος ο αλήτης όμως ε;
– Είναι, πράγματι! Κι αυτή ωραία είναι βέβαια. Ξινή αλλά ωραία. Μυρίζει χρήμα από μακριά. Καλοντυμένη, περιποιημένη, αλλά… τρομακτική, απρόσιτη και με ύφος χιλίων καρδιναλίων.

Το τηλέφωνό της λίγες μέρες μετά, χτύπησε. Ήταν η πλούσια και της ανακοίνωσε ότι θα έπρεπε να είναι στο σπίτι τους, ακριβώς στις οχτώ και μισή το βράδυ. Η Αμαλία, έπιασε μια πρόχειρη κοτσίδα τα μακριά της μαλλιά, έβαλε τις αθλητικές της φόρμες και στις οχτώμιση νταν, χτυπούσε το κουδούνι.

Μπροστά της ήταν ένας μπόμπιρας κλώνος του μπαμπά του, πολύ όμορφο αγοράκι.
– Είσαι η Αμαλία;
– Ναι, εγώ είμαι. Εσύ, ποιος είσαι;
– Εγώ είμαι ο Ευάγγελος.
” Πρώτο παιδί, αγόρι, και έβαλε το όνομα του μπαμπά της. Η μαμά μου, μόνο πάνω από το πτώμα του μπαμπά μου, θα κατάφερνε κάτι τέτοιο και πάλι δεν θα σήκωνε τέτοια ντροπή, θα γινόταν βρυκόλακας!”, έκανε μια αστραπιαία σκέψη η Αμαλία.
– Ευάγγελε, την είδες, μιλήσατε, στο πρόγραμμα σου τώρα.
Το επτάχρονο στρατιωτάκι, έκανε μεταβολή κι εξαφανίστηκε.

– Το φαγητό του είναι πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Θα πλύνει δόντια, θα βάλει πιζάμες, θα ξαπλώσει στο κρεβάτι κι εσύ από την καρέκλα δίπλα, θα του διαβάσεις ένα από τα παραμύθια που θα βρεις εκεί. ΈΝΑ! Μετά, ύπνο!
Η Αμαλία, ήθελε να σηκώσει τεντωμένο το χέρι, σε Χιτλερικό χαιρετισμό, ακούγοντάς την, αλλά κρατήθηκε.
Την σκέψη της διέκοψε η εμφάνιση του Νικολάου.

– Καλώς την!
– Καλησπέρα κύριε Νικολάου.
– Ε! Όχι και κύριε Νικολάου. Είπαμε, είμαι παππούς δίπλα σου, αλλά το Ηλίας, αρκεί, της είπε, χαμογελώντας, ενώ δεν συμμερίστηκε την χαρούμενη του διάθεση ο θηλυκός Χίτλερ δίπλα τους, που τον κοιτούσε με λοξή ματιά, θεωρώντας πως της έδινε παραπάνω θάρρος από το επιτρεπόμενο, κάτι που ήταν απαγορευμένο διά ροπάλου στο σπίτι τους.
– Μπαμπάααααα, εμφανίστηκε πάλι ο μπόμπιρας και άλλαξε την αμηχανία της στιγμής.
– Ευάγγελε, φρόνιμα!
” Τί φρόνιμα καλέ; Τί έκανε το παιδί; Σκέφτηκε σοκαρισμένη η κοπέλα.

Το ζευγάρι έφυγε, οι εντολές της Μιχαέλας τηρήθηκαν κατά γράμμα!

Είχε περάσει μήνας και ήδη είχε κρατήσει τον μικρούλη, επτά φορές. Δεν της δημιουργούσε κανένα πρόβλημα το παιδί. Το είχαν καλά εκπαιδευμένο, σε σημείο που το λυπόταν. Ούτε και με την Μιχαέλα αντιμετώπισε θέματα, αφού πήγαινε με τα νερά της. Αυτός που την προβλημάτιζε, ήταν ο Νικολάου. Δεν μπορεί να ήταν ιδέα της. Ο τρόπος που την κοιτούσε, ο τρόπος που έψαχνε ευκαιρίες να την αγγίζει, δήθεν τυχαία, δήθεν κατά λάθος, περνούσε από μπροστά της σε απόσταση αναπνοής, ένιωθε την ανάσα του καυτή επάνω της και δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Όλα αυτά, πάντα, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του Κέρβερου. Γι’ αυτό και είχε αμφιβολίες, αν ήταν τελικά στη φαντασία της, γιατί, δε μπορεί… Μα μπροστά στη γυναίκα του;! Φαντασία ή πραγματικότητα, έπρεπε να μείνει μακριά του!

Την είχε ενημερώσει από την Τετάρτη η Μιχαέλα, ότι την Κυριακή θα χρειαζόταν τις υπηρεσίες της από τις δέκα και μισή το πρωί μέχρι τις εξίμιση το απόγευμα. Με έκπληξη, διαπίστωσε ότι ήταν μόνος ο Νικολάου.
– Καλώς το κορίτσι μας.
– Καλημέρα κύριε Νικολάου, απάντησε η Αμαλία, ψάχνοντας με το βλέμμα της την γυναίκα του.
– Η Μιχαέλα, θα έρθει σε λίγο. Πηγαίνει κάθε Κυριακή στην εκκλησία, με τον μικρό, της έλυσε την απορία, που διέκρινε στο βλέμμα της.
– Α! Μάλιστα!
– Λοιπόν;, την κοιτούσε στα μάτια, την πλησίασε και της χάιδεψε με την έξω πλευρά των δαχτύλων, το μάγουλο.
– Λοιπόν, τι; απάντησε, με κομμένη την ανάσα εκείνη, που είχε μεθύσει από το άρωμά του και προσπάθησε να απομακρυνθεί, παραπατώντας.
– Έχεις καταλάβει ότι μου αρέσεις, έτσι δεν είναι;, και χαμογέλασε πονηρά.
– Όχι, είπε ψέματα και συνέχισε να οπισθοχωρεί η Αμαλία.
– Τι άλλο πρέπει να κάνω για να το καταλάβεις; με μια δρασκελιά την ακινητοποίησε, τυλίγοντάς την με τα χέρια του.
– Κύριε Νικολάου, σας παρακαλώ…
Ο τόνος της φωνής της τον ικέτευε να σταματήσει, ενώ το σώμα της είχε παραλύσει. Άνοιξε τον κλοιό που είχε σχηματίσει με το σώμα του και την απελευθέρωσε.

Ευτυχώς, τις επόμενες μέρες “το αφεντικό” της οικογένειας ήταν εκεί. Δεν ήθελε να ξαναβρεθεί μόνη μαζί του. Κατάφερνε να έχει επιρροή πάνω της η επιμονή του και δεν ήθελε με τίποτα να αρχίσει να νιώθει κάτι για ‘κείνον, ούτε και να πάρει κι άλλον αέρα εκείνος.

Μία Παρασκευή βράδυ, για κακή της τύχη, ήταν πάλι μόνος.
– Καλώς την.
– Τι κάνετε κύριε Νικολάου;
– Δεν είπαμε; Ηλίας!
– Ας μείνουμε στον πληθυντικό.

Την πλησίασε και με τα δάχτυλα του παραμέρισε τα μαλλιά της, που έπεφταν στο πρόσωπο της.
– Είσαι πολύ όμορφη!
– Κύριε Νικολάου, μην συνεχίζετε, σας παρακαλώ.
– Δεν μπορώ! Σε θέλω!
– Εγώ όμως δεν θέλω ούτε εσάς ούτε μπλεξίματα.
– Ποιο είναι το μπλέξιμο;
– Το ότι έχετε γυναίκα και παιδί.
– Η γυναίκα μου, από ό,τι κατάλαβες, δεν θέλει άντρα, αλλά φαντάρο να διατάζει.
– Παρόλ’ αυτά είναι πάντα η γυναίκα σας.
– Δεν καταλαβαίνεις ότι με έχεις τρελάνει; Ότι κοντά σου νιώθω σαν ερωτευμένος εφηβος; Η Μιχαέλα είναι μια κακομαθημένη γυναίκα που θεωρεί ότι όλοι και όλα της ανήκουν σαν αντικείμενα, χωρίς συναίσθημα, χωρίς νοιάξιμο, χωρίς αγάπη. Κι εγώ έχω ανάγκη να αγαπήσω και να αγαπηθώ.
Έσκυψε το κεφάλι του και αναστέναξε.

Τον λυπήθηκε και ήθελε να του πει ότι μπορούσε να τον καταλάβει, από το λίγο που έζησε την γυναίκα του, μα αυτό θα του έδινε ελπίδες.
– Θα μου υποσχεθείτε ότι θα συνεχίσουμε σα να μην έγινε ποτέ αυτή η κουβέντα!
– Πώς να πνίξω αυτά που νιώθω;
Βούρκωσε, αλλά έκρυψε την συγκίνηση του. Της έριξε μια τελευταία ματιά κι έφυγε από το σαλόνι.

Ο συνδυασμός από την μία του ευαίσθητου, ευνουχισμένου άντρα, που στα χέρια της Γκεστάπο υπέφερε και από την άλλη του γοητευτικού αρσενικού, που την πολιορκούσε σε κάθε ευκαιρία, ήταν επικίνδυνος. Δεν ήταν στον χαρακτήρα της να παίζει με τη φωτιά. Το νεαρό της ηλικίας, ίσως για κάποιες άλλες ήταν δικαιολογία για την όποια ανώριμη ή επιπόλαιη κίνηση. Αυτό όμως, μπορεί να έφερνε την καταστροφή κι εκείνη δεν θα το συγχωρούσε στον εαυτό της. Δεν σήκωνε αναβολή. Δεν ήταν δική της ευθύνη που εκείνος είχε ξεφύγει, χάνοντας κάθε έλεγχο, όμως δική της ήταν να του ξανατονίσει ότι δεν είχε καμία ελπίδα μαζί της, ότι η ηθική της δεν θα της επέτρεπε ποτέ να μπει ανάμεσα σε ένα ζευγάρι, κι ας μην ήταν το πρότυπο του αγαπημένου ζευγαριού και θα ανακοίνωνε ότι θα παραιτηθεί. Δεν θα μπορούσε να κοιτάξει κατάματα την Μιχαέλα, αν συνέχιζε να μπαίνει στο σπίτι τους, μετά από αυτό κι ας μην είχε κάνει κάτι με τον Νικολάου. Έπρεπε να βρει μια πειστική δικαιολογία να της πει και να εξαφανιστεί από την ζωή τους.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Συνεχίζεται…

One response to “Δεν είναι όλα όπως φαίνονται – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading