«Μα τι λέει, Χενκ;» ρώτησε ο Ράινχελ τον Χόπε. «Τι εννοεί για τον Μαξ; Και για ποιον “Άλλο” μιλάει;»
«Δεν είμαι σίγουρος, Τζόνας. Ποιος μπορεί να πει με βεβαιότητα τι σκέφτεται ένα τέρας σαν κι αυτό».
Ο Φάμπιαν ύψωσε το σπαθί, προς αυτούς, σαν δάσκαλος που υποδείκνυε τους μαθητές που θα έβρισκαν το μπελά τους για ό,τι είχαν κάνει. «Μείνετε εδώ. Δεν θα αργήσω. Έχω να σκοτώσω τον αδερφό μου και έναν γίγαντα. Μετά θα ασχοληθώ μαζί σας. Και…»
«Πάψε, τέρας της Κόλασης!» ακούστηκε μια φωνή πίσω από τον Φάμπιαν. «Σε ξορκίζω, με τη χάρη του Θεού, παραδώσου!»
Ο Φάμπιαν στράφηκε και είδε τον μοίραρχο και τον Σέκερες να έρχονται κοντά του. Θα τους ριχνόταν και θα τους ξεκοίλιαζε, πριν φύγει κι αυτός για το κάστρο, όμως ο μοίραρχος κρατούσε υψωμένο ένα σταυρό. Το βαμπίρ γρύλισε και ένιωσε τα πόδια του να βαραίνουν και το σπαθί του να πέφτει από το χέρι του. Γονάτισε, μην μπορώντας να πάρει τα μάτια του από το σύμβολο του Χριστιανισμού τον οποίο κάποτε είχε ασπαστεί.
Ο μοίραρχος και ο δεκανέας έφτασαν κοντά στον Φάμπιαν και πέταξαν το σπαθί του μακριά.
«Πολύ καλή δουλειά, μοίραρχε» σχολίασε ο Ράινχελ. Και γύρισε προς τον Χόπε: «Χενκ, πήγαινε μέσα στο κάστρο. Με το που μπεις, θα δεις μια σκάλα και πολλές πόρτες δεξιά κι αριστερά. Αγνόησέ τες και ανέβα τη σκάλα. Θα δεις άλλες πόρτες στο διάδρομο. Στην τελευταία, στο βάθος, είχα βρει τον Άπροντ και τους στρατιώτες. Ο Μαρτίν είχε μπει σε ένα δωμάτιο. Δεν ξέρω τι έγινε στη συνέχεια. Αλλά εσύ πήγαινε να τους βοηθήσεις».
«Εντάξει». Ο Χόπε έκανε να φύγει, αλλά στάθηκε και ρώτησε «Ο Μαξ; Ήταν μαζί τους;»
«Όχι. Ο Μαξ θα πήγαινε να ελέγξει το υπόγειο. Μόνος».
«Τι;»
«Δεν έχουμε χρόνο για άλλες ερωτήσεις. Εκείνη πήγε στο κάστρο, οπότε…»
«Κύριε! Κοιτάξτε!» φώναξε ο Σέκερες.
Γύρισαν όλοι εκτός του μοιράρχου προς τα εκεί που έδειχνε ο δεκανέας.
Ανάμεσα στα δέντρα. Σκιές που σηκώνονταν από το έδαφος. Μία, δύο, τρεις. Τέσσερις. Πέντε. Πέντε βρικόλακες με στολές είχαν σταθεί ξανά στα πόδια τους. Και γυρνούσαν προς την μικρή ομάδα θνητών που είχε παγιδεύσει έναν ανώτερο βρικόλακα.
Ο Σέκερες στράφηκε με το Μάνλιντσερ να τους στοχεύει.
Τα βαμπίρ άρχισαν να τρέχουν προς αυτούς.
«Χενκ, φύγε! Τώρα!» είπε ο Ράινχελ, ξεκρεμώντας από τον ώμο του το δικό του Μάνλιντσερ και άρχισε να πυροβολεί. «Φύγε! Θα τους αναλάβουμε εμείς! Τρέξε!»
Ο Χόπε αυτό έκανε. Αποσπάστηκε από τους άλλους, ενώ τα πρώτα βαμπίρ έπεφταν πάλι στο έδαφος. Έφυγε, έτρεξε. Με όσες δυνάμεις του απέμεναν. Χωρίς το σταυρό του. Με το πιστόλι και το μαχαίρι στα χέρια του. Έτρεξε. Προς το κάστρο.
Άργησα πολύ, σκέφτηκε ο πανύψηλος Ολλανδός. Έπρεπε να τους είχα σφάξει νωρίτερα, όταν ήταν κάτω, αδύναμοι. Νεκροί, κατ’ ουσίαν. Τώρα ήρθε και αυτή, η Αφέντρα τους, η Κόμισσα, και τους αναγέννησε. Και με έχουν στήσει στη γωνία, έτοιμοι να με αποτελειώσουν. Γαμώτο!
Ο Μαρτίν κοίταξε τα τρία βαμπίρ. Τον είχαν αποκλείσει. Αν ορμούσε προς τη μια πλευρά, θα έβρισκε τις γυναίκες. Στην άλλη, παραφυλούσε ο Νικολάι. Στη μέση, υπήρχε η φωτιά, που κάπως περιοριζόταν πια, αλλά ακόμα σιγόκαιγε. Μόνο το παράθυρο πίσω του υπήρχε, αλλά και τι μ’ αυτό; Θα έβγαινε στο μπαλκόνι και μετά πού θα πήγαινε; Θα έπεφτε στο κενό, στην πλαγιά; Με την ελπίδα ότι δεν θα έσπαγε όσα κόκαλά του απέμεναν ακέραια και πως δεν θα τον ακολουθούσαν οι άλλοι; Αν έκανε κάτι τέτοιο, θα ήταν σαν να τους έλεγε Αφού φτάσαμε ως εδώ, ας πηδήξω από το μπαλκόνι, για να αποδυναμωθώ τελείως, μπορεί και να πεθάνω, και έπειτα κάντε εσείς τα υπόλοιπα. Αλλά αν είχε τέτοια πρόθεση, γιατί να μην άνοιγε την αγκαλιά του στα βαμπίρ και να τα άφηνε να τον σκοτώσουν;
Όμως, δεν είχε καμία διάθεση να κάνει πιο εύκολο το έργο τους. Θα έπρεπε να μοχθήσουν αν ήθελαν να πιουν το αίμα του.
Το πρόβλημα τώρα ήταν πως οι αναλογίες είχαν αλλάξει. Ριζικά. Εις βάρος του. Πριν είχε να αντιμετωπίσει δύο εξ αυτών, και μάλιστα ο ένας ήταν ηττοπαθής, σχετικά εύκολος στόχος –κάτι που αποδείχτηκε κιόλας. Την άλλη, με κόπο, την είχε νικήσει. Παραλίγο να τους είχε σκοτώσει. Αλλά δεν πρόλαβε, από λάθος του κυρίως. Από κακή εκτίμηση και αίσθημα θριάμβου, καθώς είχε υποτάξει δύο ανώτερα βαμπίρ και είχε πιστέψει ότι είχε όσο χρόνο ήθελε για να τα στείλει εκεί που ανήκαν, στην Κόλαση. Μέγα λάθος του! Τώρα ήταν τρεις απέναντί του. Τρία αιμοδιψή, νεκροζώντανα τέρατα, τα οποία είχαν όλες τους τις δυνάμεις. Ξανά. Αυτός ήταν ένας θνητός με πιο πολλή δύναμη από τον μέσο άνθρωπο, αλλά θνητός. Και χωρίς τα δύο βασικά όπλα του. Εκείνοι είχαν όλη τη δύναμη που τους παρείχε η δαιμονική φύση τους. Ήταν στο σπίτι τους, η κυρία και οι δούλοι της, και αυτός ένας παρείσακτος που είχε προσπαθήσει να τους το καταστρέψει και να τους σκοτώσει. Και τώρα, δεν θα τον σκότωναν απλά για να τραφούν ή για να τον πετάξουν εκτός, όπως είχε πει νωρίτερα η Κόμισσα. Όχι. Ο Μαρτίν πίστευε ότι πλέον ήθελαν να τον εκδικηθούν. Θα τον έκαναν να μαρτυρήσει, να πονέσει χίλιες φορές περισσότερο απ’ ό,τι πονούσε αυτή τη στιγμή, πριν πιουν όλο του το αίμα και τον αφήσουν να πεθάνει. Το τέλος του θα ήταν εφιαλτικό.
Ίσως και να γίνει έτσι, σκέφτηκε. Πρώτα, όμως, πρέπει να με πιάσουν και να φροντίσουν να μην έχω τη δυνατότητα να παλέψω. Κι ακόμα, μπορώ να παλέψω. Και θα το κάνω.
Ο Μαρτίν άκουσε την Κόμισσα να λέει «Μη σκέφτεσαι να μας πολεμήσεις, θνητέ γίγαντα. Εφόσον ξέρεις για εμάς, ξέρεις και πως η ζωή σου έχει φτάσει στο τέλος της. Συνάντησες την μοίρα σου εδώ που ήρθες».
Δεν της απάντησε.
Αυτό που έκανε ήταν να κινηθεί προς το σπαθί. Αλλά πριν από αυτό, έβγαλε το ένα από τα πιστόλια του, αυτό που ακόμα είχε σφαίρες. Ο Μαρτίν έτρεξε προς τα δεξιά του και πήδηξε και κύλησε στο δάπεδο. Είχε ελπίσει ότι δεν θα το περίμεναν, και για καλή του τύχη είχε σκεφτεί σωστά, τουλάχιστον για όσο χρόνο χρειάστηκε για να πετύχει το στόχο του.
Κι όπως επίσης περίμενε, κάποιος από αυτούς έτρεξε προς αυτόν. Με την άκρη του ματιού του περισσότερο παρά με την ακοή, αντιλήφθηκε πως κάποιος ερχόταν κατά πάνω του. Καθώς ο Μαρτίν έπιανε το σπαθί του, σήκωσε το πιστόλι και πυροβόλησε τρεις φορές.
Ο Νικολάι έβγαλε ένα αγκομαχητό, καθώς οι σφαίρες διαπέρασαν το σώμα του. Έκανε πίσω, όσο ο εκκωφαντικός θόρυβος κατασίγαζε. Έβρισε τον Μαρτίν, όμως εκείνος στάθηκε ξανά όρθιος, έχοντας το σπαθί στο χέρι.
Ο Μαρτίν έστρεψε τα δύο όπλα απέναντι στα βαμπίρ. Είχε αναθαρρήσει λίγο, αλλά δεν έτρεφε αυταπάτες. Τώρα δεν είχε ούτε το παράθυρο για να στραφεί και να απομακρυνθεί. Τώρα είχε βρεθεί στη μια γωνία του δωματίου. Αναρωτήθηκε μήπως μπορούσε να τρέξει προς τον κοντινότερο βρικόλακα, που ήταν και μόνος του. Προς τον Νικολάι, δηλαδή. Θα μπορούσε άραγε να τον τραυματίσει ξανά και να περάσει από το εμπόδιό του και να βγει από την αίθουσα της τραπεζαρίας, προτού τον προφτάσουν η Κόμισσα με τη Ρεβέκκα;
Όχι, απάντησε ο ίδιος μέσα του. Ακόμα και αν έτρεχα πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο καταφέρνω, παραμένω πιο αργός από εκείνες. Θα με προλάβαιναν, και με μεγάλη ευκολία. Ο χώρος είναι μικρός και η έξοδος μόνο μία. Όχι προς τη μεριά μου, αλλά στο βάθος. Μακριά μου.
Η Κόμισσα είπε «Ελπίζω να είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου, θνητέ. Κατάφερες να πιάσεις το ξίφος σου. Νομίζεις ότι θα σου είναι χρήσιμο. Απέναντι σε τρεις από εμάς. Αξιολύπητο! Σαν το είδος σου». Χαμογέλασε. «Την ίδια λανθασμένη γνώμη είχε και ο συγγραφέας, ο Μπάρλοου. Τον ήξερες, έτσι δεν είναι; Αυτός σίγουρα σε ήξερε. Αναρωτιέμαι αν ξέρεις ότι ήμουν μαζί του όλον αυτόν τον καιρό. Θες να υποθέσεις τι απέγινε; Που πήγε να με σκοτώσει με το μαχαίρι του;»
Ύστερα, σιώπησε και ο Μαρτίν παραξενεύτηκε, καθώς περίμενε ότι είχε κι άλλα να του πει.
Άλλη μια κακή εκτίμηση από μέρους του, όπως διαπίστωσε την επόμενη στιγμή.
Ο Νικολάι και η Ρεβέκκα, χωρίς να έχει μιλήσει η Κόμισσα στη γλώσσα τους ή δίχως να σηκώσει το χέρι και να τους δείξει τι να κάνουν, κινήθηκαν προς τον Μαρτίν. Έτρεξαν προς αυτόν. Και έφτασαν κοντά του πολύ πριν ο ίδιος το συνειδητοποιήσει.
Η Ρεβέκκα χτύπησε το χέρι του που κρατούσε το πιστόλι, το οποίο εκτοξεύτηκε λίγα μέτρα πιο πέρα.
Ο Νικολάι έπιασε τη γροθιά του Μαρτίν που έσφιγγε το σπαθί, εμποδίζοντας τον Ολλανδό να το χρησιμοποιήσει. Του είχε ουσιαστικά ακινητοποιήσει το χέρι. Χαμογέλασε στον Μαρτίν με χαιρεκακία.
Ένα από τα τέσσερα άκρα του Ολλανδού ήταν εκτός.
Τα υπόλοιπα, όμως, όχι.
Ο Μαρτίν σήκωσε την αριστερή μπότα του και κλότσησε για άλλη μια φορά τη Ρεβέκκα, όχι στην κοιλιά, αλλά στα γεννητικά όργανα, κάνοντάς τη να σαστίσει και να οπισθοχωρήσει. Μετά έριξε μια γροθιά με το αριστερό χέρι στο πρόσωπο του Νικολάι. Ο βρικόλακας μόρφασε και έβγαλε αίμα από την μύτη. Η λαβή του, όμως, δε χαλάρωσε: το σπαθί παρέμενε ακινητοποιημένο.
Έτσι, ο Μαρτίν αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ένα άλλο όπλο που είχε φέρει μαζί του. Έπιασε το σφυρί που είχε στην τσέπη του και κοπάνησε τον Νικολάι ξανά στο κεφάλι, προκαλώντας του κι άλλο τραύμα που έβγαζε αίμα, και αμέσως μετά έσπασε τον καρπό του βρικόλακα με ένα δυνατό χτύπημα, αχρηστεύοντας τη λαβή του. Πριν ανασυνταχτεί ο Νικολάι, ο Μαρτίν τον έπιασε από τα μακριά μαλλιά του με το ελεύθερο χέρι του και χτύπησε το κρανίο του βρικόλακα πάνω στον τοίχο, αφήνοντάς τον να σωριαστεί στο πάτωμα.
Τότε, όμως, καθώς γυρνούσε για να παλέψει με τη Ρεβέκκα, είδε την Κόμισσα να στέκεται σε απόσταση αναπνοής από αυτόν. Έκανε να τη χτυπήσει με το σφυρί, κι εκείνη του χτύπησε το χέρι, γδέρνοντάς του το, αφοπλίζοντάς το. Ο Μαρτίν μόρφασε, αλλά δεν υποχώρησε: έφερε πίσω το κεφάλι μεν, όμως μόνο για να χτυπήσει με αυτό την Κόμισσα. Πράγματι, την πέτυχε στο πρόσωπο και για μια στιγμή φάνηκε ότι εκείνη θα έπεφτε. Ο Μαρτίν άδραξε την ευκαιρία και της έριξε ένα ευθύ χτύπημα με την αιχμή του σπαθιού του.
Αλλά είχε καταλάβει λάθος –ξανά.
Η Κόμισσα έπιασε το σπαθί από τη λεπίδα και το ακινητοποίησε.
Ο Μαρτίν δοκίμασε να το τραβήξει, για να χαράξει τα δάχτυλά της και να το απελευθερώσει.
Δεν τα κατάφερε.
Προσπάθησε να συνεχίσει την αρχική του κίνηση, για να χαράξει τα δάχτυλά της και να την μαχαιρώσει.
Ούτε τώρα τα κατάφερε.
Το σπαθί ήταν σαν να είχε παραλύσει από φόβο. Όπως θα πάθαινε ένα ποντίκι που το κρατάει στο στόμα της η γάτα.
Η Κόμισσα έπιασε τον Μαρτίν από το λαιμό και τον σήκωσε στον αέρα: οι μπότες του Ολλανδού δεν ακουμπούσαν πλέον στο πάτωμα. Άρχισε να τον σφίγγει. Αυτός προσπάθησε να τη χτυπήσει, όμως η λαβή της απέκοψε τη ροή του αέρα στα πνευμόνια του.
Ο Μαρτίν άφησε το σπαθί του και έπιασε με τις τεράστιες γροθιές του το χέρι της Κόμισσας.
Δοκίμασε να ανοίξει τα δάχτυλά της, για να πάρει μια ανάσα.
Δεν τα κατάφερε.
Δοκίμασε να στρίψει τον καρπό της.
Ούτε τώρα τα κατάφερε.
Άκουσε το γέλιο της Ρεβέκκα, που φαινόταν να διασκεδάζει βλέποντας την Αφέντρα της να έχει υποτάξει ένα δυνατό θνητό.
Με κοροϊδεύει! σκέφτηκε ο Μαρτίν. Η σκύλα γελάει εις βάρος μου! Αυτό ήταν που τον ενοχλούσε πιο πολύ, το ότι αυτή η καταραμένη που παραλίγο να την έχει σκοτώσει πιο πριν, τώρα ψυχαγωγούνταν με το μαρτύριό του.
Και σαν ήθελε να του προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερο πνευματικό πόνο, ο Νικολάι είχε σηκωθεί και χασκογελούσε κι αυτός.
«Γιατί παλεύεις;» ρώτησε η Κόμισσα τον Μαρτίν. «Ποιο το νόημα πια;»
Ο Μαρτίν είδε το σκοτεινό βλέμμα της και για πρώτη φορά μετά από χρόνια ένιωσε το φόβο να δηλητηριάζει την ψυχή του. Δεν πρέπει να την αφήσω να με ξεκάνει, είπε στον εαυτό του.
Έριξε μια γροθιά στο πρόσωπο. Κι άλλη μία.
Η Κόμισσα ούτε που μόρφασε. Αντίθετα, έγδαρε το δέρμα γύρω από το λαιμό του Μαρτίν. Αίμα ανάβλυσε από τις πληγές.
Εκείνη σύριξε, με τα μυτερά δόντια της να αποκαλύπτονται.
Η Ρεβέκκα και ο Νικολάι σύριξαν επίσης.
Όχι! Θεέ, όχι!
Ο Μαρτίν τη χτύπησε ξανά και ξανά. Και ξανά. Στο πρόσωπο και στην κοιλιά.
ΟΧΙ! ούρλιαζε μέσα του.
Γιατί κάθε απόπειρα ήταν όλο και πιο αδύναμη, όλο και πιο μάταιη.
Δοκίμασε κι άλλα χτυπήματα, με το ίδιο ανούσιο αποτέλεσμα.
Το τέλος ήταν κοντά, λοιπόν.
Φάμπιαν, είπε μέσα του. Μητέρα… Α-απέτυχα. Στην πιο σημαντική αποστολή που ανέλαβα ποτέ… Απέτυχα. Οικτρά. Λυπάμαι. Ελπίζω να με συγχωρέσετε. Ο Μαρτίν θυμήθηκε και τη Φιν Τιμερχέντρικς, την όμορφη κοπέλα που αγαπούσε και με την οποία διατηρούσε δεσμό στο Νάνκο Φούνκε. Είχε δώσει και σ’ αυτή μια υπόσχεση -Θα γυρίσω. Για εσένα και μόνο, Φιν. Για εσένα. Στο υπόσχομαι-, την οποία πλέον δεν θα εκπλήρωνε. Θυμήθηκε το αδύνατο κορμί της και το όμορφο πρόσωπό της, πόσο τον λάτρευε όταν την είχε στην αγκαλιά του τις δύσκολες εκείνες ώρες πριν ή μετά τα βασανιστήρια του δόκτορος Φούνκε, και τα δάκρυα που συγκρατούσε τώρα κύλησαν από τα μάτια του. Σε πρόδωσα και εσένα, Φιν. Λυπάμαι πολύ, καλή μου.
Είχε αρχίσει να ζαλίζεται. Και να νιώθει αποδυναμωμένος. Τα μάτια του με το ζόρι τα κρατούσε ανοιχτά. Τα χέρια και τα πόδια του κρέμασαν μουδιασμένα. Τώρα ήταν στην θέση που είχε φέρει τον Νικολάι και τη Ρεβέκκα λίγο νωρίτερα. Εκείνοι είχαν όσο χρόνο ήθελαν κι αυτός παρακαλούσε να πεθάνει πριν βιώσει τον εφιάλτη που του ετοίμαζαν.
“Pregătește-te să mori, animal muritor!” είπε η Κόμισσα. «Ετοιμάσου να πεθάνεις, θνητό ζώο!» του επανέλαβε στη γλώσσα που εκείνος καταλάβαινε.
Ο Μαρτίν σφράγισε τα μάτια του.
Η Κόμισσα άφησε το λαιμό του και τον κράτησε από το γιακά. Έγλειψε τα αίματα που είχαν στάξει από τις γρατσουνιές της. Έκαψε με την ανάσα της το δέρμα, μυρμηγκιάζοντάς το, προκαλώντας ανατριχίλα στον Μαρτίν.
«Δεν ήσουν ποτέ ισάξιός μου» του είπε. «Θα πεθάνεις σαν αυτό που ήσουν ανέκαθεν: ένα πρόβατο που θα σφαχτεί για να τραφεί όλη η οικογένεια».
Οι κυνόδοντες της Κόμισσας άγγιξαν τον λαιμό του.
Και τότε η Ρεβέκκα ούρλιαξε.
Και μια φωνή από χαμηλά είπε «Άφησε τον φίλο μου, βρομοθήλυκο! Αλλιώς τούτη δω η μαυρομάλλα θα γίνει σκόνη».
«Μοίραρχε, κράτα τον ακινητοποιημένο» είπε ο Ράινχελ, ενώ πυροβολούσε μαζί με τον Σέκερες τα πέντε βαμπίρ. «Θα τον αναλάβω εγώ, αφού ξεμπερδέψουμε από δαύτους».
«Εντάξει» είπε ο μοίραρχος. Μόνο μην αργήσετε, σκέφτηκε, καθώς ένιωθε ότι ο σταυρός βάραινε το χέρι του. Ήταν μια παράδοξη αίσθηση, αφού ήταν ένα μικρό αντικείμενο κι αυτός ένας δυνατός άντρας του στρατού. Είχε κουραστεί, βέβαια, και από τη μάχη και από το κρύο, μα περισσότερο απ’ όλα από τη φριχτή συνειδητοποίηση ότι υπήρχαν βαμπίρ, τα οποία έφταιγαν για το Κακό που είχε χτυπήσει το Μπραν. Είχε ακούσει κι ο ίδιος διάφορες αφελείς φήμες, δεισιδαιμονίες γερόντων ως επί το πλείστον, αλλά ποτέ δεν τις είχε πιστέψει. Ειδικά απ’ όταν κατατάχτηκε, οπότε και απομακρύνθηκε από την επιρροή των άλλων χωρικών και ήρθε αντιμέτωπος με τη σκληρή πραγματικότητα της εκπαίδευσης σε όπλα και τακτικές, σε διαταγές και στη ρουτίνα των στρατοπέδων που είχε βρεθεί κατά καιρούς, πριν καταλήξει στο Μπρασώφ, όπου κι εκεί η κατάσταση ήταν ουσιαστικά η ίδια. Μέχρι να αρχίσει ο παραλογισμός της υπόθεσης αυτού του μικρού χωριού, του Μπραν, και κανένας πια στο στράτευμα δεν μπορούσε να κοιμάται ήσυχος.
Και πού να ήξεραν όλοι οι ανώτεροι για το τι συμβαίνει εδώ πέρα, σκέφτηκε. Απ’ όσο καταλάβαινε, ο ταγματάρχης Άσπελ και οι συνάδελφοί του είχαν κρατήσει κρυφή τη… φύση των εχθρών, ακόμα και από τους άλλους του Evidenzbureau. Δεν μπορεί να ήξεραν στην Αντικατασκοπεία τι γίνεται και να μην είχαν στείλει περισσότερους άντρες ή να μην είχαν ειδοποιήσει για το τι να προσέχουν οι εδώ στρατιωτικές μονάδες. Βέβαια, ο Άσπελ και ο επιλοχίας και όποιος άλλος ήταν μαζί τους θα έπρεπε να είχαν προειδοποιήσει τουλάχιστον το Δέκατο Πέμπτο Σύνταγμα και την πολιτοφυλακή του Μπρασώφ, που ήταν οι πρώτες υπερασπιστικές μονάδες που θα επενέβαιναν στη μάχη του Μπραν. Και δεν το είχαν κάνει. Κι αυτό ήταν καταστροφικό, αφού υπήρξαν πάμπολλες απώλειες, ενώ, άμα ήξεραν…
Ο μοίραρχος σκούπισε το κεφάλι του. Ποιον κοροϊδεύω; Δεν τους είχαμε πιστέψει. Ακόμα και τώρα αγωνίζομαι να μη δεχτώ όσα έχω δει και μάθει. Αυτή ήταν μια από εκείνες τις αλήθειες που ποτέ του δεν θα ήθελε να παραδεχτεί: ότι είχε κάνει τόσο μεγάλο λάθος για τις δεισιδαιμονίες των χωρικών και για το γεγονός πως θα είχε χλευάσει (στην καλύτερη) την ισχύουσα άποψη του ταγματάρχη ή του επιλοχία Ράινχελ για το ποιόν των εχθρών. Ούτε καν θα τους λάβαινε υπόψη του. Ακριβώς όπως είχαν κάνει ο Κέρσεν και ο Ζαλάν απέναντι στους ανθρώπους του Μπραν, ίσως όπως είχαν κάνει και άλλοι από τα ανώτερα κλιμάκια αν ο ταγματάρχης τους είχε πει την αλήθεια. Κάτι ακόμα που ενοχλούσε τον μοίραρχο ήταν πως ο πανύψηλος ξένος, ο Ολλανδός Χόουνεχ, είχε πει μέσες άκρες τι συνέβαινε. Αλλά τους είχε παρουσιάσει την κατάσταση όπως πίστευε ότι θα τη δεχτούν και όχι την πλήρη αλήθεια. Κι ο άτιμος είχε δίκιο. Ήξερε τι έκανε. Ήξερε ότι όσα θα έλεγε θα φαίνονταν αλλόκοτα, αλλά ότι οι στρατιωτικοί θα τα δέχονταν πιο εύκολα απ’ ό,τι αν τους έλεγε ξεκάθαρα πως είχαν να κάνουν με βρικόλακες. Με βρικόλακες, για όνομα του Θεού! Άρα, κατ’ ουσίαν, ο Άσπελ και ο Ράινχελ είχαν πράξει σωστά, όπως και ο Άγγλος καθηγητής, ο Χίθροου, που τους είχε πει να περιμένουν μέχρι να έρθουν οι συνάδελφοι του ταγματάρχη μαζί με κάποιον ειδικό για αυτή την περίπτωση. Είχε έρθει τελικά ένας στρατιωτικός κατάσκοπος και τέσσερις ξένοι ειδικοί: ο γίγαντας, ο Χόπε και ο άλλος που μιλούσε πολύ, ο Μπόντεμαν. Ο οποίος είχε μια γυναίκα που είχαν δεσμό. Μια απίστευτης ομορφιάς γυναίκα, για την οποία όλοι οι του αποσπάσματος, από τους αξιωματικούς ως τον τελευταίο φαντάρο, θα πετούσαν τα όπλα τους για ένα χάδι της. Ο μοίραρχος αναρωτήθηκε αν ήταν κι αυτή κάποιου είδους δαίμονας, γιατί είχε τρομερή επίδραση πάνω στους άντρες.
Δεν είναι ώρα κατάλληλη για τέτοιες σκέψεις!
Ο μοίραρχος αναστέναξε. Χωρίς να κοιτάζει τον ακινητοποιημένο ταγματάρχη, έτριψε τον καρπό του που κρατούσε το σταυρό. Γιατί ένιωθε έτσι; Μήπως επειδή κάνω αμαρτωλές σκέψεις; Μάλλον. Έβγαλε από το μυαλό του την γυναίκα. Θεέ μου, συγχώρεσε με, είπε μέσα του. Προσπάθησε να εστιάσει ξανά στη δύναμη του Συμβόλου της Πίστεως. Πολύ χαιρόταν που είχε ακούσει τους γονείς του ως προς αυτό και είχε συνέχεια το σταυρό πάνω του. Όχι ότι παλιότερα αμφέβαλλε για τη δύναμη του Θεού, αλλά από δω και πέρα ήξερε ότι όσα είχε διδαχτεί ήταν αλήθεια. Απόδειξη: το πόσο ισχυρή επίδραση είχε αυτό το κομμάτι ξύλου σε ένα τέρας του Διαβόλου σαν αυτό που είχε γονατίσει εμπρός του. Θα το έλεγε σε όλους. Ποιος θα τολμούσε να τον αμφισβητήσει; Εκείνοι δεν θα ήξεραν, ενώ αυτός…
Τότε άκουσε μια κραυγή, που τον έβγαλε από τις σκέψεις για το μέλλον. Γύρισε και είδε με τρόμο να στέκει στα πόδια του μόνο ο επιλοχίας, ο οποίος πάλευε με δύο τέρατα ταυτόχρονα: χτυπούσε με το κοντάκι του Μάνλιντσερ το ένα, τη στιγμή που κλοτσούσε το άλλο, ενώ στη συνέχεια προσπαθούσε να καρφώσει την ξιφολόγχη στο πρώτο βαμπίρ.
Πού είναι ο δεκανέας;
Ο μοίραρχος πρόσεξε με την άκρη του ματιού του μια σκυμμένη φιγούρα.
Όχι, Σε παρακαλώ, Θεέ μου.
Είδε έναν άλλο ένστολο να έχει πέσει πάνω σε ένα συνάδελφό του. Το πρόσωπό του κάλυπτε το κεφάλι του πεσμένου άντρα. Ο μοίραρχος άκουσε ήχους ρουφήγματος, που πια ήξερε τι σημαίνουν.
Κάτι έσπασε μέσα του και η οργή ξεχύθηκε στο μυαλό του.
«ΟΧΙ!» ούρλιαξε.
Και όρμησε να σώσει τον Σέκερες.
Έφτασε με μερικές δρασκελιές των καταπονημένων ποδιών του στο σημείο. Έβγαλε το σπαθί του. Κλότσησε τον βρικόλακα, λέγοντας «Άφησέ τον, κάθαρμα!» Το χτύπημα δεν είχε αποτέλεσμα, οπότε ο μοίραρχος έσκυψε και χτύπησε με το σταυρό στο πίσω μέρος του κρανίου το τέρας. Άφησε το ξύλο εκεί.
Καπνός άρχισε να υψώνεται από τα μαλλιά του βρικόλακα, ο οποίος σύριξε από πόνο. Σήκωσε το κεφάλι του από τον λαιμό του Σέκερες. Τα άκρα του ακινητοποιήθηκαν. Πορφυρές σταγόνες έπεφταν από τα ανοιχτά χείλη του.
«Πέθανε, π’ ανάθεμά σε!» είπε ο μοίραρχος και κάρφωσε τη λεπίδα στην καρδιά του βρικόλακα. Την έστριψε, πριν την αφαιρέσει, και με μια γρήγορη πλάγια κίνηση αποκεφάλισε το βαμπίρ.
Σκόνη απλώθηκε γύρω από τον μοίραρχο.
«Δεκανέα;» είπε.
Καμία απόκριση. Ο Σέκερες είχε κενό βλέμμα. Η πληγή στον λαιμό του έβγαζε ακόμα ρυάκια αίματος.
«Γαμώτο».
«Μοίραρχε! Τι έκανες εκεί, που να πάρει; Γιατί άφησες τον άλλο;»
Ο μοίραρχος στράφηκε και είδε τον επιλοχία να τον κοιτάζει. Δεν κρατούσε πλέον το Μάνλιντσερ. Ήταν γονατισμένος, τη στιγμή που ο ένας από τους δύο βρικόλακες είχε δαγκώσει τη λεπίδα του σπαθιού του• ο άλλος βρικόλακας ήταν άφαντος, μάλλον τον είχε σκοτώσει. Ο Ράινχελ είχε βάλει σαν εμπόδιο το σπαθί, κρατώντας μακριά το στόμα του τέρατος.
Το βλέμμα του γυρνούσε μια στον μοίραρχο και μια στον βρικόλακα. «Γιατί δεν έμεινες να φυλάς τον άλλο;» ρώτησε ξανά.
«Ο δεκανέας χρειαζόταν βοήθεια».
Ο Ράινχελ δεν απάντησε αμέσως. Προσπάθησε να σπρώξει τον βρικόλακα, αλλά δεν τα κατάφερε. «Τον δάγκωσε;» ρώτησε.
Ο μοίραρχος ήξερε πού θα οδηγούσε αυτή η κουβέντα. Αυτό είναι το δύσκολο σημείο της υπόθεσης, μοίραρχε, είχε πει ο Χόουνεχ. Θα πρέπει να σκοτώσετε όποιον δείτε να έχει αυτά τα χαρακτηριστικά: χλομό δέρμα, κατάμαυρα μάτια, πιθανώς άοπλος. Θα δυσκολευτεί να σας αναγνωρίσει ως δικούς του. «Πες μου, γαμώτο: τον δάγκωσε;»
Χόουνεχ: Υπάρχει περίπτωση οι εχθροί μας να έχουν κάποιο… κάποιο δηλητήριο, το οποίο να επηρεάζει το μυαλό όποιου το πιει. Μπορεί να σε τρελάνει και να σε κάνει να… εναντιωθείς ακόμα και στους πιο πιστούς σου φίλους.
«Ναι».
«Τι περιμένεις, λοιπόν; Σκότωσέ τον!»
Χόουνεχ: Μπορεί να παραστήσει τον φίλο, μέχρι να σας πλησιάσει αρκετά και να σας βλάψει, ειδικά άμα δει ότι είστε καχύποπτοι απέναντί του. Όμως, στα σίγουρα θα θέλει να σας κάνει κακό.
Ο μοίραρχος έσκυψε πάνω από τον Σέκερες. Είδε μέσα στο σκοτάδι το πρόσωπο του δεκανέα: ήδη χλόμιαζε, αλλά φαινόταν ακόμα σαν να ήταν νεώτερος από την πραγματική του ηλικία. Είχε επιλέξει να μείνει δεκανέας, ενώ θα μπορούσε να έχει ανέλθει, να είναι λοχίας ή επιλοχίας. Ή δεν τον είχαν αφήσει να ανέβει στην ιεραρχία. Όπως και να είχε, ήταν πιστός στρατιώτης. Είχε πολεμήσει γενναία. Για το Μπραν και την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία.
Ο μοίραρχος έσφιξε τη λαβή του σπαθιού. Δεν σου αξίζει, σκέφτηκε. Σε κανένα σας δεν άξιζε.
Κατέβασε την αιχμή.
Όμως, δεν κάρφωσε τον Σέκερες στην καρδιά.
Πριν καν καταλάβει τι ακριβώς παθαίνει, μια γροθιά τυλίχτηκε γύρω από τον καρπό του οπλισμένου χεριού του, τη στιγμή που κάτι παγωμένο τον χτύπησε στο πλάι του λαιμού του. Ένα υπόκωφο κρακ! ακούστηκε. Η σπονδυλική στήλη του μοιράρχου έσπασε και εκείνος πέθανε ακαριαία.
«Όχι, γαμώτο!» ούρλιαξε ο Ράινχελ που είδε όλη τη σκηνή.
Ο Φάμπιαν γύρισε προς το μέρος του, χαμογελώντας. «Δεν μπορείτε να νικήσετε, Τζόνας. Θα έπρεπε να το έχεις καταλάβει, να το έχεις δεχτεί» είπε.
Ο Ράινχελ μόρφασε από αγανάκτηση. Στράφηκε πάλι προς τον βρικόλακα που ήθελε να τον δαγκώσει. Τράβηξε τη λεπίδα πλάγια δεξιά, χαράσσοντας το στόμα του τέρατος. Εκείνο σύριξε και έκανε να σηκωθεί, μα ο Ράινχελ δεν του το επέτρεψε. Το γράπωσε με το άλλο χέρι από τον γιακά του στρατιωτικού του χιτωνίου, το έφερε κοντά του και το μαχαίρωσε στην αριστερή πλευρά του στήθους. Ύστερα, γύρισε ανάποδα, πετώντας το βαμπίρ στο έδαφος, ανασήκωσε το επάνω μέρος του κορμιού του και του έκοψε το κεφάλι, μετατρέποντάς το σε σκόνη.
Ο Ράινχελ σηκώθηκε και κοίταξε τον Φάμπιαν.
«Εντυπωσιακό, Τζόνας» τον χλεύασε ο πρώην φίλος του, χειροκροτώντας τον. «Τελικά, κάτι μπορείς να καταφέρεις. Ως ένας απλός, ταπεινός επιλοχίας που είσαι». Αναστέναξε δήθεν θλιμμένα. «Βέβαια, και αυτός που σκότωσες ήταν ένα απλό, ταπεινό, κατώτερο βαμπίρ. Ένα άμυαλο ζώο που υπάκουε ό,τι κι αν του έλεγαν. Ισάξιός σου, δηλαδή».
Ο Ράινχελ δεν απάντησε. Πήρε απανωτές βαθιές ανάσες. Έσφιξε το σπαθί του όσο πιο γερά μπορούσε.
Εκείνη τη στιγμή, ο πεσμένος Σέκερες άρχισε να κινείται. Σηκώθηκε με τη βοήθεια του Φάμπιαν. Γύρισε προς τον Ράινχελ. Σύριξε και του γύμνωσε τα αφύσικα αιχμηρά δόντια του.
Ο Φάμπιαν είπε «Δύο εναντίον ενός, Τζόνας. Δύο βαμπίρ εναντίον ενός ανόητου ανθρωπάκου». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Άδικη μάχη, θα έλεγα. Χμμ».
Ο Ράινχελ έστρεψε την αιχμή του σπαθιού του προς τους βρικόλακες. «Όσοι κι αν είστε, θα σας σκοτώσω» είπε. «Δεν θα το κάνω τόσο για μένα, όσο για κάποιους που κάποτε ο φίλος μου του οποίου το σώμα έκλεψες ήξερε και αγαπούσε, και που τον αγαπούσαν επίσης. Θα το κάνω για όλους αυτούς, μα πιο πολύ για τον Φάμπιαν που γνώριζα και που αγαπούσα σα φίλο και συνάδελφο».
«Είσαι τόσο αφελής, καλέ μου Τζόνας. Τόσο μα τόσο αφελής. Για αυτό και θα σου δώσω μια τελευταία ευκαιρία. Παραδώσου στο μεγαλείο που σου προσφέρω. Γίνε ένας από εμάς. Πολέμησε στο πλευρό μου. Θα κατακτήσουμε τον κόσμο. Μαζί. Και μην αμφιβάλλεις για αυτό: θα είσαι σαν εμένα, όχι σαν αυτόν». Έδειξε τον Σέκερες. «Ή σαν τους άλλους που σκότωσες. Δεν θα είσαι από τους κατώτερους, αλλά στα ανώτερα κλιμάκια. Θα ανέβεις στην ιεραρχία, Τζόνας. Θα πετάξεις από πάνω σου την θνητή σου φύση και τον ταπεινό βαθμό του υπαξιωματικού. Θα είμαστε ξανά ομάδα. Θα πάρουμε μαζί μας και την σύζυγό σου, για να μείνετε αιώνια ένα αγαπημένο ζευγάρι. Σύντομα, όταν τελειώσουμε με το Μπραν, θα φτάσουμε σε όλη την Ευρώπη, σε όλο τον κόσμο. Θα πείσουμε ακόμα και τον Βολφ να μας ακολουθήσει. Μαζί. Σαν ομάδα. Ανώτερα όντα. Όλοι μας». Ο Φάμπιαν άπλωσε το χέρι του, σαν να ήθελε να ανταλλάξει χειραψία. «Τι λες, Τζόνας; Αποφάσισε έξυπνα, φίλε μου».
Ο Ράινχελ κούνησε το κεφάλι δεξιά και αριστερά. «Έχω σκεφτεί. Έχω αποφασίσει» είπε. «Το Μπραν θα ελευθερωθεί από εσάς. Δεν θα πάτε πουθενά αλλού. Η κυριαρχία σας τελειώνει απόψε». Κούνησε το σπαθί σταυροειδώς. «Και δεν είμαι φίλος σου, φρικιό. Ο φίλος μου πέθανε. Εσύ είσαι ό,τι απόμεινε από το δηλητήριο που τον πότισαν οι όμοιοί σου».
Ο Φάμπιαν κατέβασε το χέρι του. «Λοιπόν, αυτό είναι κάπως απογοητευτικό» είπε. «Αλλά εσύ το επέλεξες».
Ο άλλος βρικόλακας, ο πρώην δεκανέας, έκανε να επιτεθεί, όμως ο Φάμπιαν τον σταμάτησε. Του έδωσε μια νοερή διαταγή και εκείνος παρέμεινε στη θέση του.
Ο Ράινχελ σκέφτηκε την γυναίκα του. Σε αγαπώ, είπε μέσα του. Λυπάμαι που δεν τα κατάφερα.
Ύστερα, επιτέθηκε στον Φάμπιαν, βγάζοντας μια δυνατή ιαχή και κραδαίνοντας το σπαθί του.
Χάραξε τον αέρα πολλές φορές. Δεξιόστροφα, από αριστερά. Ευθεία. Από πάνω προς τα κάτω. Απέτυχε σε όλα. Κλότσησε. Γρονθοκόπησε. Έσπρωξε. Αυτά τα κατάφερε, όμως ήταν φανερό ότι απλά τα επέτρεπε ο Φάμπιαν. Ο οποίος γελούσε και κορόιδευε τον Ράινχελ. Του έλεγε τι θα έκανε σε όσους είχαν μείνει στη Βουδαπέστη: στην γυναίκα του, στον Βολφ και στη δική του οικογένεια. Στην Έμιλυ και την Ορέλια. Θα τους έβρισκε όλους. Αργά ή γρήγορα, θα ανακάλυπτε πού είχαν κρυφτεί. Μες στην νύχτα, θα έμπαινε, μιλώντας γλυκά στην Έμιλυ ή στην Ορέλια. Ή στον Βολφ. Κάποιος από αυτούς θα χαιρόταν τόσο πολύ που θα έβλεπε ξανά τον Φάμπιαν, που δεν θα σκεφτόταν τι μπορεί να είχε συμβεί. Ούτε θα παρατηρούσε πόσο διαφορετικός θα έδειχνε. Θα ήταν τέτοια η αναμονή και η αγωνία τους, και η αγαλλίασή τους που ήρθε κοντά τους, ώστε θα αγνοούσαν όλα τα άλλα. Θα του άνοιγαν και θα τον προσκαλούσαν να εισέλθει. Κι αυτός θα το έκανε. Και μετά, θα άρχιζε να χαρίζει τα φιλιά του. Σε όλους τους. Θα τους μετέτρεπε σε βαμπίρ. Κατώτερα, για να τους κάνει ό,τι θέλει. Θα περνούσαν την αιώνια ζωή τους μαζί, ενώ η ανθρωπότητα θα εξαφανιζόταν σιγά-σιγά.
«Είναι όλα αναπόφευκτα, Τζόνας» τόνισε ο Φάμπιαν. «Άδικα πολεμάς τη μοίρα σου».
Ο Ράινχελ εξαντλήθηκε τελικά. Τα χτυπήματά του έγιναν αδύναμα και πολύ αργά. Η ανάσα του κοβόταν. Ίδρωνε και το σώμα του βάραινε από τον πόνο στα άκρα του. Κάθε τι που έκανε έμοιαζε μάταιο. Και το ήξερε. Το είχε δεχτεί. Όλα τελείωσαν. Δεν θα έβλεπε την ανατολή. Δεν θα ζούσε την ελευθερία του Μπραν που θα ερχόταν. Δεν θα επέστρεφε κοντά στους δικούς του.
Σταμάτησε να προσπαθεί. Στάθηκε σε ένα σημείο. Κρύωνε. Έτρεμε. Είμαι νεκρός, σκέφτηκε. Χειρότερα: θα με κάνει σαν αυτόν. Ένα τέρας. Θα κυνηγάω άλλους ανθρώπους για να πιω το αίμα τους.
Ο Φάμπιαν χαμογέλασε. «Ας δώσουμε ένα τέλος στο μαρτύριό σου, Τζόνας. Τι λες κι εσύ;»
Προχώρησε αργά προς τον επιλοχία. Άρχισε να απλώνει τα χέρια του, για να τον γραπώσει από τους ώμους του πανωφοριού του.
«Ποτέ!» φώναξε ο Ράινχελ. Με όση δύναμη του απέμενε, γύρισε το σπαθί, το έπιασε από τη λεπίδα και το έμπηξε στην καρδιά του. Γονάτισε, βγάζοντας αίμα από το στήθος και το στόμα του.
«Ηλίθιε!» είπε ο Φάμπιαν. Έπιασε τον Ράινχελ και παραμέρισε τον γιακά του. Έσκυψε και τον δάγκωσε στο λαιμό. Ήπιε από το αίμα του παλιού του φίλου. Αλλά δεν προσπάθησε να τον αλλάξει. Ήταν ανώφελο. Η καρδιά είχε σταματήσει να χτυπάει. Ο Τζόνας Ράινχελ ήταν ήδη νεκρός. Είχε προλάβει να αυτοκτονήσει, πριν ο Φάμπιαν καρφώσει τα αιχμηρά δόντια του στο λαιμό του.
Ο Φάμπιαν άφησε το άψυχο κορμί του Ράινχελ. Έδωσε εντολή στον Σέκερες να πιει κι αυτός από το αίμα του νεκρού.
Μετά, θα πήγαιναν στο κάστρο. Για να ξεπαστρέψουν όσους θνητούς είχαν απομείνει.
Η Κόμισσα δε δάγκωσε τον Μαρτίν, αλλά κοίταξε προς τα κάτω. Είδε μια εικόνα που είχε στοιχειώσει τη φαντασία της όταν μάθαινε ότι τα τέκνα της αποτύγχαναν απέναντι στους θνητούς. Είδε έναν άντρα να έχει υποτάξει την αγαπημένη της Ρεβέκκα, έχοντας μπροστά στο πρόσωπό της ένα σταυρό και ακουμπώντας στο αριστερό στήθος της ένα παράξενο καμπυλωτό σπαθί που η ίδια δεν είχε δει ποτέ ξανά. Η Ρεβέκκα είχε γονατίσει μπροστά στον άντρα και κοιτούσε με τρόμο το φυλαχτό. Εκείνος είχε ξανθά μαλλιά και φορούσε μακρύ πανωφόρι και, αν και φαινομενικά πολύ αδύνατος, μπορούσε να τη σκοτώσει όποτε ήθελε κι εκείνη δεν θα έκανε τίποτα για να τον σταματήσει. Κι όχι μόνο απειλούσε τη Ρεβέκκα, αλλά δεν την κοιτούσε κιόλας, σαν να μην ήταν σοβαρή απειλή για τον ίδιο, παρά είχε στρέψει τα πρασινωπά μάτια του στην Κόμισσα και τον δικό της αιχμάλωτο.
Ο ξανθομάλλης είπε «Μαρτίν; Είσαι καλά, φίλε; Μαρτίν; Μαρτίν! Απάντα μου!»
Ο Μαρτίν άνοιξε τα μάτια, καθώς αναγνώρισε τη φωνή που τον καλούσε στη μητρική του γλώσσα. Ατένισε την Κόμισσα κι αμέσως ένιωσε το σώμα του να βογκάει από τους πόνους. Ωστόσο, πίεσε τον εαυτό του και γύρισε το κεφάλι προς τα κάτω. «Γιούρις;» αναφώνησε. «Εσύ είσαι ή είναι η ιδέα μου;»
«Εγώ είμαι, παλιόφιλε. Χαίρομαι που είσαι ακόμα μαζί μας» είπε ο Μπόντεμαν, αν και αντιλήφθηκε ότι ο φίλος του ήταν ξέπνοος. Γεγονός που σήμαινε ότι αυτή που τον είχε αρπάξει τον χτύπησε άσχημα κι εκείνος δεν μπόρεσε να της κάνει σχεδόν τίποτα. Κάτι που δεν είχε συμβεί ξανά στο παρελθόν με κανέναν αντίπαλο του Μαρτίν. Τρομαχτικό, γαμώτο! σκέφτηκε ο Μπόντεμαν.
«Κι εγώ χαίρομαι που σε βλέπω».
«Θα τα πούμε καλύτερα μετά αυτά. Τι θα κάνουμε τώρα, Μαρτίν; Έχουμε μπλέξει. Αυτή σε έχει εκεί πάνω και, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, δεν μπορείς να της ξεφύγεις».
«Πολύ φοβάμαι ότι έχεις δίκιο, Γιούρις. Έχω παραλύσει, όσο και να τη χτύπησα δεν κατάφερα το παραμικρό. Είναι η Κόμισσα, η Αφέντρα όλων των βρικολάκων».
«Αυτή είναι η Ντραγκίτσι;» Ο Μπόντεμαν την κοίταξε καλά-καλά. Αν εξαιρούσε κανείς τα απάνθρωπα μάτια της, που μόνο μίσος αναδείκνυαν, ο Μπόντεμαν όφειλε να παραδεχτεί ότι την έβρισκε πολύ ελκυστική γυναίκα. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της ήταν υπέροχα και το ίδιο υπέθετε για το κορμί της. Εκείνος δεν θα είχε πρόβλημα ούτε με το χλομό δέρμα, ούτε με το ότι πετούσε. Ούτε καν τα αφύσικα δόντια της δεν θα τον είχαν εμποδίσει να πέσει στην αγκαλιά της. Αν δεν είχαν έρθει τα πράγματα όπως τώρα, δηλαδή. Ωραίες σκέψεις κάνω τέτοια ώρα!
«Τι σκέφτεσαι, Γιούρις;»
«Πολλά, Μαρτίν. Αλλά δεν είναι όλα της παρούσης. Πρέπει να σε πάρω μακριά από δαύτη, φίλε μου».
«Απείλησέ τη, Γιούρις. Ξέρεις από αυτά εσύ. Έχεις κάνει και πορτιέρης σε πορνείο, π’ ανάθεμά σε».
«Καλά λες. Έχω πείρα από μπάσταρδα φρικιά» συμφώνησε ο Μπόντεμαν. Ύστερα, μίλησε στα αγγλικά. «Έι, εσύ! Κόμισσα!»
«Τι θέλεις, ανόητε; Ξέρεις πού έχεις μπλέξει; Ξέρεις ότι αυτή τη στιγμή απειλείς την αγαπημένη μου Ρεβέκκα; Κι αυτό δεν πρόκειται να το αφήσω ατιμώρητο! Εσένα δεν θα αφήσω ατιμώρητο. Το τέλος σου θα είναι φριχτό!»
Ο Μπόντεμαν χαμογέλασε, δείχνοντάς της τα κιτρινισμένα δόντια του. «Λοιπόν, μαντάμ Ροντίκα, αυτό είναι κάτι που μπορούμε να το ανακαλύψουμε αργότερα, υποθέτω». Έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι προς την άλλη πλευρά του χώρου και είπε «Πάντως, να ξέρεις ότι η γυναίκα μου δεν θα αφήσει μια άλλη να με κλέψει. Με θέλει μόνο για τον εαυτό της. Όπως εγώ θέλω εκείνη μόνο για μένα, φυσικά».
Η Κόμισσα, που ήδη ήξερε για την παρουσία ενός άλλου δαίμονα στο χώρο, δίχως ωστόσο να τον έχει δει, στράφηκε και είδε μια γυναίκα με αντρικά ρούχα να έχει αρπάξει τα χέρια του Νικολάι και να τον κρατάει με αφύσικη ευκολία. Αλλά δεν είναι μια απλή γυναίκα, σκέφτηκε η Κόμισσα. Αυτή είναι γέννημα θρέμμα του Διαβόλου. Πατρίδα της είναι η Κόλαση. Κι όμως, μοιάζει τόσο ανθρώπινη… Σχεδόν όσο ανθρώπινοι είμαστε εμείς.
Η άγνωστη γυναίκα, λες και ένιωσε το βλέμμα της Κόμισσας, σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε. Αν και τα ρούχα που φορούσε δεν αναδείκνυαν το σώμα της, όμως ήταν φανερό πως ήταν νέα και πανέμορφη. Είχε σκουρόχρωμο δέρμα και μαύρα μάτια και μαλλιά. Από τη στιγμή που είχε μπει στο χώρο, μια ανεπαίσθητη μυρωδιά είχε υπερκαλύψει όλες τις άλλες οσμές, ακόμα και το καιόμενο ξύλο. Μια πολύ ισχυρή, μεθυστική μυρωδιά σαγήνης.
Η Κόμισσα κατάλαβε αμέσως τι ον ήταν. Ήταν μια Σουκούμπους, ένας θηλυκός δαίμονας που αποπλανούσε άντρες στο κρεβάτι τους. Ή και όχι μόνο άντρες, τόνισε μέσα της η Κόμισσα καθώς σκέφτηκε την περίπτωση γυναικών που έλκονταν από άλλες γυναίκες. Αλλά τότε που γράφονταν τα βιβλία και τα γριμόρια (μαγικά εγχειρίδια) που εκείνη είχε διαβάσει χάρη στον Μπάρλοου και την αγάπη του για τον αποκρυφισμό και τη λαογραφία, οι μοναχοί και οι λοιποί ερευνητές ήταν άντρες ως επί το πλείστον, οπότε το μυαλό τους δεν μπορούσε να συλλάβει την αληθινή φύση του έρωτα που δεν κοιτάζει απαραίτητα προς την αντίθετη πλευρά, αλλά ότι μπορεί να στραφεί και προς την ίδια. Η Κόμισσα θα μπορούσε να μαγευτεί από αυτή την Σουκούμπους. Όπως και η αγαπημένη της Ρεβέκκα. Όπως και πάμπολλες άλλες γυναίκες σ’ ολάκερο τον κόσμο.
«Μαντάμ “Αφέντρα των βρικολάκων”» είπε ο Μπόντεμαν στην Κόμισσα «να σου συστήσω τη Φρίντα. Φρίντα, αν έχω καταλάβει σωστά, ξέρεις ήδη την Ντραγκίτσι».
«Εσύ» είπε η Κόμισσα προς τη Φρίντα. Μιλούσε στην μητρική της γλώσσα, που ήξερε ότι ο άλλος δεν θα καταλάβαινε. Όμως, γνώριζε ότι οι δαίμονες σαν τη Φρίντα δεν γνώριζαν τέτοια θνητά όρια: μπορούσαν να μιλήσουν όλες τις διαλέκτους. «Εσύ είσαι μία από εμάς. Τι δουλειά έχεις να βοηθάς αυτούς; Είναι θνητοί! Ενώ εσύ είσαι ένα ανώτερο ον. Σαν εμένα και τα τέκνα μου. Έλα στην οικογένειά μας, Φρίντα. Θα κατακτήσουμε κάθε χώρα και θα υποτάξουμε κάθε θνητό ζώο που θα μας αντισταθεί. Θα κυριαρχήσεις μαζί μας. Αιώνια».
«Τι της είπες, αναθεματισμένη;» ρώτησε ο Μπόντεμαν. Όταν δεν πήρε απάντηση, απευθύνθηκε στη Φρίντα. «Τι σου είπε αυτή;»
«Μην του πεις» είπε η Κόμισσα. Μη χαραμίσεις τον εαυτό σου για δαύτον. Σου αξίζει μια καλύτερη τύχη από αυτό το αδύνατο μωρό». Χαμογέλασε. «Σου αξίζει καλύτερη ηδονή από αυτή που μπορεί να σου προσφέρει αυτός».
«Έι! Ντραγκίτσι!» πετάχτηκε ο Μπόντεμαν. «Σταμάτα να παραπλανείς την γυναίκα μου! Δεν έχω ιδέα τι της λες, όμως…»
«Πάψε, θνητέ!» σύριξε η Κόμισσα. «Θα λογαριαστώ μαζί σου σύντομα. Όταν θα ασχοληθώ με ζωάκια σαν και του ελόγου σου. Τώρα μιλάνε τα ανώτερα όντα κι εσύ πρέπει να κλείσεις το απαίσιο στόμα σου».
Ο Μπόντεμαν ύψωσε τα φρύδια του. «Έτσι λες, ε; Ότι είσαι ανώτερη, ε;» ρώτησε απειλητικά. Χασκογέλασε. «Για να δούμε πόσο ανώτερη είσαι τώρα!»
Άγγιξε το σταυρό στο κούτελο της Ρεβέκκα. Καπνός βγήκε και ο βρικόλακας ούρλιαξε από τον πόνο.
«Όχι! Σταμάτα, αναθεματισμένε!» φώναξε η Κόμισσα. «Σταμάτα! Την πληγώνεις!»
«Τι λες; Δεν σ’ ακούω. Τούτη δω η ομορφονιά ουρλιάζει και το δέρμα της καίγεται σαν να την έχω ρίξει στο τσουκάλι, μες στη σούπα».
«Είπα, σταμάτα! ΤΩΡΑ!»
«Τότε άφησε τον φίλο μου. Άφησέ τον κάτω, ασφαλή. Χωρίς να διανοηθείς να τον πειράξεις. Διαφορετικά, θα αποτελειώσω τώρα την ερωμένη σου». Ο Μπόντεμαν έστριψε το σταυρό πάνω στο κεφάλι της Ρεβέκκα, τρίβοντας το καμένο δέρμα και προκαλώντας της αφόρητο πόνο.
Η Κόμισσα γύρισε και κοίταξε τον Μαρτίν. «Κέρδισες λίγο χρόνο» του ψιθύρισε. «Μόνο λίγο, όμως».
Ο Μαρτίν δεν απάντησε. Ακόμα ήταν τρομαγμένος, όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί.
«Λοιπόν;» είπε ο Μπόντεμαν. «Να τη σκοτώσω;»
«Όχι!» πετάχτηκε η Κόμισσα. «Όχι. Μην το κάνεις».
Ο Μαρτίν ένιωσε να χάνουν ύψος και σύντομα βρέθηκε στο πάτωμα. Ένιωσε ανακούφιση.
Όμως, η Κόμισσα δεν τον άφησε να φύγει. Συνέχισε να τον κρατάει. Μίλησε προς τον Μπόντεμαν. «Πώς θα γίνει η ανταλλαγή;»
«Αφήνεις τον Μαρτίν και αφήνω τούτην εδώ. Ο Μαρτίν έρχεται προς εμένα, χωρίς να παρέμβεις, και αυτή θα έρθει προς εσένα. Ή έλα εσύ προς αυτή, αφού εμείς θα έχουμε απομακρυνθεί».
«Εντάξει». Η Κόμισσα μόρφασε. «Αλλά πρέπει και η δαιμόνισσα σου να αφήσει τον Νικολάι. Αβλαβή».
Ο Μπόντεμαν κοίταξε τη Φρίντα, που ακόμα κρατούσε τον βρικόλακα. «Φρίντα, αγάπη μου» της είπε στην μητρική γλώσσα του. «Όταν αφήσω τούτην εδώ, θα αφήσεις και εσύ…»
«Όχι έτσι!» σύριξε η Κόμισσα. «Θέλω να ξέρω τι της λες».
Ο Μπόντεμαν δυσανασχέτησε, αλλά μίλησε στα αγγλικά. «Φρίντα, όταν αφήσω τούτην εδώ, θα αφήσεις και εσύ τον τύπο που κρατάς. Μόνο έτσι θα ελευθερώσει τον Μαρτίν η Ντραγκίτσι. Εντάξει;»
Η Κόμισσα τον αναθεμάτισε μέσα της. «Η Ντραγκίτσι!» Ξανά! Έτσι με είπε το ξιπασμένο γουρούνι. Δεν μπορώ να τον αφήσω να ζήσει περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται για να αφήσει τη Ρεβέκκα και η άλλη τον Νικολάι.
«Εντάξει, καλέ μου» είπε η Φρίντα.
Ο Μπόντεμαν κοίταξε ξανά την Κόμισσα. «Ευχαριστήθηκες τώρα;»
«Είσαι τίμιος άντρας;» τον ρώτησε. «Κρατάς το λόγο σου;»
Αυτή η ερώτηση παραλίγο να προκαλέσει γέλια στους δύο Ολλανδούς.
«Αυτό θα πρέπει να το διαπιστώσεις, Ντραγκίτσι» είπε ο Μπόντεμαν. «Όμως, ο χρόνος δεν είναι με το μέρος σου και κυρίως δεν είναι με το μέρος της φίλης σου. Πρέπει να αποφασίσεις τώρα, πριν καεί ολόκληρη».
Η Κόμισσα τον κεραύνωσε με το βλέμμα της. «Αν πάθει κάτι η Ρεβέκκα μου, δεν θα σε σώσει τίποτα, θνητέ. Κανένας σταυρός δεν θα μου σταθεί εμπόδιο. Θα αφαιρέσω όλα σου τα άκρα και όλα σου τα σωθικά και θα σε αφήσω να πεθάνεις αργά-αργά, όπως είχα κάνει κάποτε στον μισητό άντρα μου και στους αχρείους δούλους του. Τους είχα κατασφάξει, αλλά χωρίς να αφαιρέσω ολοκληρωτικά τη ζωή τους. Κι αυτοί, δυνατοί άντρες όλοι τους, υπέφεραν, φώναζαν και έκλαιγαν, μες στα αίματα και δίχως να μπορούν να κουνηθούν, ούτε καν να σκουπίσουν το χείμαρρο που έτρεχε στο πρόσωπό τους και τους τύφλωνε. Αυτή η μοίρα περιμένει και εσένα. Αν αθετήσεις την υπόσχεσή σου».
Ο Μπόντεμαν ανοιγόκλεισε τα μάτια. Δεν απάντησε αμέσως, καθότι μέσα του ένιωσε την απειλή που του είχε πετάξει εκείνη. Όπως ο Μαρτίν, έτσι και ο Γιούρις είχε πολλά χρόνια να αισθανθεί φόβο. Από μικρό παιδί, ίσως. Όμως, κατ’ ουσίαν, ούτε τώρα μπορούσαν να τον τρομοκρατήσουν εύκολα. Το ορφανοτροφείο στο οποίο είχε μεγαλώσει μαζί με τον Χόπε ήταν ένα εφιαλτικό μέρος, που σπάνια προσέφερε οποιαδήποτε χαρά στα φιλοξενούμενα παιδιά, ενώ οι αψιμαχίες μεταξύ τους ήταν συχνές. Ο Χόπε είχε χρειαστεί αρκετές φορές τη βοήθεια του Μπόντεμαν, για να ξεμπλέξει από κάποιον μεγαλύτερο –κι από τη στιγμή που άρχισαν να κάνουν παρέα, ο Μπόντεμαν ήταν πάντα εκεί, δίπλα του. Όμως, τώρα ο Γιούρις ένιωθε στα εσώψυχά του ότι η Ντραγκίτσι θα μπορούσε να πραγματοποιήσει τις απειλές της και να τον κάνει να υποφέρει στις τελευταίες του στιγμές.
«Λοιπόν;» ρώτησε η Κόμισσα. «Τι λες; Θα φερθείς τίμια;»
Ο Μπόντεμαν απάντησε με σοβαρότητα. «Η Ρεβέκκα σου δεν θα πάθει τίποτα, αρκεί να τηρήσεις τη συμφωνία μας».
«Μην ανησυχείς για αυτό». Άλλωστε, μετά θα σας ξεκοιλιάσω όλους, σκέφτηκε εκείνη.
Η Κόμισσα άφησε τον Μαρτίν, ο οποίος γύρισε για να περπατήσει προς τον Μπόντεμαν.
Αλλά πριν κάνει ένα βήμα, εκείνη τον γράπωσε ξανά. «Να θυμάσαι, και οι δύο να θυμάστε, αν πάθει κάτι η Ρεβέκκα, θα σας αποτελειώσω με τα ίδια μου τα χέρια πριν καν το καταλάβετε».
«Είπα, εντάξει, π’ ανάθεμά σε!» φώναξε ο Μπόντεμαν. «Τώρα άφησε τον Μαρτίν».
Η Κόμισσα το έκανε και ο Μαρτίν έφτασε σύντομα κοντά στον Μπόντεμαν, αφού μάζεψε τα όπλα του. Ο Γιούρις απομάκρυνε το σταυρό από τη Ρεβέκκα, αλλά έχοντάς τον στραμμένο προς αυτή και την Κόμισσα. Μαζί με τον Μαρτίν περπάτησαν προς τα πίσω, προς την μοναδική πόρτα του χώρου.
Την επόμενη στιγμή, η Φρίντα πέταξε τον Νικολάι πάνω στον τοίχο και απομακρύνθηκε κι αυτή προς την έξοδο.
Η Ρεβέκκα, απελευθερωμένη από την επιρροή του σταυρού, έτρεξε κοντά στην Κόμισσα και την αγκάλιασε. «Λατρεμένη μου Κόμισσα!» είπε ξεψυχισμένα. «Πόσο λυπάμαι που σε απογοήτευσα!»
«Άσε τα παιδιαρίσματα, Ρεβέκκα» είπε η Κόμισσα. «Δεν είσαι κοριτσάκι πλέον. Κι εμείς έχουμε μια υποχρέωση να φέρουμε εις πέρας».
Η Ρεβέκκα έκανε πίσω. «Μάλιστα, Κόμισσα μου».
Ο Νικολάι ήρθε κι αυτός κοντά στην Κόμισσα με πρόσωπο πληγωμένο από τη δεινή κατάσταση που είχε βρεθεί νωρίτερα. «Τι θα κάνουμε τώρα, Κόμισσα;» ρώτησε.
Η Κόμισσα τον κοίταξε για μια στιγμή, αναγκάζοντάς τον να κατεβάσει το κεφάλι, πριν γυρίσει προς τους άντρες και τη δαιμόνισσα τους. «Θα τους σκοτώσουμε» είπε. «Δεν θα φύγει κανένας τους ζωντανός από το κάστρο. Είμαι κατανοητή;»
«Μάλιστα, Κόμισσα» της απάντησαν μαζί.
«Ελπίζω να τηρήσετε το λόγο σας. Αν θέλετε να σας κρατήσω δίπλα μου, ζωντανούς».
Της απάντησαν ξανά, αλλά φοβισμένα.
«Πολύ ωραία» είπε εκείνη. «Ας τους σκοτώσουμε».
Στην άλλη άκρη της αίθουσας, ο Μπόντεμαν (που κάλυπτε τα νώτα τους) ψιθύρισε «Μαρτίν, έρχονται».
«Το ξέρω, Γιούρις. Φυσικά και έρχονται. Τους έχουμε εκνευρίσει για τα καλά».
«Μπορείς να τους αντιμετωπίσεις;»
Ο Μαρτίν αναστέναξε. Έσφιξε το σπαθί και το εγχειρίδιο. Του προσέφεραν παρηγοριά και σιγουριά, βέβαια, αλλά ακόμα κυλούσε μες στις φλέβες του ο τρόμος που είχε αισθανθεί όταν η Κόμισσα τον υπόταξε. Δεν ένιωθε εντελώς έτοιμος για να παλέψει πάλι με τους βρικόλακες, όμως δεν υπήρχε γυρισμός πια. Δεν μπορούσαν να αναβάλλουν τη μάχη. Κοίταξε τον Μπόντεμαν και μετά στράφηκε ολόκληρος προς το εσωτερικό της αίθουσας. «Θα το προσπαθήσω» είπε.
«Το ελπίζω, φίλε μου».
Ο Μαρτίν και ο Μπόντεμαν είδαν τον Νικολάι να έρχεται από τη μια πλευρά του μεγάλου καιόμενου ξύλου, η φωτιά του οποίου χανόταν, και μαζί της έπαιρνε το φως από την αίθουσα, ενώ από την άλλη πλευρά ερχόταν η Ρεβέκκα. Όπως είχε γίνει και πριν, δηλαδή. Μόνο που αυτή τη φορά, πάνω από τις φλόγες, εμφανίστηκε η Κόμισσα, η οποία πέταξε και προσγειώθηκε με χάρη λίγο πιο μπροστά από εκείνους.
Οι βρικόλακες εμφάνισαν τα σκυλίσια δόντια τους και ετοιμάστηκαν να ορμήσουν.
«Άπροντ, τώρα!» φώναξε ο Μαρτίν και μαζί με τον Γιούρις έκαναν στην άκρη.
Στο άνοιγμα, εμφανίστηκαν ο ανθυπασπιστής και δύο μεγαλόσωμοι στρατιώτες, όλοι με Μάνλιντσερ ανά χείρας. Μπήκαν στο χώρο με τα όπλα να βάλλουν κατά των βαμπίρ –και να τα πετυχαίνουν.
Σε αντίθεση, όμως, με τις προηγούμενες φορές, οι σφαίρες δεν έβλαψαν ουσιωδώς τα τέρατα. Ούτε καν οπισθοχώρησαν, παρότι εμφάνισαν τρύπες σε διάφορα σημεία των κορμιών τους. Η Κόμισσα, όντας η πιο ισχυρή και έχοντας τραφεί πρόσφατα περισσότερο από όσο θα άντεχαν τρεις βρικόλακες μαζί, δεν θα ένιωθε ούτως ή άλλως κάτι, όπως είχε συμβεί και πρωτύτερα, έξω από το κάστρο, που την πυροβολούσαν συνέχεια και δεν την πλήγωναν. Αλλά και η Ρεβέκκα με τον Νικολάι δεν παραπάτησαν, δε σύριξαν, δε μόρφασαν, παρότι έχαναν αίμα από τις πληγές τους. Η παρουσία της Κόμισσας τούς έδινε όση δύναμη χρειάζονταν, για να αντιπαλέψουν τα σαθρά όπλα των θνητών.
Τα Μάνλιντσερ σίγησαν τελικά, έχοντας αδειάσει όλες τις σφαίρες τους.
Ο Μπόντεμαν κλονίστηκε από τη διαπίστωση ότι τα πυρομαχικά είχαν πάει χαμένα. «Μαρτίν;» ψέλλισε.
«Τι είναι, Γιούρις;»
«Δεν έπαθαν τίποτα. Τόσες σφαίρες τους πέτυχαν κι αυτοί ούτε που έτριξαν τα δόντια τους».
«Το βλέπω».
«Κύριε, πώς;» ρώτησε ο Άπροντ, ενώ και οι φαντάροι έμεναν αποσβολωμένοι, καθώς συνειδητοποιούσαν πως η παγίδα τους είχε πάει στράφι και ότι τα τέρατα φάνταζαν πανίσχυρα πια.
«Ναι, Μαρτίν. Πώς; Έχεις κάποια ιδέα για αυτό;»
«Κύριοι, θέλουν να μας σκοτώσουν. Διακαώς. Είμαστε το τελευταίο εμπόδιο που πρέπει να φύγει από τη μέση, για να μπορέσουν αύριο το βράδυ να εφορμήσουν στο Μπρασώφ. Επιθυμούν την άμεση θανάτωσή μας. Επιπλέον, μη ξεχνάμε, είμαστε στο σπίτι τους. Νιώθουν ισχυροί εδώ. Όλα αυτά μάλλον τους είναι αρκετά, για να αψηφήσουν τα πυρά μας».
«Τέλεια» ειρωνεύτηκε ο Μπόντεμαν.
«Α. Μάλιστα. Δεν με παρηγορεί και πολύ αυτό» είπε ο Άπροντ.
«Γιούρις και Φρίντα» είπε ο Μαρτίν «εσείς και εγώ μπροστά. Τσανάντ, μείνετε πίσω μας και οπλίστε ξανά. Και να είστε έτοιμοι. Ο καθένας σας θα βοηθήσει έναν από εμάς».
«Εντάξει» είπε ο ανθυπασπιστής και μετέφρασε στους στρατιώτες.
«Γιούρις» συνέχισε ο Μαρτίν «αναλαμβάνεις τον Νικολάι. Εγώ, τη Ρεβέκκα. Φρίντα, πολύ φοβάμαι ότι εσύ είσαι η πιο άξια για να αντιμετωπίσεις την Κόμισσα». Τουλάχιστον, αυτό ελπίζω, είπε μέσα του. Γιατί, έχοντας βρεθεί έρμαιο της Κόμισσας, είχε διαπιστώσει ότι κανείς τους δεν ήταν τόσο δυνατός, όσο έπρεπε. Ο Μαρτίν περισσότερο ήλπιζε να έχει δίκιο για τις δυνατότητες της Φρίντα, παρά το πίστευε πια.
«Εννοείται αυτό» σχολίασε ο Μπόντεμαν, καθώς οι τρεις τους έπαιρναν θέσεις μπροστά από τους Ούγγρους στρατιωτικούς. «Η Φρίντα μου θα κάνει ό,τι πρέπει σε αυτή την καταραμένη πόρνη». Ωστόσο, ενδόμυχα, ανησυχούσε για τη Φρίντα. Ό,τι κι αν ήθελε να γίνει, όφειλε να παραδεχτεί πως η Κόμισσα ήταν ο χειρότερος εχθρός, η μεγαλύτερη απειλή που είχε γνωρίσει ποτέ του. Ήλπιζε ειλικρινά να μπορέσει η Φρίντα να ανταπεξέλθει στη μονομαχία τους.
«Ετοιμαστείτε να πεθάνετε» είπε η Κόμισσα.
Η Ρεβέκκα άπλωσε τα χέρια της.
Το ίδιο έκανε και ο Νικολάι.
“Omoară nenorociții de câini!” διέταξε η Κόμισσα.
«Λέει να σκοτώσουν τα καταραμένα σκυλιά» είπε ο Άπροντ. «Εμάς, εννοεί».
Ο Μπόντεμαν είπε «Ούτε που θα το φανταζόμουν, ρε Τσανάντ!»
Οι βρικόλακες επιτέθηκαν στην τριάδα των ξένων που είχαν έρθει να βοηθήσουν στην απελευθέρωση του Μπραν.
Οι μονομαχίες που ακολούθησαν συνέβησαν ως επί το πλείστον ταυτόχρονα, σε τρία διαφορετικά σημεία της αίθουσας. Άνθρωποι εναντίον βρικολάκων, οι τελευταίοι πολεμιστές του Μπραν απέναντι στα τελευταία τέρατα του κάστρου του Μπραν.
Η Φρίντα πλησίασε την Κόμισσα, χαμογελώντας. Η άλλη πλησίασε, επίσης. Αμφότερες κινήθηκαν με αργά βήματα, σαν να μη βιάζονταν πραγματικά. Ή σαν να επιθεωρούσε η μία την άλλη, κατά πόσο μπορούσε να σκοτώσει η μία την άλλη. Η Φρίντα ήξερε την Ροντίκα, τι άνθρωπος είχε υπάρξει και τι τέρας είχε απογίνει, με όλες εκείνες τις απαγωγές και τις αφαιμάξεις που πραγματοποιούσε όλους αυτούς τους αιώνες της βαμπιρικής ζωής της. Οι γνώσεις της Φρίντα σταματούσαν από τη στιγμή που ο Γιούρις της προσέφερε ανθρώπινη υπόσταση και εκείνη την είχε δεχτεί –αρχικά, για να συνεχίσει το έργο της ως δαίμονας Σουκούμπους, αλλά εντέλει για να ζήσει μαζί του ως σύντροφός του. Κι αυτή της η επιλογή θα αποδεικνυόταν καθοριστική για την μονομαχία που επρόκειτο να συμβεί τώρα.
Η Κόμισσα, χρησιμοποιώντας ξανά την μητρική της διάλεκτο, είπε «Μπορείς ακόμα να έρθεις με το μέρος μας. Με εμάς, που είμαστε όντα της Κόλασης. Αυτό οφείλεις, αν όχι στον εαυτό σου, τότε στον Αφέντη σου, τον Διάβολο. Αν ήμουν στην θέση σου και διάλεγα τους θνητούς, δεν θα ήθελα να πεθάνω ποτέ, γιατί Εκείνος θα με τιμωρούσε με όλους τους χειρότερους τρόπους που αναμφίβολα γνωρίζει». Η Κόμισσα άνοιξε τα χέρια της, σαν να ήθελε να την αγκαλιάσει. Τα μάτια της, όσο σκοτεινά κι αν ήταν, αυτή τη στιγμή απέπνεαν μια καθαρά ερωτική έλξη. «Έλα μαζί μας, αγαπητή μου. Είσαι τόσο όμορφη, για να χαραμίσεις την ύπαρξή σου με εκείνους. Έλα σε εμένα, και θα ζήσεις αιώνια».
Η Φρίντα δεν απάντησε. Κάρφωνε με το βλέμμα της την Κόμισσα. Είχε ήδη πάρει την απόφασή της, από τότε που ο Γιούρις διάλεξε πλευρά. Η Φρίντα θα πολεμούσε στο πλευρό των ανθρώπων, κι ας ήξερε ότι η Ροντίκα ήταν πολύ πιο ισχυρή από την ίδια.
Πίσω της, στεκόταν ο Άπροντ, ο οποίος της ψιθύρισε «Με συγχωρείτε, κυρία, αλλά κάτι πρέπει να κάνουμε. Έχω το σπαθί μου. Μπορώ να σας βοηθήσω. Ή, αν το προτιμάτε…» Ο ανθυπασπιστής ξεροκατάπιε, κοιτώντας την Κόμισσα. «… Αν το θέλετε, μπορώ να ριχτώ εγώ σε αυτήν, κι εσείς να έρθετε από κοντά, για να την χτυπήσετε».
Η Φρίντα γύρισε και τον κοίταξε. «Με τιμάει η προσφορά σου, όμορφέ μου αξιωματικέ» του είπε με χαμόγελο, κοιτώντας τον. «Αλλά θα προπορευθώ εγώ».
Ο Άπροντ την κοίταξε κι αυτός. Τα μαύρα μαλλιά της κουκούλωναν το κεφάλι της, ενώ τα εξίσου μαύρα μάτια της άγγιζαν την ψυχή του ανθυπασπιστή. Για όνομα του Θεού, είναι εκθαμβωτική! σκέφτηκε αυτός. Είχε παρατηρήσει από την πρώτη φορά που την είδε πόσο όμορφη είναι, αλλά από τόσο κοντά φαινόταν τρομαχτικά εξαίσια. Ακόμα και η μητέρα του θα τη δεχόταν ως νύφη του γιου της, κι ας μην ήταν ομοεθνής τους. Τι κρίμα που είχαν συναντηθεί κάτω από αυτές τις συνθήκες! Αν την είχε δει αλλού, μακριά από το πεδίο της μάχης, μπορεί και να ρίσκαρε να την κορτάρει, κι ας ήταν παρών ο Ολλανδός εραστής της. Κατένευσε προς τη Φρίντα, λέγοντας «Εντάξει, κυρία. Ας γίνει έτσι».
Η Φρίντα γύρισε προς την Κόμισσα.
Η Κόμισσα κατάλαβε από το βλέμμα της δαιμόνισσας ποια ήταν η απόφασή της. Έτσι, κατέβασε τα χέρια της και είπε «Θα πεθάνεις, Φρίντα. Όλοι σας θα πεθάνετε. Ειδικά, ο άντρας σου… Που τόλμησε να με αμφισβητήσει, να με θίξει… Και που απείλησε την αγαπημένη μου Ρεβέκκα… Στο τέλος αυτής της νύχτας, αυτός θα έχει τον πιο εφιαλτικό θάνατο». Χαμογέλασε μοχθηρά. «Στο υπόσχομαι, θα το φροντίσω εγώ η ίδια».
Ο Άπροντ, που κατάλαβε μέσες άκρες τι είχε πει η άλλη, παρακάλεσε τον Θεό να τους βοηθήσει.
Η Φρίντα κοίταξε με θανατηφόρα οργή την Κόμισσα. «Στο τέλος αυτής της νύχτας, δεν θα υπάρχεις, Ροντίκα» είπε.
Η Κόμισσα έδειξε τα μυτερά δόντια της στην Σουκούμπους. «Μην μου αναφέρεις τη δική σου μοίρα, Φρίντα. Ξέρω ποια είναι».
Στάθηκαν η μία απέναντι στην άλλη.
Μια Σουκούμπους με ανθρώπινη υπόσταση απέναντι σε ένα βαμπίρ, στο πιο ισχυρό βαμπίρ που υπήρχε.
Ο Άπροντ έσφιξε το σπαθί του. Έχω ένα πολύ κακό προαίσθημα για ό,τι θα γίνει, σκέφτηκε.
Έπειτα, η Κόμισσα όρμησε στη Φρίντα.
Άπλωσε μπροστά τα χέρια με τα γαμψά νύχια της, που τόσους ανθρώπους είχαν θερίσει αυτή τη νύχτα.
Η Φρίντα έπιασε τους καρπούς της Ροντίκα, πριν αυτή χαράξει το λαιμό της. Είχε σκοπό να σταματήσει τη φόρα του βαμπίρ, αλλά δεν τα κατάφερε. Σήμερα, η Ροντίκα ήταν πολύ δυνατή. Ήταν πανίσχυρη. Ασύλληπτη ενέργεια είχε διαποτίσει το σώμα της, χάρη στο αίμα που είχε κλέψει από τα πάμπολλα θύματά της. Έτσι, η επίθεση συνεχίστηκε, απλά άλλαξε κατεύθυνση το χτύπημα.
Τα χέρια της Φρίντα λύγισαν προς τα μέσα, παρασυρμένα από τη δύναμη της Κόμισσας. Όσο κι αν προσπάθησε, δεν μπόρεσε να αποτρέψει την άλλη. Τα νύχια του βαμπίρ καρφώθηκαν στα πλαϊνά του κεφαλιού της Φρίντα. Αίμα άρχισε να αναβλύζει, ενώ ανθρώπινος πόνος κατέκλυσε τη Σουκούμπους. Η Φρίντα μόρφασε, καθώς το σώμα της παρέλυε. Προσπάθησε να αφαιρέσει τις λεπίδες της Κόμισσας, όμως ήταν φανερό πως δεν θα τα κατάφερνε.
«Είσαι τόσο αδύναμη» είπε η Κόμισσα, καθώς έσκαβε το κρανίο της άλλης. «Τελικά, είναι καλύτερα που δεν θα σε έχουμε μαζί μας. Θα μας ήσουν εντελώς άχρηστη».
Η Φρίντα κλότσησε την Κόμισσα στην κοιλιά, δίχως να τη βλάψει. Μόνο γέλια της προκάλεσε.
Ύστερα, έξυσε με τα δικά της, σαφώς μικρότερα, νύχια το δέρμα των χεριών της Κόμισσας. Μπόρεσε να την πληγώσει, όμως ελάχιστα. Ούτε καν μόρφασε η Κόμισσα.
«Πολύ αδύναμη, πράγματι» επανέλαβε η Ροντίκα. Δίχως να πάρει τα μάτια της από το βλέμμα της Φρίντα, η Ροντίκα έβγαλε τα νύχια της από το κεφάλι της άλλης και άρπαξε τα χέρια της. Και τα λύγισε. Και τα έσπασε, σαν να ήταν κλαράκια.
Η Φρίντα έκανε να ουρλιάξει, όμως σκέφτηκε τον Γιούρις, πόσο πολύ θα τον έπληττε αν εκείνη πάθαινε κάτι. Κι έτσι, κατάπιε τον πόνο της.
«Άφησέ την, αναθεματισμένη σκύλα!» είπε ο Άπροντ, που εμφανίστηκε από τα δεξιά της Κόμισσας, με το σπαθί του υψωμένο.
Εκείνη άφησε την τραυματισμένη Φρίντα και περίλαβε εκείνον. Απέφυγε με ευκολία τις χαρακιές που εξαπέλυε εναντίον της και τον γρατσούνισε σε δύο σημεία στο κεφάλι. Αυτός οπισθοχώρησε για λίγο, προσπαθώντας να πετάξει από τα μάτια του το αίμα του, όμως επανήλθε. Δοκίμασε να πετύχει την Κόμισσα στο στήθος και στο κεφάλι και στο λαιμό. Τη χτύπησε με τη γροθιά του, ή τουλάχιστον αυτό επιδίωξε, γιατί εκείνη πρόλαβε και έσκυψε.
Ο Άπροντ την πέτυχε μόνο μία φορά, με τον αγκώνα του στο στήθος της. Αυτό φάνηκε να την ταράζει, αλλά ήταν μονάχα ένα κόλπο της Κόμισσας, για να του δώσει ψεύτικο θάρρος. Κι αυτός το έχαψε, και έκανε μια περιστροφική κίνηση, με σκοπό να αποκεφαλίσει την Κόμισσα.
Αλλά έχασε πολύτιμα δευτερόλεπτα, κι εκείνη άδραξε την ευκαιρία και χάραξε με τα νύχια της τον Άπροντ, καταστρέφοντας σε πολλά σημεία τη στολή του, διαφθείροντας και λίγο από το δέρμα του.
Ο ανθυπασπιστής έκανε πίσω, νιώθοντας να έχουν βιάσει το σώμα του.
Η Κόμισσα του επιτέθηκε ξανά.
Όμως, η Φρίντα μπήκε ανάμεσά τους. Κινούμενη με αφύσικη γρηγοράδα, άπλωσε τα μπράτσα της και τύλιξε τα σπασμένα άκρα της γύρω από το λαιμό της Κόμισσας. Ύστερα, έκανε κάτι που θα το περίμενε κανείς από ένα βαμπίρ: έμπηξε τα δόντια της στο λαιμό της Κόμισσας. Δάγκωσε το βαμπίρ, κόβοντας κομμάτια δέρματος. Ένιωσε το αίμα της Ροντίκα να κυλάει ανάμεσα στα χείλη της.
Η Κόμισσα σταμάτησε την επίθεσή της στον άνθρωπο. Αναστέναξε, αλλά όχι από πόνο. Τύλιξε τα δικά της χέρια γύρω από το λαιμό της Φρίντα. Είπε με λαγνεία «Είσαι όντως ένα σαγηνευτικό Σουκούμπους. Θα απολάμβανα ευχαρίστως τα υπέροχα φιλιά σου». Η Κόμισσα άρπαξε τα μαλλιά της Φρίντα και τα τύλιξε στη γροθιά της. Τράβηξε απότομα το κεφάλι της άλλης. Η Φρίντα παρασύρθηκε, αποκόπτοντας κι άλλο δέρμα από το λαιμό της Κόμισσας. Έφτυσε το αίμα που είχε μπει στο στόμα της και αποτόλμησε μια ματιά. Είδε με φρίκη τις πληγές του βαμπίρ να κλείνουν. Χωρίς να τραφεί. Γιατί είχε ήδη πιει πάρα πολύ αίμα. Και το κρατούσε, για περιπτώσεις σαν αυτή, μην τυχόν και την τραυματίσουν, οπότε να μπορεί να θεραπεύσει η ίδια τον εαυτό της άμεσα.
Η Φρίντα ένιωσε την ανθρώπινη καρδιά της να σφίγγεται. Συνειδητοποίησε πόσο άσχημη θα ήταν η μοίρα του Γιούρις, αν η Κόμισσα σκότωνε όλους τους φίλους του και τον άφηνε τελευταίο.
Η Κόμισσα, έχοντας εμπνευστεί από την προσπάθεια της Φρίντα να μιμηθεί τις συνήθειες των βαμπίρ, έκανε κάτι που θα το περίμενε κανείς από έναν εκπαιδευμένο στρατιώτη: έσπασε τα πόδια της Φρίντα, χτυπώντας τα γόνατά της. Και πάλι, η Σουκούμπους μόρφασε, δίχως να ουρλιάξει. Αλλά τώρα, ήταν έρμαιο στις ορέξεις της Κόμισσας, αδύναμη να αντιδράσει με οποιονδήποτε ανθρώπινο τρόπο.
Τότε ο Άπροντ εμφανίστηκε ξανά, από τα αριστερά της Κόμισσας αυτή τη φορά.
Όμως, η επίθεσή του ήταν υπερβολικά αργή. Και βαμπίρ να μην ήταν, η Ροντίκα θα τον εξουδετέρωνε εύκολα.
Έπιασε το ένα χέρι του με το δικό της, τον σήκωσε στον αέρα και τον πέταξε κάπου πλάγια, προς την πλευρά του Νικολάι. Ένα ακόμα θήραμα για εσένα, αγαπημένε μου, του είπε νοητά.
Έπειτα, η Ροντίκα ατένισε την πονεμένη Φρίντα. «Έχεις πετάξει ποτέ σου;» τη ρώτησε. Κι όταν δεν πήρε απάντηση, συνέχισε «Θα το κάνεις τώρα. Θα είναι το ύστατο δώρο μου προς εσένα».
Η Κόμισσα, κρατώντας τη Φρίντα από το λαιμό, υψώθηκε πάνω από όλους.
Την ίδια στιγμή που η Κόμισσα ορμούσε στη Φρίντα, η Ρεβέκκα είδε το σπαθί του Μαρτίν να έρχεται προς το μέρος της και το απέφυγε κινούμενη πλάγια. Ύστερα, ο Ολλανδός προσπάθησε να τη μαχαιρώσει με το εγχειρίδιο, αλλά ούτε αυτό είχε αποτέλεσμα, μιας και το βαμπίρ κινήθηκε από την άλλη. Έπειτα, η Ρεβέκκα έπεσε πάνω στον Μαρτίν, με τα νύχια της να ξεσκίζουν πάλι το πανωφόρι του, αυτή τη φορά γδέρνοντας και λίγο από το δέρμα του αριστερού χεριού του, ενώ ταυτόχρονα τον έσπρωξε πάνω στον τοίχο.
Ο Μαρτίν παρασύρθηκε από τη φόρα και τη δύναμη της Ρεβέκκα και βρέθηκε να χτυπάει στον τοίχο, με αυτή γαντζωμένη πάνω του. Το σπαθί έπεσε από το χέρι του -πάλι-, αλλά εκείνος κατάφερε να αρπάξει τη Ρεβέκκα από τα μαλλιά της και να κρατήσει το κεφάλι και τα δόντια της μακριά από εκείνον.
Η Ρεβέκκα σύριξε απειλητικά και πάλεψε να φέρει μπροστά το ανοιχτό στόμα της, για να τον δαγκώσει. Άρχισε να τον γρατζουνάει απανωτά στο στήθος, ούτως ώστε να τον τραυματίσει σε τέτοιο βαθμό, για να πέσουν οι άμυνές του.
Ο Μαρτίν, που βογκούσε από τους πόνους που προκαλούσαν οι νυχιές της, άλλαξε τακτική. Κατέβασε το τραυματισμένο χέρι του και έφερε το κεφάλι της κοντά του. Έτσι μπόρεσε να τη χτυπήσει με το κούτελο και να τη ζαλίσει προσωρινά.
Η Ρεβέκκα έκανε λίγο πίσω, αλλά δίχως να αφήσει το χέρι του Ολλανδού.
Ο Μαρτίν έφερε το αριστερό χέρι του ημικυκλικά, καταφέρνοντας να το περάσει πάνω από τα δικά της, παγιδεύοντάς τα κιόλας. Την ίδια στιγμή, πήρε το εγχειρίδιο με το ελεύθερο δεξί του χέρι και χάραξε το πρόσωπό της και τα χέρια της.
Η Ρεβέκκα έκανε ξανά πίσω. Όμως, τον είδε να έρχεται κατά πάνω της και έριξε μπροστά τα χέρια της. Τον πέτυχε στο κέντρο του κορμού και, για άλλη μια φορά, τον πέταξε πάνω στον τοίχο. Του όρμησε το επόμενο δευτερόλεπτο, με μανία.
Ο Μαρτίν απέκρουε τις επιθέσεις της, όσο μπορούσε, αλλά καταλάβαινε ότι τον είχε στριμώξει. Τα δικά του χτυπήματα απλά αναχαίτιζαν για λίγο την ορμή της, δίχως ωστόσο να τη βλάπτουν. Ο ίδιος είχε αρχίσει να κουράζεται, καθότι έχανε αίμα από πολλές πληγές.
Η Ρεβέκκα κατάφερε κάποια στιγμή να τον αφοπλίσει και από το εγχειρίδιο. Τον γράπωσε, παγιδεύοντάς του τα τεράστια χέρια μέσα στην αγκαλιά της με τέτοιο τρόπο, που του ήταν αδύνατο να απεγκλωβιστεί.
Του χαμογέλασε. Πρόβαλλε τους αιχμηρούς κυνόδοντές της προς αυτόν.
Αλλά τότε ένα χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού της την ξάφνιασε. Πριν προλάβει να γυρίσει προς τον άλλο επιτιθέμενο, εκείνος πέρασε πάνω από το κεφάλι της ένα μακρύ αντικείμενο και το πίεσε στον λαιμό της.
Ο μεγαλόσωμος στρατιώτης άρχισε να πνίγει το βαμπίρ με το Μάνλιντσερ, ελπίζοντας ότι αυτή η μέθοδος μπορούσε να εφαρμοστεί και στα τέρατα. “Hagyd békén a férfit!” (Άφησε τον άνθρωπο ήσυχο!) είπε.
Η Ρεβέκκα δεν ένιωθε να πνίγεται, όμως ενοχλήθηκε από ό,τι της έκανε ο άλλος, οπότε άφησε τον Μαρτίν και συστράφηκε γρήγορα, απελευθερώνοντας το σώμα της από τη λαβή του στρατιώτη. Ήρθε πίσω του, πριν αυτός το καταλάβει. Έχωσε τα μακριά νύχια της στο δικό του λαιμό για ένα δευτερόλεπτο και έφερε το στόμα της κοντά στην πληγή και ήπιε από το αίμα του ετοιμοθάνατου άντρα, χωρίς να τον δαγκώσει. Ένιωσε να αναζωογονείται και ευχαρίστως θα έμενε κάτω από την οικεία πορφυρή πηγή δύναμης που είχε βρει.
Τότε, όμως, κατάλαβε το λάθος της, αλλά ήταν αργά.
Ο Μαρτίν ήρθε πίσω της. Τη χτύπησε στην πλάτη και αμέσως άρπαξε το κεφάλι της και το έστριψε βίαια. Ένα κρακ! ακούστηκε και η σπονδυλική στήλη της Ρεβέκκα συντρίφτηκε, με το κρανίο της να μένει σε μια αφύσικη θέση. Ο Μαρτίν τη σήκωσε στον αέρα με μεγάλη ευκολία και βρόντηξε το σώμα της πάνω στον τοίχο.
Η Ρεβέκκα έμεινε κάτω, αλλά προσπάθησε να επαναφέρει το κεφάλι της στη σωστή θέση.
Ο Μαρτίν έπιασε το εγχειρίδιο και της επιτέθηκε.
Όσο γινόντουσαν αυτά, ο Μπόντεμαν προσπαθούσε για άλλη μια φορά να μαχαιρώσει τον Νικολάι, χωρίς όμως να τα καταφέρνει. Τον είχε πετύχει τρεις φορές, ως τώρα, αλλά όλες ήταν χαρακιές που τραυμάτισαν μεν τον βρικόλακα, αλλά δίχως να του έχουν κάνει σοβαρή ζημιά. Για κακή τύχη του ίδιου του Μπόντεμαν και του στρατιώτη που είχε αναλάβει να τον βοηθήσει, ο Νικολάι είχε μπορέσει σε μια στιγμή να αφοπλίσει τον Ούγγρο και να καρφώσει την ξιφολόγχη του όπλου στο κεφάλι του στρατιώτη, διαλύοντας το κρανίο του, σκοτώνοντάς τον ακαριαία.
Ο Μπόντεμαν, έχοντας δει και νωρίτερα τέτοια τέρατα να φονεύουν νεαρούς φαντάρους (έξω από αυτή την αίθουσα, όταν ο Μαρτίν τους άφησε να αντιμετωπίσουν τους κατώτερους βρικόλακες, για να βρει τους ανώτερους), είχε εκνευριστεί από αυτό και είχε χτυπήσει με τη γροθιά του τον Νικολάι και έπειτα με τη λαβή του κατάνα και με δύο λακτίσματα. Ο βρικόλακας είχε οπισθοχωρήσει, όμως χασκογελούσε, το διασκέδαζε, καθώς και εκείνος και ο Ολλανδός ήξεραν ότι αυτές οι προσπάθειες δεν έκαναν κακό στο βαμπίρ. Για τον Μπόντεμαν, όμως, ήταν κάτι, ξεσπούσε τον θυμό που έβραζε μέσα του.
“De ce continui? Nu mă poți ucide” (Γιατί συνεχίζεις; Δεν μπορείς να με σκοτώσεις) είπε ο Νικολάι, ο οποίος, αντίθετα από τη Ρεβέκκα και την Κόμισσα, δεν είχε δοκιμάσει να χτυπήσει τον Ολλανδό, παρά αμυνόταν, γιατί αυτό του προκαλούσε αμέριστη διασκέδαση.
Ο Μπόντεμαν κοίταξε τον άλλο. Τον έδειξε με το σπαθί του. «Δεν ξέρω τι λες, μαλάκα αλλά σου υποσχέθηκα κάτι πιο πριν». Έσυρε τη λεπίδα στον αέρα, στο ύψος των ματιών του βρικόλακα. «Πριν σε άφησα να φύγεις. Δεν θα έχεις ξανά αυτή την ευκαιρία».
Ο Νικολάι είπε “Ești amuzant ca un țigan” (Είσαι αστείος σαν τσιγγάνος).
«Ό,τι πεις».
Ο Μπόντεμαν ρίχτηκε εναντίον του Νικολάι. Προσπάθησε και πάλι να τον μαχαιρώσει. Όταν είδε ότι ο βρικόλακας συνέχιζε να αποφεύγει εύκολα το σπαθί, πήρε φόρα και τον κλότσησε στο δεξί γόνατο. Προς ικανοποίησή του, άκουσε το κόκαλο να σπάει και το πόδι να λυγίζει.
Ο Νικολάι μόρφασε και παραπάτησε. Και έκανε το λάθος να πάρει τα μάτια του από τον Μπόντεμαν, για να δει τι είχε πάθει.
Τότε ο Γιούρις σήκωσε το σπαθί και χάραξε πρώτα το λαιμό και έπειτα το πρόσωπο του Νικολάι, πετυχαίνοντάς τον στα μάτια. Έτσι, μπόρεσε να τον κάνει να χάσει πολύ αίμα και ταυτόχρονα να χάσει την όρασή του. Ο Νικολάι έπεσε στα γόνατα προσωρινά, προσπαθώντας να μειώσει τη ροή του αίματος που έβγαινε από το λαιμό του.
Ο Μπόντεμαν έστρεψε το κατάνα, με την αιχμή να σημαδεύει την εκτεθειμένη αριστερή μεριά του στήθους του Νικολάι.
«Πέθανε, παλιομαλάκα!» είπε και…
Ένα ουρλιαχτό απέσπασε την προσοχή του Μπόντεμαν, πριν αποτελειώσει τον Νικολάι. Γύρισε προς τα δεξιά του, ένα δευτερόλεπτο πριν ένα ιπτάμενο ανθρώπινο σώμα πέσει πάνω του και οι δυο βρεθούν μαζί στο πάτωμα, ο ένας δίπλα στον άλλο, και το σπαθί του Μπόντεμαν μακριά από τα χέρια του.
«Να πάρει!» είπε ξέπνοος ο Άπροντ.
Ο Μπόντεμαν έβρισε μέσα του. Στο ελάχιστο φως που υπήρχε στο χώρο, κοίταξε τον Ούγγρο που ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα. Είδε αίμα να βγαίνει από το μάγουλο και το μέτωπό του. Η στολή του Άπροντ ήταν σκισμένη σε διάφορα σημεία, απ’ όσο μπορούσε να δει ο Γιούρις.
Πώς έπεσε ο Τσανάντ πάνω μου; αναρωτήθηκε.
Και τότε άκουσε ένα γυναικείο, δαιμονικό ουρλιαχτό. Το οποίο αναγνώρισε αμέσως –οπουδήποτε θα ξεχώριζε αυτή τη φωνή.
Φρίντα! ούρλιαξε μέσα του.
Κοίταξε προς το μέρος της σβηστής πλέον φωτιάς. Είδε διάφορες φιγούρες, αλλά εστίασε σε αυτές που ίπτανται. Κατάφερε να διακρίνει μία σκιά ντυμένη με μαύρο φόρεμα και μία με αντρικά ρούχα. Η πρώτη είχε αρπάξει τη δεύτερη από το λαιμό. Η Κόμισσα είχε πιάσει τη Φρίντα. Είχε πετάξει τον Άπροντ από κοντά της και ανέλαβε τη Σουκούμπους. Η Φρίντα δεν αντιμαχόταν την Αφέντρα των βρικολάκων, κι υπήρχε λόγος για αυτό: τα χέρια και τα πόδια της ήταν σε αφύσικες γωνίες, σπασμένα.
Ο Μπόντεμαν γούρλωσε τα μάτια του. «Όχι!» ούρλιαξε και η φωνή του συντάραξε την αίθουσα. Αμέσως, σηκώθηκε και αναζήτησε το κατάνα. Το βρήκε και το άρπαξε. Έκανε να κινηθεί προς το μέρος που κάποτε υπήρχε το μεγάλο τραπέζι, αλλά ο Άπροντ, που είχε σηκωθεί κι αυτός, τον έπιασε από τους ώμους.
«Μη!» του είπε. «Τι πας να κάνεις, τρελέ Ολλανδέ; Αυτή είναι πέραν από τις δυνάμεις σου, από τις δυνάμεις όλων μας! Δεν μπορείς να την αντιμετωπίσεις».
«Έχει τη γυναίκα μου, Τσανάντ» είπε ο Γιούρις χωρίς να πάρει τα μάτια του από τις δύο σκιές. «Δεν με νοιάζει τι σκατά είναι αυτή η Ντραγκίτσι. Δεν πρόκειται να επιτρέψω να σκοτώσει τη Φρίντα μου».
«Γιούρις, για όνομα του Θεού, μην…»
«Του Θεού;» Ο Μπόντεμαν κεραυνοβόλησε τον Άπροντ με το βλέμμα του. «Βλέπεις κάποιον θεό εδώ τριγύρω, Τσανάντ; Γιατί εγώ δε βλέπω. Μόνο αιμοδιψή φρικιά, βδελύγματα της φύσης βλέπω. Και άντρες που κρατάνε όπλα, αλλά τρέμουν μην πεθάνουν στη μάχη. Αυτά βλέπω. Και όλα μου προκαλούν αηδία».
Ο Γιούρις τίναξε τα χέρια του άλλου από πάνω του και περπάτησε προς το σημείο που πετούσαν η Κόμισσα και η Φρίντα.
Τότε μια απαίσια κραυγή ακούστηκε πίσω του και πόδια έτρεξαν προς το μέρος του.
Κι αυτή την αντρική κραυγή την αναγνώρισε. Αλλά όχι επειδή είχε ζήσει και κοιμηθεί μαζί της πάμπολλες φορές από τότε που γνωρίστηκαν. Όχι. Την αναγνώρισε γιατί αυτός ο καταραμένος ήθελε να πιει το αίμα του Γιούρις και εκείνος ήθελε εδώ και ώρα να τον σκοτώσει.
«Πρόσεξε, Γιούρις!» φώναξε ο Άπροντ.
Ο Μπόντεμαν γύρισε και έσκυψε.
Τα χέρια του Νικολάι άρπαξαν μόνο αέρα.
Ο Μπόντεμαν σήκωσε τα δικά του χέρια, που έσφιγγαν το κατάνα, και κάρφωσε τη λεπίδα στην καρδιά του βαμπίρ.
Ο Νικολάι ξεφύσησε. Σύριξε πονεμένα. Αίμα ανάβλυσε από την πληγή του.
Ο Γιούρις τράβηξε το σπαθί και το απεγκλώβισε από τον άλλο.
Ο Νικολάι γονάτισε μπροστά στον λεπτοκαμωμένο, νευρώδη Ολλανδό φονιά του. Σήκωσε το κεφάλι και, φτύνοντας αίμα, ψέλλισε “Draga mea Contesă… Te rog să mă ierţi” (Αγαπητή μου Κόμισσα… Σε παρακαλώ, συγχώρεσε με).
Ένα άλλο ουρλιαχτό ακούστηκε τότε. Δεν ήταν ούτε γυναικείο, ούτε αντρικό. Ούτε προερχόταν από κάποιο ζώο. Ήρθε από ψηλά και χτύπησε τους πάντες μέσα στο χώρο. Έμοιαζε σαν να στρίγγλιζαν όλα τα έμβια όντα που ήταν ετοιμοθάνατα και αποζητούσαν λίγη παρηγοριά.
Η Κόμισσα είπε “Nikolai, copilul meu iubit!” (Νικολάι, αγαπημένο μου παιδί!). «Θα το πληρώσεις αυτό, άθλιε!» είπε προς τον Γιούρις. Την επόμενη στιγμή, κάρφωσε τα γαμψά νύχια της στο στήθος της Φρίντα και έσυρε προς τα κάτω το χέρι της, ανοίγοντας μια μεγάλη χαραμάδα.
Η Φρίντα σύριξε κι αυτή και είδε την Κόμισσα να βάζει το χέρι της μέσα της και να βγάζει τα σωθικά της και να τα πετάει στο πάτωμα.
«Φρίντα!» φώναξε με τρόμο ο Γιούρις και άφησε τον Νικολάι, για να κοιτάξει μόνο την γυναίκα που είχε αγαπήσει. «Όχι! Σε παρακαλώ…»
Η Κόμισσα πέταξε τη Φρίντα στον απέναντι τοίχο και στράφηκε προς τον Νικολάι και βρέθηκε κοντά του άμεσα, ενώ ο Μπόντεμαν έτρεχε προς την αγαπημένη του, που μάτωνε ασύστολα και που παρέμενε μπροστά στην είσοδο/έξοδο της αίθουσας.
Ο Γιούρις άφησε το σπαθί του και έπιασε τη Φρίντα, κρατώντας τη και κλαίγοντας. «Έλα, καλή μου. Είσαι καλά, είσαι καλά» της έλεγε και τη φιλούσε στο ιδρωμένο της μέτωπο. «Είσαι καλά, αλήθεια. Πολύ καλά. Δεν μπόρεσε να σε βλάψει όσο θα ήθελε αυτή η σκύλα. Θα ζήσεις. Θα…» Ο Γιούρις σταμάτησε, καθώς πρόσεξε ότι και η Φρίντα έκλαιγε. Και είχε ιδρώσει. Πονούσε. Γαμώτο, η γυναίκα μου υποφέρει! είπε μέσα του. Κι εγώ δεν μπορώ να τη βοηθήσω, που να πάρει ο διάολος.
«Ώστε» είπε εκείνη με δυσκολία «έτσι είναι όταν πεθαίνει ένας θνητός».
Εκείνος κούνησε έντονα το κεφάλι του. «Όχι! Όχι, φυσικά και δεν πεθαίνεις, Φρίντα, άγγελέ μου. Ποτέ δεν θα πεθάνεις εσύ. Σίγουρα όχι από αυτή την καταραμένη, την… την…»
Η Φρίντα χαμογέλασε. «Μη φοβάσαι για εμένα, καλέ μου» είπε. Σήκωσε το χέρι της και χάιδεψε το πρόσωπο του Γιούρις. «Θα σιμώσουμε ξανά. Στο υπόσχομαι».
«Μα… μα εγώ… εγώ δεν θέλω να πεθάνεις. Δεν γίνεται να πεθάνεις, γαμώτο! Σε αγαπάω, Φρίντα!»
«Γιούρις, αν θες να κάνεις κάτι για εμένα, ζήσε. Κάνε ό,τι μπορείς για να ζήσεις. Μην αφήσεις να σε σκοτώσουν. Μην τους δώσεις αυτή την ικανοποίηση. Ζήσε. Σκότωσέ τους και ζήσε».
«Φρίντα… σε παρακαλώ…»
«Ζήσε. Ζήσε, Γιούρις. Για εμάς».
Το χέρι της έπεσε στο πάτωμα και τα μάτια της σφάλισαν.
Ο Γιούρις φώναξε και έσκυψε και ακούμπησε το κεφάλι του στο δικό της, ψιθυρίζοντάς της λόγια παρηγορητικά. Δεν είδε τον Άπροντ που τον πλησίασε και έφερε μέσα ένα από τα αναμμένα φανάρια που είχαν μαζί τους, ούτε έδωσε σημασία σε ό,τι του είπε ο άλλος.
Λίγο πιο πέρα, ο Μαρτίν έστεκε απέναντι στη Ρεβέκκα. Κανείς από τους δύο δεν έκανε επίθεση. Αμφότεροι ήταν αναστατωμένοι με όσα γίνονταν στις άλλες μάχες που λάβαιναν χώρα σε τούτη την αίθουσα. Η προσοχή τους είχε παρασυρθεί από τις φωνές και τις προσβολές και τα χτυπήματα των άλλων. Ο Μαρτίν δεν ήταν βέβαιος τι είχε συμβεί, γιατί δεν είχε κοιτάξει τους άλλους, αλλά, από τα όσα είχε ακούσει, κατάλαβε πως πρέπει να είχε πληγωθεί σοβαρά η Φρίντα. Αυτό ήταν κάτι που δεν το περίμενε, γιατί είχε ελπίσει ότι θα τους βοηθούσε στην κατατρόπωση των βρικολάκων και πως θα ήταν σίγουρα ανάμεσα σε όσους θα επιζούσαν. Για αυτό και είχε συμφωνήσει να τους συνοδέψει ως το Μπραν. Αλλά μάλλον είχε κάνει λάθος υπολογισμούς –και ως προς αυτό, σκέφτηκε με πίκρα. Και τώρα, ο Γιούρις ήταν απαρηγόρητος.
Ο Μαρτίν μπορεί να μην είχε αποτολμήσει κάποια ματιά και να μην ήξερε ακριβώς όσα είχαν συμβεί, όμως η Ρεβέκκα είχε καταλάβει ότι ο Νικολάι σκοτώθηκε. Είχε νιώσει την οργή και τη λύπη της Κόμισσας, μα και το μαρτύριό του που τελείωνε με βάναυσο τρόπο. Αυτό που την ενόχλησε πιο πολύ, φυσικά, ήταν που η Κόμισσα είχε πληγωθεί, όχι που είχαν χάσει τον άχρηστο, τον Νικολάι. Ένας αρσενικός βρικόλακας λιγότερος, σκεφτόταν. Μόνο καλό μπορεί να είναι αυτό. Η Κόμισσα, βέβαια, δεν το έβλεπε έτσι, αλλά η Ρεβέκκα δεν ανησυχούσε. Όταν τελείωναν με αυτούς τους θνητούς και θα ησύχαζαν για το υπόλοιπο της νύχτας, εκείνη θα παρηγορούσε και θα επηρέαζε την Αφέντρα της, ώστε να μην παρασυρθεί στον οδυρμό της για έναν (ακόμα) άντρα που έχασε.
Όμως, πρώτα, έπρεπε να ξεμπερδέψουν με αυτούς τους άθλιους άντρες, αυτούς τους φονιάδες, τους βιαστές, που είχαν καταπατήσει το κάστρο της Κόμισσας και νόμιζαν ότι θα βγουν (όλοι) ζωντανοί.
Η Ρεβέκκα είδε τον πανύψηλο Ολλανδό να ρίχνει μια ματιά προς τους άλλους, τους δικούς του. Κάτι τους φώναξε, κάτι τους ρώτησε, που εκείνη δεν κατάλαβε. Κάτι του απάντησε ένας άλλος άντρας, στην ίδια γλώσσα, που επίσης εκείνη δεν κατάλαβε. Αλλά αυτό που την ενδιέφερε ήταν που η προσοχή του Μαρτίν είχε αποσπαστεί από τη μονομαχία τους. Κι έτσι, χίμηξε προς το μέρος του.
Όμως, πριν τον χτυπήσει, κάποιος έπεσε πάνω της με πολλή φόρα και την έριξε στον τοίχο. Εκείνη γύρισε και είδε έναν διοπτροφόρο άντρα με γκριζαρισμένα μαλλιά και καφετιά μάτια, ντυμένο με λερωμένη αμφίεση, που ταίριαζε σε ένα δασώδες ή βουνίσιο περιβάλλον, να την πιάνει από τον δεξιό ώμο και να καρφώνει το μαχαίρι του στην κοιλιά της. “Deze voor Frida” (Αυτό για τη Φρίντα) της είπε. Και έπειτα, έσυρε τη λεπίδα προς τα πάνω, ανοίγοντας μια μεγάλη τομή.
Η Ρεβέκκα έσκουξε και πήγε να σπρώξει τον άντρα, όμως εκείνος έκανε πίσω έγκαιρα, αφαιρώντας παράλληλα το μαχαίρι.
Στη συνέχεια, ο νεοφερμένος δοκίμασε να χαράξει πλάγια το βαμπίρ, όμως η Ρεβέκκα σήκωσε το δεξί χέρι της και σταμάτησε την επίθεση. Εκείνος πίεσε και με το άλλο χέρι, αλλά η Ρεβέκκα τον εμπόδισε.
Τότε αυτός έβαλε το χέρι του που δεν κρατούσε το μαχαίρι σε μια τσέπη του και έβγαλε ένα πιστόλι.
Την ίδια στιγμή, η Ρεβέκκα πρόσεξε ότι ο Μαρτίν είχε πάρει ένα φανάρι και το είχε αφήσει κοντά τους, ενώ τώρα στρεφόταν και ερχόταν κοντά της, με το δικό του εγχειρίδιο ανά χείρας.
Ήξερε ότι με τον έναν θα μπορούσε να τα καταφέρει. Αλλά δύο εναντίον της; Αμφέβαλλε αν θα τους σκότωνε πρώτη.
Η Ρεβέκκα ήταν έτοιμη να καλέσει νοερά την Κόμισσα, όταν κάποιος μπήκε στο χώρο. Αλλά όχι από την πόρτα. Είχε μπει από το παράθυρο. Είχε έρθει πετώντας ή σκαρφαλώνοντας τον εξωτερικό τοίχο. Και δεν ήταν ένας, αλλά δύο.
«Χόουνεχ! Άθλιε σκύλε, μην τολμήσεις να την αγγίξεις!» φώναξε ο ένας εκ των δύο. Ο Φάμπιαν, που μαζί του είχε φέρει και τον δεκανέα βαμπίρ, τον Σέκερες.
Ο Μαρτίν σταμάτησε, καθώς αναγνώρισε τη φωνή που είχε ουρλιάξει. Η καρδιά του πάγωσε. Για μερικά δευτερόλεπτα, δεν έκανε τίποτα, παρά προσπαθούσε να λησμονήσει ότι είχε ακούσει αυτή τη φωνή, που τη θυμόταν διαφορετική, πολύ διαφορετική απ’ ό,τι του φάνηκε τώρα. Δεν μπορεί, σκέφτηκε.
Τελικά, αποφάσισε ότι κάτι έπρεπε να κάνει, να σιγουρευτεί έστω, οπότε πήρε το φανάρι που είχε κουβαλήσει, γύρισε και είδε έναν παλιό του φίλο που πλέον είχε γίνει εχθρός του. Θυμόταν τον Φάμπιαν πολύ καλά από την τελευταία φορά που είχαν συναντηθεί: τα μαλλιά που ήδη αραίωναν, την ευχάριστη αυστριακή φωνή που έδειχνε ενδιαφέρον σε ό,τι ρωτούσε ή απαντούσε, τα μάτια που ακολουθούσαν τον συνομιλητή -αλλά ταυτόχρονα έλεγχαν τον γύρω χώρο για πιθανές απειλές-, την ψηλή και δυναμική κορμοστασιά που καλυπτόταν από αξιοπρεπές κουστούμι. Ακόμα και το δέρμα του προσώπου και των χεριών του θυμόταν, και ήταν ζωντανό και υγιές. Θυμόταν κυρίως τη σκέψη που είχε κάνει για το πόσο πολύ θα του έλειπε η παρέα του Φάμπιαν όταν θα αποχωρούσε από την πόλη.
Τίποτα από όλα όσα θυμόταν δεν είδε στο πλάσμα που είχε εμφανιστεί στη σκοτεινή αίθουσα. Είδε ένα τέρας, μια εκφυλισμένη εκδοχή του ανθρώπου που είχε γνωρίσει και συμπαθήσει, η οποία κάπως έμοιαζε με τον πάλαι ποτέ φίλο του –γιατί φίλο του τον θεωρούσε. Είδε ένα μοχθηρό βαμπίρ, ντυμένο με μαύρο μανδύα, να τον κοιτάζει με μίσος. Το χειρότερο ήταν πως ο Φάμπιαν που ήξερε ήταν εκεί. Με κάποιον διεστραμμένο τρόπο, ήταν εκεί, σε αυτό το αναιμικό σώμα.
Δεν μπορεί, σκέφτηκε. Μετά: Αλλά το ήξερα. Μέσα μου το φοβόμουν. Ανάθεμά με, αυτός ο συλλογισμός είχε καρφωθεί στο μυαλό μου από νωρίς, πριν καν εγκαταλείψουμε το Άμστερνταμ. Κι αυτό ήταν αλήθεια. Μια αλήθεια που είχε κρατήσει για τον εαυτό του, βαθιά κλειδωμένη, για να μην ρίξει τις ελπίδες των άλλων και τη δική του –γιατί όσο κι αν φοβόταν τι είχε απογίνει ο Φάμπιαν, ήλπιζε για το καλύτερο, ότι θα ήταν ζωντανός, ίσως τραυματισμένος, ακόμα και με πιο λίγο αίμα εξαιτίας αυτών των φρικιών, αλλά θα ήταν άνθρωπος κι όχι ένα από αυτά.
Είχε άδικο και δίκιο, λοιπόν. Οι φόβοι του ήταν αληθινοί. Οι ελπίδες του ήταν μάταιες.
«Τι έπαθες, βιβλιοθηκάριε; Έχασες τη μιλιά σου;» ρώτησε ο βρικόλακας. Ο Φάμπιαν άρχισε να περπατάει προς την πλευρά που ήταν η Ρεβέκκα, ενώ ο Σέκερες προς αυτή που ήταν η Κόμισσα. Παράλληλα, μιλούσε στον Μαρτίν, για να τον απασχολήσει και να τον θίξει. «Ή μάλλον, όχι, δεν είσαι βιβλιοθηκάριος. Βοηθός βιβλιοθηκάριου είσαι. Κατώτερος.
Είχαν λίγο μυαλό αυτοί που σε προσέλαβαν και δεν σου έδωσαν περισσότερη σημασία απ’ όση σου άξιζε».
Ο Μαρτίν κατέβασε το κεφάλι του και το χέρι με το φανάρι. Ήξερε τι έπρεπε να γίνει και ήθελε να κλάψει. Όχι από φόβο, μα από αγνή λύπη για τον φίλο του που χάθηκε και για το ότι το σώμα του έπρεπε να θυσιαστεί, ώστε να σωθεί η ψυχή του. Αυτό που ο Μαρτίν δεν ήξερε ήταν αν είχε ο ίδιος το κουράγιο να σκοτώσει το τέρας που είχε αντικαταστήσει, που είχε δαιμονίσει τον φίλο του. Τόσος δρόμος, τόση προσπάθεια… Τόσοι θάνατοι…
«Μη μου πεις ότι θα βάλεις τα κλάματα σαν παιδάκι» χασκογέλασε ο Φάμπιαν, ενώ πλησίαζε αργά. «Έχεις ξεπέσει τόσο πολύ, γίγαντα;» Πάτησε πάνω στα απομεινάρια του τραπεζιού από τα οποία ακόμα έβγαινε καπνός.
«Κύριε;» είπε ο Άπροντ. «Κύριε, προσέξτε! Έρχεται…»
«Πάψε, βρομερέ θνητέ!» σύριξε το βαμπίρ. «Μιλάω με τον παλιό μου φίλο, μην ανακατεύεσαι».
Ο Άπροντ δεν μίλησε, αλλά ένιωσε τον τρόμο να επιστρέφει.
«Μαρτίν» είπε ο Χόπε στα γαλλικά «αυτός δεν είναι ο Φάμπιαν, όχι πια. Το ξέρεις». Είχε αφήσει τη Ρεβέκκα να ακουμπάει στον τοίχο και να χάνει αίμα, σε μια προσπάθεια να κρατήσει μέσα της τα εντόσθιά της, όμως την απειλούσε με το μαχαίρι και το πιστόλι του. Όταν είδε το φίλο του να παραμένει με τα μάτια κλειστά, φώναξε «Μαρτίν! Ξύπνα, επιτέλους!»
«Βούλωσε το πανάθλιο στόμα σου!» τον διέταξε ο Φάμπιαν στα γαλλικά. Τώρα απείχε ελάχιστα από τον πανύψηλο Ολλανδό, αλλά κοιτούσε τον Χόπε. «Και πάρε τα μίζερα όπλα σου μακριά από τη Ρεβέκκα. Δεν ντρέπεσαι ολόκληρος άντρας να απειλείς μια γυναίκα; Και μάλιστα, μια τόσο εξαίσια γυναίκα; Τη γλίτωσες πριν, αλλά έννοια σου, θα σε περιλάβω και εσένα…» Ο Φάμπιαν γύρισε προς τον Μαρτίν, λέγοντας «Αμέσως μόλις ξεμπερδέψω… με αυτόν!»
Ώστε νοιάζεται περισσότερο για τη Ρεβέκκα, παρά για την Κόμισσα, συλλογίστηκε ο Μαρτίν. Ενδιαφέρον.
Ο Φάμπιαν άπλωσε τα χέρια του με τα γαμψά νύχια. Ο μανδύας του ανέμισε καθώς τα πόδια του άφηναν το κρύο πάτωμα. Άνοιξε το στόμα και τα αφύσικα μακριά και αιχμηρά δόντια του σημάδευαν το λαιμό του γιγαντόσωμου Ολλανδού.
«Μαρτίν!» ούρλιαξε ο Χόπε.
Ο Μαρτίν άνοιξε τα μάτια του και έστρεψε το κορμί του, κινώντας σε ευθεία γραμμή το χέρι με το εγχειρίδιο, ενώ το άλλο με το φανάρι πήγαινε πίσω, για να υπάρχει ελεύθερος χώρος. Αρκετός για να μην υπάρχει εμπόδιο ανάμεσα στη λεπίδα και το σώμα του βρικόλακα.
Ο Φάμπιαν ένιωσε το εγχειρίδιο να καρφώνεται στην κοιλιά του και σταμάτησε απότομα την επίθεσή του. Πριν κάνει το οτιδήποτε, είδε το κεφάλι του Ολλανδού να συγκρούεται με το δικό του, διαρρηγνύοντας μερικά από τα κόκαλα του κρανίου του. Έπειτα, καθώς αιμορραγούσε και προσπαθούσε να συνέλθει, ένα τεράστιο χέρι άρπαξε το λαιμό του, αποτρέποντάς τον από το να πει το οτιδήποτε.
«Αρκετά άκουσα από εσένα» είπε ο Μαρτίν. Έσπρωξε τον Φάμπιαν και τον κόλλησε στον τοίχο, πλάι στη Ρεβέκκα. Ο βρικόλακας δεν έφερε την παραμικρή αντίσταση, καθώς η λεπίδα παρέμενε μέσα στο σώμα του. Ο Μαρτίν την έστριψε, προκαλώντας μεγάλο πόνο στον Φάμπιαν. Ύστερα, έπιασε το πρόσωπο του άλλου από το σαγόνι και το γύρισε αριστερά, προς τον Χόπε και τη Ρεβέκκα. «Κοίτα» ψιθύρισε στο αυτί του Φάμπιαν «κοίτα τι θα πάθει η αγαπημένη σου. Κοίτα τι μοίρα περιμένει και εσένα».
Ο Φάμπιαν άνοιξε τα σκοτεινά μάτια του. Είδε τη Ρεβέκκα να του αντιγυρίζει το βλέμμα. Είδε την προσπάθειά της να συγκρατήσει τα σωθικά της μέσα της. Πόνεσε περισσότερο από τη δική της κατάσταση, παρά από τη δική του.
«Χενκ» είπε ο Μαρτίν με μίσος «αποτελείωσε τη γαμημένη σκύλα».
Ο Φάμπιαν κούνησε με μανία το κεφάλι του και γούρλωσε τα μάτια. «Όχι!» είπε. «Όχι! Ρεβέκκα, πάλεψε! Μπορείς να τον σκοτώσεις, πραγματικά μπο…»
Ο Μαρτίν του έριξε μια αγκωνιά στο πρόσωπο. Έπειτα, τον έπιασε ξανά όπως πριν και τον ανάγκασε να δει όσα επρόκειτο να γίνουν.
Μόνο που αυτά που έγιναν ήταν πολύ, πολύ διαφορετικά.
Η Κόμισσα είχε βγει από τον λήθαργό της τελικά, όταν άκουσε τα λόγια του γιγαντόσωμου Ολλανδού (αποτελείωσε τη γαμημένη σκύλα) και κατάλαβε ότι αναφερόταν στη Ρεβέκκα και τον επικείμενο (οριστικό) θάνατό της από κάποιον άλλο θνητό. Αυτές τις στιγμές που είχε μείνει αδρανής, η Κόμισσα κοιτούσε τα άδεια χλομά χέρια της, που πριν από λίγο είχαν κρατήσει τον Νικολάι καθώς πέθαινε. Είχε προσπαθήσει να τον λυτρώσει, κόβοντας τις φλέβες του χεριού της, όμως ήταν αργά. Ο Νικολάι είχε αρχίσει να γίνεται σκόνη, κι αυτή η διαδικασία δεν μπορούσε να ανατραπεί. Η τελευταία του ματιά ανήκε σε έναν θνητό της πόλης Κλουζ Ναπόκα, στον νεαρό που είχε υπάρξει πριν εκείνη τον μετατρέψει σε βαμπίρ και έκτοτε να υποχρεώσει να μείνει μαζί της. Τι θα μπορούσε να είχε απογίνει ο Νικολάι αν δεν τον διάλεγε η Κόμισσα, αυτή ήταν μια σκέψη που την απασχόλησε τώρα, ενώ ο Νικολάι είχε χαθεί δια παντός. Το πιο πιθανό ήταν να είχε γίνει αγρότης, να παντρευόταν κάποια γυναίκα, να κάνανε μερικά παιδιά, τα οποία κάποτε θα μεγάλωναν (όλα ή έστω ένα) και θα ακολουθούσαν τη δική τους πορεία, με τον ίδιο τον Νικολάι και την γυναίκα του να προσπαθούν να ζήσουν αξιοπρεπώς όσα χρόνια τους απέμεναν. Μια καθόλα απλή, πληκτική ζωή, αναμφίβολα. Η Κόμισσα ήταν σίγουρη ότι στις τελευταίες του στιγμές ο Νικολάι θα την είχε ευχαριστήσει που του προσέφερε τότε μια τόσο μεγαλόπρεπη ζωή, αντί για αυτή που μάλλον θα είχε σε αντίθετη περίπτωση.
Και τώρα, χάθηκε, σκέφτηκε η Κόμισσα. Για πάντα. Ένα από τα πρώτα, από τα πιο αγαπημένα μου τέκνα. Ένα από εκείνα που θα στέκονταν στο πλάι μου καθώς θα πραγματοποιούσα το σκοπό μου, να γεννήσω βαμπίρ σε όλη την Γη. Χάθηκε. Φονεύθηκε. Από αυτόν τον ανεκδιήγητο λεπτοκαμωμένο εραστή της Σουκούμπους! Ο Νικολάι σκοτώθηκε από έναν από εκείνους τους θνητούς! Από τα θηράματα! ΑΠΟ ΤΑ ΘΗΡΑΜΑΤΑ!
Αυτή ήταν μια φρικτή αλήθεια που είχε συλλογιστεί από τότε που οι μοναδικοί τους εχθροί ήταν μόνο οι χωριάτες του Μπραν. Τότε που η αγέλη που συγκέντρωνε η Ρεβέκκα είχε τις πρώτες απώλειες. Η Κόμισσα είχε προσπαθήσει να την πείσει να προσέχουν πολύ, γιατί τα θηράματα είχαν τρόπους να βλάψουν τα βαμπίρ (ακόμα και να τα εξοντώσουν), αλλά η Ρεβέκκα δεν είχε εμπιστευτεί το ένστικτο της Αφέντρας της… και απ’ ό,τι φαινόταν πλέον, ούτε η ίδια η Κόμισσα είχε σκεφτεί καλά-καλά τι εννοούσε όταν εξέφραζε τις ανησυχίες της για τις μεθόδους και τις ικανότητες των θνητών. Ακόμα και αυτή τη νύχτα, που είχε δει ό,τι είχε δει, δεν είχε σκεφτεί ξανά μήπως θα έπρεπε να αποσυρθούν οι βρικόλακες, να τραπούν σε φυγή, για να γλιτώσουν και να επανέλθουν κάποια στιγμή αργότερα, όταν θα ησύχαζαν τα πράγματα και το έδαφος θα ήταν ξανά έτοιμο για να αρχίσουν εκ νέου την κατάκτηση του κόσμου. Δεν είχε διατάξει τους ανώτερους που είχαν απομείνει να φύγουν έγκαιρα. Και τώρα το πλήρωνε, το πλήρωναν όλοι τους. Τα βαμπίρ της, τα παιδιά της, πέθαιναν ένα προς ένα. Κι εκείνη είχε μεγάλο μερίδιο ευθύνης για αυτό.
Και ο άλλος, ο Ολλανδός, είχε πει Αποτελείωσε τη γαμημένη σκύλα! Και το είπε για την εκλεκτή μου Ρεβέκκα! Πώς τόλμησε! ΠΩΣ ΤΟΛΜΗΣΑΝ ΟΛΟΙ ΤΟΥΣ!
Η Κόμισσα στράφηκε όταν άκουσε τον πιο νέο από τους βρικόλακές της, τον Αυστριακό κατάσκοπο, τον Φάμπιαν Άσπελ, έναν από τους πιο χρήσιμους ακολούθους της, να παρακαλεί τη Ρεβέκκα να αντισταθεί. Είδε τον γίγαντα να έχει στριμώξει τον Άσπελ, ενώ ένας άλλος, που πριν ήταν έξω και πολεμούσε, ετοιμαζόταν τώρα να σκοτώσει τη Ρεβέκκα.
Να τη σκοτώσει! Να τη φονεύσει! Όπως είχε κάνει ο προηγούμενος με τον Νικολάι!
Ποτέ!
Η Κόμισσα πέταξε και βρέθηκε πίσω από τον Χόπε, τη στιγμή που αυτός ετοιμαζόταν να καρφώσει το μαχαίρι του στην καρδιά της Ρεβέκκα. Ο Χόπε το κρατούσε σαν να ήταν σφυρί: η λεπίδα ξεπρόβαλλε από το «κάτω μέρος» της γροθιάς του, από το μικρό δάκτυλο, και όχι από τον αντίχειρα και τον δείκτη. Είχε σηκώσει το αιχμηρό όπλο στο ύψος του κεφαλιού του, με προφανή στόχο να το κατεβάσει με δύναμη στην αριστερή πλευρά του στήθους της καθηλωμένης Ρεβέκκα, ενώ με το άλλο χέρι βαστούσε ένα πιστόλι, το οποίο είχε κολλήσει στον κρόταφό της.
«Όχι, Χενκ! Πίσω σου!» φώναξε ο Μαρτίν.
Ο Χόπε ένιωσε την καρδιά του να βροντοχτυπάει, έχοντας κατατρομάξει από την απότομη κραυγή του φίλου του… η οποία μόνο ένα πράγμα πρέπει να σήμαινε.
Έτσι όπως κρατούσε το μαχαίρι, σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει για να βλάψει το βαμπίρ που τον είχε πλησιάσει στα μουλωχτά. Πήρε το πιστόλι του από τον κρόταφο της άλλης, για να μπορεί να γυρίσει με περισσότερη άνεση, και έφερε το άλλο χέρι σε πλάγια θέση, ούτως ώστε να καρφώσει τη λεπίδα στο κεφάλι ή το λαιμό ή στον θώρακα όποιου στεκόταν πίσω του.
Ο Χόπε γύρισε όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Αλλά και πάλι, ήταν αργά.
Η Κόμισσα σταμάτησε το χέρι του πριν καν προλάβει ο Χόπε να γυρίσει εντελώς το σώμα του. Κάρφωσε τα νύχια της στο μπράτσο του, αποδυναμώνοντάς το και το μαχαίρι έπεσε στο πάτωμα. Αμέσως, έφερε πίσω το άλλο χέρι και έμπηξε τα νύχια από εκείνο στην πλάτη του Χόπε. Πέντε μικρές λεπίδες διαπέρασαν τα κυνηγετικά ρούχα του και έσκισαν το δέρμα του αγχώδους Ολλανδού.
Ο Χόπε μόρφασε και δάκρυσε και βόγκηξε, καθώς τα ρούχα του μουσκεύονταν από το ζεστό αίμα του.
«ΟΧΙ!» ούρλιαξε ο Μαρτίν. Απέναντί του, ο Φάμπιαν γελούσε με μοχθηρία. Κι αυτό προξενούσε μεγάλη ταραχή στον Μαρτίν, γιατί τώρα δεν ήξερε τι να κάνει: έπρεπε να σώσει το Χόπε, αλλά, αν άφηνε τον πρώην φίλο του, εκείνος θα έβρισκε την ευκαιρία και θα ριχνόταν σε όποιον θεωρούσε αρκετά αδύναμο. Από την άλλη… ήταν… ήταν… έπρεπε να σκεφτεί ότι…
Δεν υπάρχει κάτι να σκεφτώ, γαμώτο! Ο φίλος μου κινδυνεύει!
Ο Μαρτίν ξεκάρφωσε το εγχειρίδιο από το σώμα του Φάμπιαν και τον χτύπησε με μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο, εκτοξεύοντάς τον στον άλλο τοίχο. Μετά, στράφηκε και όρμησε στην Κόμισσα.
Εκείνη, όμως, τον είδε έγκαιρα και πέταξε πάνω του τον Χόπε.
Η επίθεση του Μαρτίν διεκόπη και βρέθηκε μαζί με τον Χενκ στο δάπεδο.
Η Κόμισσα κοίταξε τη Ρεβέκκα. Είδε σε τι κατάσταση ήταν το σώμα της (βιασμένο, έτσι το σκέφτηκε) και συλλογίστηκε Αν μείνουμε εδώ, είναι πιθανό να μας σκοτώσουν. Είμαστε πιο ισχυρές από αυτούς, αλλά είναι περισσότεροι και μανιασμένοι να μας εξαφανίσουν…
Εκτός…
Μια ιδέα πέρασε από το μυαλό της Κόμισσας, καθώς βοηθούσε τη Ρεβέκκα να συγκρατήσει τα σωθικά της, ενώ χάραξε με τα δόντια της το χέρι της και έδωσε στη Ρεβέκκα να πιει από το αίμα της. «Θρέψε το σώμα σου, αγαπημένη μου» της είπε στα ρουμάνικα. «Και μετά, φύγε».
Η Ρεβέκκα, καθώς ρουφούσε με προσμονή το αίμα της Κόμισσας, κοίταξε έντρομη την Αφέντρα της. Τι της έλεγε; Να φύγει; Μα… ήταν δυνατόν να της ζητούσε κάτι τέτοιο;
Η Κόμισσα κατένευσε. «Θα φύγεις, Ρεβέκκα. Θα φύγεις, για να είμαστε σίγουρες ότι μία από εμάς θα ζήσει. Κι όταν έλθει το πλήρωμα του χρόνου, όταν έρθει η σωστή στιγμή, θα κάνεις ό,τι πρέπει. Θα αρχίσεις να γεμίζεις τον κόσμο ομοίους μας. Σταδιακά, χωρίς βιασύνη. Για να μη σε καταλάβουν».
Μα, Κόμισσα μου, εγώ δεν μπορώ να σε αφήσω μοναχή σου με όλους αυτούς! είπε νοητά η Ρεβέκκα.
Μπορείς, της απάντησε η Κόμισσα. Και θα το κάνεις. Αυτή είναι η διαταγή μου. Η τελευταία μου επιθυμία προς εσένα, αγαπημένη μου Ρεβέκκα. Η εντολή μου για να σε καθοδηγεί και να σου δίνει λόγο να συνεχίσεις να υπάρχεις.
Καθώς οι πληγές της έκλειναν και η δύναμή τους αποκαθίστατο, η Ρεβέκκα συνειδητοποίησε τι εννοούσε η Κόμισσα. Γούρλωσε τα αβυσσαλέα μάτια της. Εννοείτε… ότι…
Η Κόμισσα σήκωσε το κεφάλι της Ρεβέκκα και κατέβασε το χέρι της. Έπειτα, τη φίλησε στα χείλη. Και της είπε, «Πέτα, καλή μου. Πέταξε μακριά. Κρύψου. Περίμενε. Άφησε να περάσουν λίγα χρόνια, όσα εσύ νομίζεις. Και έπειτα, ξεκίνα τον αγώνα που έπρεπε να αναβάλλουμε. Κάνε βαμπίρ όσους μπορείς και σκότωσε όλους τους άλλους».
«Κόμισσα μου…»
«Μπορεί να καταφέρω να τους σκοτώσω. Αν το πετύχω, θα σε καλέσω ξανά πίσω. Μέχρι τότε, όμως… Αχ, φύγε! Φύγε τώρα, Ρεβέκκα!»
«Μα…»
Την ώρα που ο Μαρτίν και ο Χόπε σηκώνονταν, καθώς ο Μπόντεμαν άφηνε το άψυχο σώμα της Φρίντα και άρπαζε το σπαθί του, η Κόμισσα έπιασε τη Ρεβέκκα από τους ώμους και την οδήγησε ως το παράθυρο. Βγήκαν στο μπαλκόνι και εκεί, καθώς έβρεχε, την έσπρωξε στο κενό, αναγκάζοντάς τη να μετατραπεί σε νυχτερίδα. Έμεινε να κοιτάζει την νέα μορφή της αγαπημένης της, ενώ και η ίδια η νυχτερίδα πετούσε στο ύψος των ματιών της Κόμισσας. Αμφότερες αγνόησαν τις σταγόνες που τις σφυροκοπούσαν και ατένισαν η μία την άλλη για μια (ακόμη) τελευταία φορά.
«Φύγε από αυτό το κάστρο, Ρεβέκκα» είπε η Κόμισσα και ένα παλιό συναίσθημα, η θλίψη για την απώλεια, ήρθε ξανά μέσα της, γιατί είχε θυμηθεί ξάφνου τον παλιό εραστή της, τον αγαπημένο στρατιώτη της, τον Ίλιε Στάνκου, που τόσο βάναυσα τον είχαν φονεύσει πριν από πολλά, πολλά χρόνια. Τότε εκείνη δεν είχε καταφέρει να σώσει εκείνον, όμως τώρα μπορούσε να σώσει τη Ρεβέκκα. Κι αυτό έκανε.
«Πέτα» της είπε ξανά. «Θα τους καθυστερήσω».
Η νυχτερίδα σκλήρισε, σαν να πονούσε. Αλλά στράφηκε και άρχισε να απομακρύνεται από το κάστρο του Μπραν, με κατεύθυνση περιοχές μακρινές από το μέρος απ’ όπου είχαν ξεκινήσει όλα. Πήγαινε κάπου όπου θα ήταν πιο ασφαλής και θα μπορούσε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις της και να συμμαζέψει τις πληγές της και τις σκέψεις της. Κι όταν θα υπήρχε η κατάλληλη στιγμή, θα έκανε ό,τι έπρεπε. Θα έπαιρνε εκδίκηση και θα άρχιζε από την αρχή ό,τι δεν κατάφεραν στο Μπραν, με περισσότερη μυστικότητα πλέον, έχοντας υπ’ όψιν της τα λάθη που είχαν κάνει, τα οποία θα έπρεπε να διορθώσει –και η Ρεβέκκα της θα τα διόρθωνε, η Κόμισσα ήταν σίγουρη.
Κι έχει ήδη έτοιμους λίγους ομοίους μας, είπε μέσα της και μετέφερε τη σκέψη στη Ρεβέκκα. Πήγαινε στο Πρεσβυτέριο Μπόρλεϊ, στην Αγγλία, καλή μου. Έχω μερικά τέκνα μου εκεί, που θα σε ακολουθήσουν πρόθυμα. Βρες τους. Από εκεί και πέρα, θα ξέρεις τι θα κάνεις, τι θα κάνετε. Αλλά πρώτα, ζήσε.
Μάλιστα, Κόμισσα μου, ήρθε η απάντηση.
Και τότε μια σειρά απανωτών πυροβολισμών συγκλόνισε και τάραξε την Κόμισσα. Έκανε να γυρίσει και να δει ποιος έριχνε, αλλά είδε με φρίκη την νυχτερίδα να πλήττεται από τις ριπές.
Δώδεκα πυροβολισμοί έπεσαν στον αέρα.
Ισάριθμες πληγές σταμάτησαν βίαια τη φυγή της νυχτερίδας, προκαλώντας αρκετά τραύματα στο μικρό σώμα και τα φτερά της, για να χάσει ύψος και να πέσει στο σκοτεινό, λασπώδες, βουνίσιο κενό του Μπραν.
Η Κόμισσα ούρλιαξε και έσφιξε και έγδαρε τα κάγκελα του μπαλκονιού, καθώς έβλεπε τη Ρεβέκκα της να πέφτει, και να πέφτει, και να πέφτει, μέχρι που χάθηκε από το οπτικό της πεδίο κάπου ανάμεσα στα δέντρα.
Γύρισε αμέσως να δει ποιος άθλιος είχε τολμήσει να χτυπήσει με τέτοιο τρόπο το τέκνο της. Είδε έναν λεπτοκαμωμένο άντρα με μακρύ δερμάτινο παλτό και πλατύγυρο καπέλο. Στεκόταν μέσα στο χώρο της τραπεζαρίας και κρατούσε ακόμα ψηλά τα δύο πιστόλια του, τα οποία έβγαζαν καπνό. Της αντιγύριζε το βλέμμα. Η Κόμισσα ένιωσε μια ισχυρή παρουσία μέσα στον άντρα και ευθύς κατάλαβε ποιος ήταν. Εκ πρώτης όψεως, ήταν ο Αμερικάνος, ο αδερφός του Άσπελ. Αλλά στην ουσία, ήταν κάποιος άλλος. Ένας ξένος με αδιανόητες δυνάμεις –το ότι είχε πετύχει μες στη νύχτα τη νυχτερίδα με όσες σφαίρες ήθελε ή είχε και με τη βροχή να επηρεάζει την κατεύθυνσή τους ήταν τρανταχτή απόδειξη. Ένα ον τη φύση του οποίου αγνοούσε μέχρι και η ίδια η Κόμισσα. Κι αυτό την ανησυχούσε πολύ. Ταυτόχρονα, όμως, επιβεβαίωνε και τις σκέψεις που είχε κάνει νωρίτερα, ότι, αν έμεναν να αντιμετωπίσουν τους θνητούς, θα τις φόνευαν και τις δύο. Αλλά τώρα η Ρεβέκκα είχε ξεφύγει. Μπορεί να έπεσε από τις ριπές του άντρα, ωστόσο δεν της προκάλεσαν μεγάλη ζημιά –η Κόμισσα ένιωθε την καρδιά της Ρεβέκκα να χτυπάει κανονικά, οπότε απλά είχε τραυματιστεί. Η Ρεβέκκα είχε σωθεί, κι αυτοί δεν θα την έβρισκαν. Όχι σήμερα, ούτε αύριο. Ίσως κάποτε, αλλά, αν όλα πήγαιναν όπως τα είχε σκεφτεί η Κόμισσα, τότε θα ήταν αργά για τους εν λόγω θνητούς, καθότι μπορεί να τους έβρισκε πρώτα η ίδια η Ρεβέκκα, μαζί με τα βαμπίρ που θα είχε στις διαταγές της –και τότε δεν θα τους έσωζε κανείς.
Ο άντρας θηκάρωσε πάλι τα πιστόλια του. «Λοιπόν» είπε με επιβλητική φωνή «εσύ είσαι που προκάλεσες όλο αυτό το Κακό. Εσύ είσαι η περιβόητη Κόμισσα Ροντίκα Ντραγκίτσι».
Η Κόμισσα είπε «Είσαι καλά ενημερωμένος, ξένε. Εγώ είμαι αυτή που λες». Ανοιγόκλεισε τα δάχτυλά της, νιώθοντας τα μακριά νύχια της στο υγρό κρύο δέρμα της. Ήταν ακόμα πολύ δυνατή, ασύλληπτα πιο δυνατή από όλους τους θνητούς μαζί. Αλλά τούτος εδώ απέναντί της δεν ήταν θνητός. Ήταν ένα πνεύμα που είχε καταλάβει το σώμα ενός θνητού, προσδίδοντάς του ό,τι δυνάμεις είχε –και αναμφίβολα, είχε πολλές. Η μάχη που προδιαγραφόταν να γίνει ανάμεσά τους δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση για την Κόμισσα, κι αυτή το ήξερε. Αλλά ανάθεμά την, αν επέτρεπε να τη φονεύσουν χωρίς να τους πολεμήσει. Αυτή εναντίον όλων τους.
«Σήμερα είναι η ημέρα, Ντραγκίτσι» είπε ο ξένος και έκανε δύο βήματα προς το μέρος της. «Η ημέρα που η κυριαρχία σου τελειώνει οριστικά».
«Όχι!» ούρλιαξε ο Φάμπιαν κάπου πίσω του. Τον είχαν αρπάξει ο Μαρτίν με τον Άπροντ και τον Χόπε, απειλώντας να τον μαχαιρώσουν. Εκείνος αρχικά πάλεψε να ξεφύγει από τα χέρια του Μαρτίν όταν αυτός τον γράπωσε από πίσω, όμως μετά μείωσε τις προσπάθειές του, χωρίς να τα παρατάει εντελώς, καθώς ήθελε να βοηθήσει να ξεφύγει η αγαπημένη του Ρεβέκκα ¬¬-γιατί ναι, απ’ όταν έγινε βρικόλακας είχε ερωτευτεί τη Ρεβέκκα, και του ήταν δυσάρεστο που εκείνη δεν τον ήθελε. Αλλά θα έκανε τα πάντα για αυτή. Ο Φάμπιαν είχε καταλάβει το σχέδιο της Κόμισσας και είχε σκεφτεί να παραστήσει πως θα διέφευγε από τους θνητούς, για να τους κρατήσει απασχολημένους, όσο η Ρεβέκκα έφευγε μακριά τους. Κι είχε πετύχει, ο Μαρτίν και οι άλλοι ασχολήθηκαν όντως μαζί του, αλλά ο καταραμένος ο Κάρτερ και ό,τι ζούσε μέσα του -αυτός ο Άλλος- είχε μπει στη μέση και την τραυμάτισε με τα πιστόλια του. Και τώρα ετοιμαζόταν να σκοτώσει την μεγαλειώδη Κόμισσα, την Αφέντρα τους.
Εκτός εάν…
«Μαξ» φώναξε ο Φάμπιαν. «Μαξ, ξέρω ότι είσαι εκεί μέσα, αδερφέ μου».
«Πάψε, π’ ανάθεμά σε!» είπε ο Μαρτίν, σφίγγοντάς τον κι άλλο. «Έχετε χάσει, μαλάκα, και δεν το έχεις καταλάβει ακόμα». Έπειτα, κοίταξε τον άντρα που είχε μπει στο χώρο δίχως κανείς τους να τον καταλάβει παρά μόνο όταν αυτός άδειασε τα εξάσφαιρά του. Ο Μαρτίν δεν είχε δει το αποτέλεσμα των ριπών, αλλά, από την αντίδραση της Κόμισσας, συμπέρανε πως οι βολές (όλες ή μερικές) ήταν εύστοχες. Είναι ομοσπονδιακός πιστολέρο, είχε σκεφτεί ο Μαρτίν. Θυμήθηκε τα λόγια του Ράινχελ: Ο Μαξ πιστεύει πως υπάρχουν τέρατα, βρικόλακες, στο Μπραν. Η Έμιλυ, η σύζυγος του Φάμπιαν, του μίλησε για το τι πιστεύει ότι συμβαίνει εκεί πέρα. Ο Μαξ την πίστεψε, γιατί και η υπηρεσία του δημιουργήθηκε χάρη στο μύθο ενός πιστολέρο που υποτίθεται ότι πυροβολεί πιο γρήγορα από τη σκιά του. Άρεσε τόσο πολύ στον Αβραάμ Λίνκολν αυτός ο θρύλος, που αποφάσισε να φτιάξει μια ολόκληρη ομοσπονδιακή υπηρεσία. Ο Μαρτίν θυμήθηκε επίσης και το ότι ο Μαξ του είχε πει για εκείνη την πόλη όπου είχε συναντήσει τέρατα, όχι βαμπίρ, αλλά διαφορετικούς δαίμονες. Πριν έρθει στο Μπραν, είχε συναπαντηθεί ήδη με όντα της Κόλασης. Και τα είχε καταφέρει τότε. Και θα τα κατάφερνε και τώρα.
Αλλά είναι ο Μαξ αυτός που βλέπουμε; αναρωτήθηκε ο Μαρτίν, καθώς θυμόταν ότι ο Κάρτερ του είχε πει για την περιπέτειά του στη Silent Desert, και, κυρίως, θυμήθηκε ότι είχε χρειαστεί τη βοήθεια του θρυλικού πιστολέρο που ενέπνευσε τον Λίνκολν για να φτιάξει αυτή την υπηρεσία στην Αμερική. Ο Κάρτερ είχε πει ότι καταλάβαινε όσα έκανε ο Άλλος με το σώμα του, κι ήταν πραγματικά εκπληκτικά. Ήταν σαν να τον είχε καταλάβει ένα πνεύμα, μα όχι ακάθαρτο όπως συνέβαινε με τους δαιμονισμένους. Κι απ’ ό,τι φαινόταν, αυτό το θαύμα είχε συμβεί ξανά, εδώ, στο κάστρο του Μπραν. Ο Κάρτερ ήταν παρών, αλλά την ίδια στιγμή το τιμόνι του κορμιού του το είχε ένα ανώτερο ον. Ο Μαρτίν δεν θα μπορούσε παρά να νιώσει μεγάλο θαυμασμό για αυτόν.
Ο Φάμπιαν σύριξε, αλλά ο ήχος που έβγαλε θύμισε στον Μαρτίν περισσότερο γέλιο κι όχι θυμό. Κάτι που τον επανέφερε σε μια πρωτύτερη σκέψη του: ο (Κάρτερ) θρυλικός πιστολέρο είχε πετύχει τη Ρεβέκκα (που μάλλον είχε μετατραπεί σε νυχτερίδα, για να διαφύγει), όμως την είχε σκοτώσει; Γιατί ναι, η Κόμισσα αντέδρασε με οργή, αλλά… σαν πολύ γρήγορα δεν είχε ηρεμήσει; Επιπλέον, ο Μαρτίν δεν ξεχνούσε πως τα βαμπίρ δεν πέθαιναν από σφαίρες κι η Ρεβέκκα, νυχτερίδα ή μη, παρέμενε βαμπίρ. Άρα;…
Από τις σκέψεις του τον έβγαλε η κραυγή ενός άλλου άντρα που βρισκόταν στο χώρο. Ο Μπόντεμαν πέρασε γρήγορα δίπλα από την τριάδα που κρατούσε τον Φάμπιαν και κατευθύνθηκε προς την Κόμισσα. Οι κινήσεις του ήταν άγαρμπες και το κατάνα του πήγαινε πάνω κάτω ασυντόνιστα. Μένος έκαιγε τα σωθικά του για τον θάνατο της Φρίντα, αλλά αυτό δεν θα τον ωφελούσε.
«Γιούρις, σταμάτα!» φώναξε ο Μαρτίν, κι ας ήξερε ότι θα ήταν ανώφελο. «Σταμάτα, φίλε μου, μην την αντιμετωπίσεις μόνος».
Ο Μπόντεμαν δεν απάντησε. Βάσταξε το σπαθί του, νιώθοντας τη δύναμη που του έδινε. Είχε καρφώσει τη ματιά του στην Κόμισσα και δεν είχε σκοπό να σταματήσει. Στο μυαλό του υπήρχαν μόνο οι σκέψεις πως θα την πετσόκοβε τη γαμημένη σκύλα, κάνοντάς την πολλά-πολλά κομματάκια άψυχου κρέατος, τα οποία θα έριχνε στη φωτιά και μετά θα έθαβε τα απομεινάρια ανάμεσα σε έναν τεράστιο σωρό από σκατά, αφού τα κατούραγε πρώτα.
Σταμάτα τον, είπε ο Κάρτερ στον θρυλικό πιστολέρο. Σταμάτα τον, δεν θέλω να πεθάνει. Δεν πρόκειται να τα βγάλει πέρα με δαύτη. Δεν θέλω να χάσω κι άλλο σύντροφο σήμερα. Μου φτάνει που… που έχασα τον αδερφό μου. Σιωπή για μια στιγμή στο κεφάλι του πιστολέρο. Από τη στιγμή που είχαν μπει σε τούτο το χώρο που βρομούσε αποκαΐδια, είχε δει και καταλάβει αμέσως τι συνέβαινε με τον Φάμπιαν. Δεν υπήρχε πλέον ο Φάμπιαν. Ήταν νεκρός. Ακόμα χειρότερα, ήταν ζωντανός-νεκρός. Είχε γίνει βαμπίρ! Τον είχαν αλλάξει, τον είχαν καταστρέψει. Ό,τι πιο εφιαλτικό θα μπορούσαν του έχουν κάνει. Καλύτερα να τον είχαν σφάξει και να είχαν βεβηλώσει το σώμα του. Ο Κάρτερ θα προτιμούσε να χρειαστεί να θάψει το άψυχο κορμί του αδερφού του, παρά αυτό που έπρεπε να κάνουν τώρα: να τον σκοτώσουν ως ένα από τα πολλά τέρατα που κατοικούν σε τούτο το στοιχειωμένο μέρος.
Χριστέ μου! Ο αδερφός του είχε χαθεί, κι ο Κάρτερ έτρεμε από οργή. Τι θα έλεγε στην Έμιλυ; Πώς θα ανέρρωνε η Ορέλια από αυτή την γνώση, ότι ο πατέρας της είχε γίνει ένα τέρας; Πώς θα το δέχονταν, πώς θα έκαναν ειρήνη μέσα τους; Πώς θα έπρεπε να προχωρήσει στην υπόλοιπη ζωή του ο ίδιος ο Κάρτερ, που από όταν ήταν νέος αναζητούσε τους συγγενείς του; Και πάνω που είχε βρει τον αδερφό του… Τον έχασε. Και πλέον, θα έπρεπε να φροντίσει ώστε αυτό που είχε απομείνει από τον αδερφό του να γινόταν σκόνη, να εξαφανιζόταν μια για πάντα. Ούτε τη σωρό του Φάμπιαν δεν θα έβλεπε η οικογένειά του στη Βουδαπέστη. Και το πιο τραγικό ήταν πως η Έμιλυ και η Ορέλια θα ήταν τυχερές που η τελευταία τους ανάμνηση από τον Φάμπιαν θα ήταν η ανθρώπινη, η συζυγική και πατρική, πλευρά του, και όχι ένα μοχθηρό, αιμοβόρο θηρίο. Ενώ αυτός, ο Κάρτερ, θα θυμόταν για το υπόλοιπο της ζωής του σε τι είχε αλλάξει ο αδερφός του.
Ο Μπόντεμαν πέρασε δίπλα από τον άντρα με τα καουμπόικα ρούχα, αγνοώντας τον.
Ο Κάρτερ τον αντιλήφθηκε και άφησε στην άκρη την θλίψη του, αφού επανέλαβε στον θρυλικό πιστολέρο: Σταμάτησε τον Γιούρις. Τώρα!
Όπως επιθυμείς.
Εκείνος άρπαξε τον αριστερό ώμο του Μπόντεμαν, καθηλώνοντάς τον σε εκείνο το σημείο. «Μην προχωράς παραπέρα» του είπε.
«Άσε με, Μαξ» τίναξε το χέρι του ο Μπόντεμαν. «Άφησέ με. Δεν με σταματάει κανείς τώρα. Αυτή η καριόλα με το αρρωστιάρικο δέρμα σκότωσε τη Φρίντα, την γυναίκα μου. Κι αυτό δεν πρόκειται να το αφήσω να περάσει. Δεν θα την αφήσω ατιμώρητη».
Ο Κάρτερ είπε ξανά Μην τον αφήσεις!
«Μπόντεμαν» είπε ο πιστολέρο «μην κάνεις βήμα παραπέρα. Αν πεθάνεις, δεν θα είσαι χρήσιμος σε κανέναν».
«Άκου να σου πω…» Ο Μπόντεμαν γύρισε προς τον πιστολέρο, για να τον αντιμετωπίσει. Αλλά νόμιζε ότι θα αντίκριζε τον Κάρτερ, κι όταν είδε τη διαπεραστική ματιά ενός αγνώστου, κοντοστάθηκε. Μπερδεύτηκε. Ήδη του είχε φανεί περίεργο που ο Κάρτερ τον είχε αποκαλέσει με το επίθετό του (ενώ συνήθιζε να χρησιμοποιεί το μικρό όνομά του), όμως δεν είχε δώσει σημασία, γιατί τον έπνιγε το αίσθημα της αδικίας για το φόνο της Φρίντα. «Ποιος;…» έκανε να ρωτήσει. «Δεν καταλαβαίνω».
«Ο φίλος σου είναι εδώ» είπε ο πιστολέρο, χτυπώντας τον κρόταφό του. «Αλλά χρειάζεστε εμένα για αυτή την αποστολή».
«Ποιος διάολος είσαι εσύ, που να πάρει;»
Ο άλλος χαμογέλασε. «Μείνε εδώ» ψιθύρισε στον Μπόντεμαν. «Πρόσεχε όσα θα γίνουν. Περίμενε την ευκαιρία σου και κάνε ό,τι πρέπει για να τιμήσεις την γυναίκα σου».
«Τι θα κάνεις;»
Ο πιστολέρο κοίταξε την Κόμισσα. «Θα δώσω ένα τέλος».
«Όχι!» πετάχτηκε πάλι ο Φάμπιαν. «Αδερφέ μου! Έλα εδώ, έλα να μονιάσουμε. Έλα να σε αγκαλιάσω, που σε βλέπω ξανά. Άσε την Κόμισσα. Έλα εδώ. Κι εσύ, ξένε, εσύ που ζεις μέσα στον Μαξ, έλα μαζί μου. Είσαι ανώτερο ον, όπως εμείς. Άσε τους θνητούς, δεν σου αξίζουν. Έλα μαζί μας, μας περιμένουν μεγαλεία, τα οποία θα γευτείς κι εσύ».
Ο Μαρτίν του είπε ξανά να το βουλώσει.
«Άσε με, άθλιε Ολλανδέ!» Ο Φάμπιαν πάλεψε να του ξεφύγει, αλλά ήταν και οι άλλοι δύο που τον είχαν πιάσει. «Αφήστε με, ο αδερφός μου…»
Ο πιστολέρο σταμάτησε πριν προχωρήσει προς την Κόμισσα. Χωρίς να πάρει τα μάτια του από αυτή, είπε με τη φωνή του Κάρτερ «Ο αδερφός μου πέθανε σε εκείνο το σπίτι στο Μπραν. Εσύ είσαι ένα φάντασμα που απλά του μοιάζεις λίγο στην εμφάνιση». Ύστερα, ο θρυλικός πιστολέρο είπε «Χόουνεχ, αποτελειώστε τον. Βγάλτε τον από την μιζέρια του».
Ο Μαρτίν συμφώνησε.
Αλλά ο Κάρτερ έμεινε σιωπηλός.
Η Κόμισσα είπε στον Φάμπιαν νοερά: Αυτός πυροβόλησε την αγαπημένη σου Ρεβέκκα. Την αγαπημένη μας Ρεβέκκα. Την πολύτιμή μας Ρεβέκκα. Κι ο γίγαντας που αποκαλείς Χόουνεχ την έβλαψε, και πολύ μάλιστα. Αν τους αφήσεις τώρα να σφάξουν εσένα και εμένα, η Ρεβέκκα μπορεί να μην έχει ευκαιρία να ξεφύγει. Γιατί, παρότι την πέτυχαν τα πυρά του ξένου, αυτή ζει. Κι έχει ακόμα χρόνο, για να δραπετεύσει και να κάνει μια νέα αρχή. Όμως, αν αυτοί οι θνητοί μάς ξεκάνουν τόσο γρήγορα, θα τρέξουν να τη βρουν και η μοίρα της θα βαφτεί με αίμα, με το δικό της αίμα.
Ο Φάμπιαν έπαψε τις απότομες κινήσεις του και άκουσε με δέος την Αφέντρα του.
Κύριε Άσπελ, συνέχισε η Κόμισσα, ξέρω ότι την αγαπάς. Κι εγώ την αγαπώ. Βοήθησέ με, για να σε βοηθήσω κι εγώ, και μαζί να σώσουμε τη Ρεβέκκα και το είδος μας.
Ο πανίσχυρος άγνωστος από την Αμερική ξεθηκάρωσε το σπαθί του.
Πολέμησέ τους, Φάμπιαν! διέταξε η Κόμισσα. Αυτό θα ήθελε η Ρεβέκκα από εσένα. Αυτό θέλει. ΠΟΛΕΜΗΣΕ ΤΟΥΣ ΜΑΖΙ ΜΟΥ!
Μάλιστα, κυρία μου.
Ο Φάμπιαν γύρισε προς τους άντρες που τον είχαν αρπάξει. Ήξερε πως ο Χόουνεχ, πιο δυνατός από τους τρεις, στεκόταν πίσω του, έχοντας περάσει τα τεράστια μπράτσα του ανάμεσα στα χέρια του, παγιδεύοντάς τα. Είδε τους άλλους δύο που τον συγκρατούσαν. Είδε το μαχαίρι αυτού του γυαλάκια που είχε πολεμήσει κι έξω, του Χόπε: ο μαλάκας το κρατούσε, το είχε έτοιμο για να το χρησιμοποιήσει, αλλά όχι κοντά στο λαιμό του Φάμπιαν. Ο τρίτος, ο ένστολος ανθυπασπιστής, απλά είχε καθηλώσει το δεξί χέρι του βαμπίρ. Άκουσε τον Χόουνεχ να λέει στον Χόπε «Χενκ, μαχαίρωσέ τον στην καρδιά. Κάντο τώρα!» και ο άλλος του απάντησε «Εντάξει, Μαρτίν».
«Θα το θέλατε πολύ, ε;» τους ρώτησε ο Φάμπιαν και την επόμενη στιγμή άλλαξε και έγινε νυχτερίδα. Έτσι, ξέφυγε από την αρπάγη τους και βρέθηκε πίσω από τους δύο πιο αδύναμους άντρες, οι οποίοι κοιτούσαν γύρω τους αναστατωμένοι. Έγινε πάλι ανθρώπινος, όσο ανθρώπινος θα μπορούσε να είναι, δηλαδή.
Άπλωσε τα χέρια προς τον στρατιωτικό και τον γρατσούνισε στο πρόσωπο. Πρόσεξε ότι ο Χόπε γυρνούσε για να τον μαχαιρώσει κι έτσι ο Φάμπιαν μπλόκαρε την επίθεσή του με το δεξί χέρι και κλότσησε τον Ολλανδό στην κοιλιά, στέλνοντάς τον στο δάπεδο, λίγο πιο πέρα. Ύστερα, στράφηκε για να αποτελειώσει τον τραυματισμένο ανθυπασπιστή με μια χαρακιά στον εκτεθειμένο λαιμό του.
Όμως, ο Μαρτίν τον άρπαξε και τον πέταξε πίσω. Ο Χόπε σηκώθηκε και έκανε να ορμήσει στον Φάμπιαν, αλλά ο Μαρτίν τον σταμάτησε. «Όχι, Χενκ. Μείνε πίσω. Το ίδιο και εσύ, Τσανάντ. Μην ανακατευτείτε». Κοίταξε τον Φάμπιαν κατάματα. Μίλησε ήρεμα, αλλά η ψυχή του οργίαζε. «Θα τον αναλάβω εγώ».
«Μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου, βοηθέ βιβλιοθηκάριου» τον κορόιδεψε ο Φάμπιαν. «Εσύ είσαι ένας απλός θνητός με μεγάλο σώμα. Εγώ, όμως…» Έδειξε τον εαυτό του. Σύριξε προς τον Μαρτίν. «Εγώ είμαι ένα ανώτερο, ένα απέθαντο ον» είπε, βγάζοντας δηλητηριώδη σάλια από το στόμα του. Έγινα τελικά ένα φάντασμα, σκέφτηκε. Όχι όπως αυτό που έβλεπε ο πατέρας μου όταν δούλευε ως σηματωρός στο σιδηροδρομικό σταθμό, αλλά ένα πολύ πιο ισχυρό φάντασμα. Η ειρωνεία του πράγματος δεν μπόρεσε να του διαφύγει: ο πατέρας του του είχε πει Τα φαντάσματα υπάρχουν, Φάμπιαν. Έχω δει ένα από αυτά. Το έχω δει περισσότερες φορές απ’ όσες θα ήθελα. Δεν ήταν ποτέ μια οπτασία με ξεκάθαρα χαρακτηριστικά. Αλλά ήταν εκεί, λίγα μέτρα από μένα. Μια φιγούρα από αγγλική ομίχλη. Το ήξερα ότι ήταν εκεί, γιατί κάθε φορά ένιωθα τη δόνηση του εδάφους και το τρέμουλο των φαναριών του σιδηροδρομικού σταθμού. Υπήρχε. Εκεί. Και μου έδειχνε προς τις γραμμές του τραίνου. Και μου έλεγε «Εκεί. Εκεί. Πρόσεχε!» Κι εγώ δεν ήξερα ποια πλευρά έδειχνε ή τι θα γινόταν ακριβώς και δεν πρόφταινα να ειδοποιήσω τους άλλους σηματωρούς, για να προλάβουμε το κακό. Είχαν γίνει πολλά δυστυχήματα, που θα μπορούσαμε να προλάβουμε, αν είχα ενεργήσει πιο έγκαιρα… Υπάρχουν, Φάμπιαν. Υπάρχουν, γιε μου. Μην κάνεις το ίδιο λάθος με εμένα. Μην αγνοήσεις τα σημάδια που αφήνουν τα φαντάσματα, Φάμπιαν. Σε ξορκίζω, μην τα αγνοήσεις. Με βλέπεις κάθε νύχτα. Με ακούς. Είμαι σίγουρος ότι ξέρεις. Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Γιατί σκέφτομαι όλους εκείνους τους ανθρώπους που θα μπορούσα να είχα βοηθήσει. Αλλά πέθαναν. Την ώρα που εγώ είχα την ευθύνη να φροντίσω για την ασφάλεια της αμαξοστοιχίας. Για εκείνους. Για γονείς. Για γιους και κόρες που πήγαιναν να δουν τα δικά τους παιδιά. Για εραστές που πήγαιναν ένα ταξίδι αναψυχής. Και δεν το έκανα. Κι εκείνοι πέθαναν, κι εγώ πρέπει να ζήσω με τα πρόσωπά τους να με στοιχειώνουν και τη σκέψη των δικών τους που δεν θα ξαναδούν τους συγγενείς τους. Τα φαντάσματα υπάρχουν. Άκουσε τα βήματά τους. Θυμήσου τα λόγια τους. Ερμήνευσε τις προθέσεις τους. Μην τα αγνοήσεις, Φάμπιαν.
Ο Φάμπιαν, παιδάκι ακόμα, το είχε υποσχεθεί στον μακαρίτη τον πατέρα του.
Τώρα αναρωτήθηκε τι γνώμη θα είχε ο Αλεξάντερ Άσπελ για τον γιο του, για το ότι είχε γίνει ένα (φάντασμα) ανώτερο ον που, όχι μόνο δε βοηθούσε τους ζώντες, αλλά τους κυνηγούσε κιόλας, για να πιει όλο τους το αίμα. Αν ζούσε, δηλαδή, ο Αλεξάντερ ή αν υπήρχε ζωή μετά τον θάνατο, τι θα συλλογιζόταν; Τι μπορεί να σκεφτόταν και η μητέρα του Φάμπιαν; Μπορεί να ένιωθαν υπερηφάνεια; Ή μπορεί να έκλαιγαν από ντροπή;
Τι σημασία έχει, τελικά, τι θα σκεφτεί ένας θνητός ή δύο ή όλοι τους για εμένα και για τους ομοίους μου; Καμία. Η γνώμη τους δεν έχει καμία σημασία για εμάς. Εμείς νοιαζόμαστε μόνο για το αίμα τους.
Κι ο Φάμπιαν τώρα ενδιαφερόταν για το αίμα του Μαρτίν.
Ο βρικόλακας επιτέθηκε στον θεόρατο Ολλανδό.
Χρησιμοποιώντας τα νύχια του, κατάφερε να ξηλώσει πολλές από τις ραφές του πανωφοριού και του πουκαμίσου του Ολλανδού.
Ο Μαρτίν απέκρουε τις προσπάθειες του τέρατος να τον βλάψει σημαντικά. Σήκωνε τα χέρια και τα πόδια του, βάζοντάς τα ως εμπόδιο ή ανταποδίδοντας μερικά χτυπήματα. Κάποιες φορές κατάφερε να αδράξει τον Φάμπιαν, θέλοντας να τον ρίξει στο πάτωμα, αλλά το βαμπίρ είτε στριφογυρνούσε και ξέφευγε έτσι από τη λαβή του, είτε άλλαζε σε νυχτερίδα, και επανερχόταν από αλλού, για να συνεχίσει τη μονομαχία τους.
Κάποια στιγμή, μάλιστα, μπόρεσε εκείνος να πιάσει το αριστερό χέρι του Μαρτίν (η γροθιά του οποίου στόχευε το πρόσωπο του Φάμπιαν). Τον τράβηξε απότομα κοντά του, ενώ παράλληλα άνοιγε το στόμα του αποκαλύπτοντας για άλλη μια φορά τις λεπίδες που είχε αντί ανθρώπινων δοντιών.
Ο τεράστιος όγκος του Μαρτίν βρέθηκε να ίπταται, μέχρι που έφτασε σε απόσταση αναπνοής από την θανατερή παγίδα του Φάμπιαν.
Έκλεισε τα μάτια.
Και χτύπησε με το κεφάλι του το πρόσωπο του βαμπίρ.
Η λαβή του τέρατος χάθηκε.
Αμφότεροι οι αντίπαλοι οπισθοχώρησαν, καθώς είχαν πληγεί και οι δύο. Αίμα, όμως, έτρεχε μόνο από το στόμα του Φάμπιαν. Ο οποίος ένιωσε πως κάτι επέπλεε ανάμεσα στα ούλα και τη γλώσσα του, και, φτύνοντας στη χούφτα του, ανακάλυψε πως ο Ολλανδός του είχε σπάσει μερικά από τα τεράστια δόντια του. Έντρομος, ιχνηλάτησε με τη γλώσσα, για να δει ποια από τα όπλα του είχε χάσει και αναστέναξε όταν διαπίστωσε ότι οι κυνόδοντές του ήταν ακόμα στη θέση τους, χωρίς να έχουν χαλαρώσει.
Ο Φάμπιαν είδε τον Μαρτίν να του επιτίθεται ξανά.
Πριν τον φτάσει ο Ολλανδός, όμως, εκείνος του πέταξε στο πρόσωπο τα αίματα και τα κατεστραμμένα δόντια του. Κι αυτό που ήθελε, εν μέρει το κατάφερε: ανέκοψε την ορμή του άλλου, αναγκάζοντάς τον να σηκώσει το χέρι, για να μην τον αγγίξει ούτε σταγόνα από το αίμα του βαμπίρ στα μάτια ή τη μύτη ή το στόμα. Ο Μαρτίν στάθηκε σε ένα σημείο, κι αυτό ήταν το έναυσμα για να περάσει στην επίθεση ο Φάμπιαν.
Ο Μαρτίν είδε τα χτυπήματα με τα χέρια που δοκίμαζε για άλλη μια φορά ο εχθρός του. Ξανά και ξανά, έβαζε εμπόδιο τα δικά του, πολύ πιο ογκώδη χέρια. Αλλά είχε αρχίσει να κουράζεται, ενώ τα άνω άκρα του πονούσαν από τις απανωτές συγκρούσεις με τα σαφώς πολύ δυνατότερα άκρα του βαμπίρ. Αν συνέχιζαν για πολλή ώρα, ο Μαρτίν θα εξουθενωνόταν, ενώ ο Φάμπιαν μήτε που θα ίδρωνε. Δεν γινόταν να κρατήσει κι άλλο αυτή η μάχη.
Ο Φάμπιαν ήξερε κι ο ίδιος ότι ο Ολλανδός δεν θα άντεχε για πολύ ακόμα. Για αυτό και δεν έλεγε να σταματήσει. Εκτόξευε τα νύχια του και τα πόδια του προς αυτόν, γρήγορα, στοχευμένα, ασταμάτητα. Ο άλλος, αν και με λειψή εκπαίδευση στη μάχη σώμα με σώμα, ήταν εμφανώς ικανός αντίπαλος, καθώς, όχι μόνο απέκρουε, αλλά και απέφευγε και κάποιες στιγμές δοκίμαζε να πιάσει και να ρίξει κάτω τον Φάμπιαν, χωρίς, βέβαια, να τα καταφέρνει. Με αποτέλεσμα, να κοπιάζει. Να κουράζεται. Να αγκομαχάει.
Ο Μαρτίν έπαιρνε γρήγορες ανάσες τώρα, δείγμα ότι οι δυνάμεις του εξαντλούνταν.
Αυτό το είχαν διαπιστώσει και ο Χόπε με τον Άπροντ. Ο Χόπε, μιλώντας ολλανδικά, είπε στον φίλο του: «Μαρτίν, να επέμβουμε; Δεν θα αντέξεις».
Ο Μαρτίν έπιασε τα χέρια του Φάμπιαν που ήθελε να μπήξει τα νύχια του στο λαιμό του, ενώ παράλληλα, χρησιμοποιώντας την ίδια γλώσσα, είπε στον Χόπε «Την Κόμισσα. Φροντίστε να πεθάνει η Κόμισσα».
«Μα, εσύ…» έκανε να επιμείνει ο Χόπε.
Ο Φάμπιαν γύρισε από την άλλη μεριά και απεγκλώβισε τα χέρια του από τον Μαρτίν, αναγκάζοντάς τον να γονατίσει. Του επιτέθηκε στη στιγμή με μια κλοτσιά, την οποία ο Μαρτίν απέφυγε, κυλώντας στο πάτωμα.
«Την Κόμισσα!» φώναξε στους άλλους δύο και πήρε μια ανάσα, πριν σπεύσει προς το μέρος του ο Φάμπιαν.
Ο Άπροντ ρώτησε στα αγγλικά τον Χόπε τι είχε πει ο φίλος του.
Ο Χόπε, για να μην καταλάβει τίποτα ο Φάμπιαν, έδειξε προς το ανοιχτό παράθυρο. Προς τη μάχη που λάβαινε χώρα εκεί.
Είπε κάτι στον Άπροντ, το οποίο, όμως, ο Μαρτίν δεν το άκουσε. Και δεν είχε την πολυτέλεια να ασχοληθεί με αυτά που έλεγαν ο Χόπε και ο Άπροντ. Στο μυαλό του υπήρχε μόνο η ιδέα του πώς θα σκότωνε τον βρικόλακα.
Ο Μαρτίν έριξε ένα χαστούκι στο πρόσωπο του βαμπίρ, που το απέκρουσε, αλλά αυτό ήταν αντιπερισπασμός. Το πραγματικό χτύπημα ήρθε από το άλλο χέρι, σε άλλο σημείο. Χτύπησε τον Φάμπιαν στην κοιλιά με το εγχειρίδιο, το οποίο είχε τραβήξει κρυφά. Το έμπηξε χαμηλά, στο στομάχι, και το γύρισε, έτσι ώστε η λεπίδα να ανοίξει μεγαλύτερη τρύπα.
Αλλά ο Φάμπιαν ξεπέρασε τον πόνο γρήγορα και μπόρεσε να πιάσει τον καρπό του Μαρτίν και να πετάξει τον Ολλανδό και το στιλέτο του μακριά του. Άγγιξε την πληγή και διαπίστωσε ότι η ζημιά δεν ήταν τόσο μεγάλη, καθώς είχε προλάβει τα χειρότερα. Κοίταξε τον Μαρτίν. «Ύπουλο χτύπημα, βοηθέ» σχολίασε, με χαμόγελο. «Αρχίζεις να έχεις ενδιαφέρον, Χόουνεχ. Μήπως θα ήθελες να ταχθείς με το μέρος μας; Υπάρχει ακόμα χρόνος».
«Όχι». Ο Μαρτίν έβγαλε κάτι από την τσέπη του και κινήθηκε ξανά εναντίον του, με τα χέρια να κρέμονται στα πλευρά του, κρύβοντας το αντικείμενο στη γροθιά του.
Ο Φάμπιαν ετοιμάστηκε να αντεπιτεθεί. «Το πίστεψες ότι θα σε ήθελα στο πλευρό μου, άθλιο σκυλί;»
Ρίχτηκε με τα χέρια του απλωμένα προς τον άλλο.
Ο Μαρτίν έσκυψε τελευταία στιγμή και ο Φάμπιαν τον προσπέρασε για δύο βήματα.
Το βαμπίρ σύριξε και γύρισε με σηκωμένο το μπράτσο, για να χτυπήσει τον Ολλανδό με τον αγκώνα του.
Αλλά αυτή ήταν μια κίνηση που ο Μαρτίν περίμενε. Πρόλαβε να σηκώσει και αυτός τα χέρια του. Με το ένα κάρφωσε το μπράτσο του βαμπίρ, ενώ με το άλλο χέρι τίναξε το μπουκαλάκι που είχε φέρει μαζί του προς το πρόσωπο του βαμπίρ.
Καθαγιασμένο υγρό έλουσε τον Φάμπιαν, ο οποίος άρχισε να ουρλιάζει, νιώθοντας το δέρμα του να καίγεται.
Ο Μαρτίν δεν έχασε ευκαιρία: έβαλε το μπουκαλάκι στην τσέπη του. Ύστερα, έφερε τη λεπίδα λίγο κάτω από τον αγκώνα του τέρατος. Το μανίκι του μανδύα του βρικόλακα είχε ανέβει ψηλά και το πληγιασμένο δέρμα ήταν εκτεθειμένο. Το δέρμα και οι φλέβες του ένιωσαν το αιχμηρό ατσάλι.
Ο παραμορφωμένος Φάμπιαν, που συνήλθε κάπως, συνειδητοποίησε τι επρόκειτο να κάνει ο Μαρτίν. Προσπάθησε να πάρει μακριά το χέρι του, όμως ήταν αργά.
Ο Μαρτίν κατέβασε τη λεπίδα, η οποία άνοιξε μια κάθετη σχισμή στο αναιμικό χέρι του βρικόλακα, με αποτέλεσμα το αίμα να εμφανιστεί αμέσως.
«Να σε πάρει, αχρείε!» είπε ο Φάμπιαν.
Ο Μαρτίν, που δεν είχε αφήσει ακόμα το χέρι του άλλου, το έσπρωξε προς τα κάτω, ελευθερώνοντας το πεδίο προς το κεφάλι και το λαιμό του. Γύρισε το μαχαίρι, ώστε να το χρησιμοποιήσει σα σφυρί, κι έμπηξε τη λεπίδα στο πλάι του λαιμού του Φάμπιαν.
Ο βρικόλακας ούρλιαξε από πόνο, αλλά έσπρωξε και ξέφυγε από τη λαβή του Μαρτίν. Προσπάθησε να σταματήσει τη ροή του αίματος που έχανε, αλλά δεν το μπόρεσε. Με το ένα χέρι έπρεπε να καλύπτει την πληγή στο λαιμό και με το άλλο την πληγή στο πρώτο χέρι. Κάτι που σήμαινε ότι τα δύο πάνω άκρα του ήταν απασχολημένα, τη στιγμή μάλιστα που οι δυνάμεις του έφευγαν από μέσα του.
Ο Φάμπιαν ήταν τραυματισμένος και έβριζε, καθώς τα πόδια του άρχιζαν να τρέμουν και τα μάτια του έκλειναν, γιατί ο βαμπιρικός οργανισμός του πενθούσε που χανόταν.
Ο Μαρτίν άδραξε την ευκαιρία. Όρμησε εναντίον του Φάμπιαν και έπεσε με όλο του τον όγκο στον τραυματία βρικόλακα. Τον έριξε χάμω, ανάσκελα. Ο Φάμπιαν έκανε να σηκώσει το ακέραιο χέρι του, όμως ο Μαρτίν το έπιασε και το χάραξε κι αυτό σε σημείο που το αίμα θα σταματούσε να τρέχει μόνο όταν δεν θα είχε μείνει σταγόνα στο σώμα του. Αλλά ο Μαρτίν δεν είχε σκοπό να περιμένει να πεθάνει το βαμπίρ από απώλεια αίματος.
Ξεπερνώντας το μαυρισμένο και ξεφλουδισμένο αναιμικό δέρμα του προσώπου του βαμπίρ, ο Ολλανδός ατένισε για μια στιγμή τα σκοτεινά μάτια του βρικόλακα. Δεν του χαμογέλασε, ούτε του είπε κάτι. Του αρκούσε ο πανικός που είδε να του αντιγυρίζει το βλέμμα. Θα πεθάνει, σκέφτηκε. Και το ξέρει.
«Μα… Μαρτίν…» ψέλλισε το βαμπίρ. «Εγώ είμαι…»
Ο Μαρτίν κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Έβγαλε από την τσέπη του ένα άλλο αντικείμενο που είχε φέρει μαζί του: ένα μικρό καθρέφτη. Τον έφερε πάνω από τα μάτια του βρικόλακα, ο οποίος δεν αντικατοπτρίστηκε, όπως θα συνέβαινε με οποιοδήποτε άλλο ον. «Βλέπεις τι είσαι;» τον ρώτησε. «Ένα τίποτα. Δεν υπάρχεις».
Ο Φάμπιαν δεν κοιτούσε τον καθρέφτη. Είχε αποτινάξει το βλέμμα του αλλού. Φοβόταν του τι θα έβλεπε –ή τι δεν θα έβλεπε. Κι αυτό το ήξερε ο Μαρτίν. Ήταν ένας από τους μύθους που υπήρχαν για τους βρικόλακες, ότι μισούσαν τους καθρέφτες, γιατί το κατασκευασμένο από θνητό χέρι γυαλί τους νικούσε, τους ξεπερνούσε, δεν νοιαζόταν καν να προβάλλει την ύπαρξή τους.
«Καταλαβαίνεις τώρα πόσο σπουδαίος είσαι; Πόσο σπουδαίοι νομίζετε ότι είστε εσείς οι βρικόλακες;» συνέχισε ο Ολλανδός. «Καθόλου. Είστε τέρατα που αρνήθηκαν να πεθάνουν και προτίμησαν να περιφέρονται και να βασανίζουν ανθρώπους, πριν τους σκοτώσουν. Ή πριν τους δηλητηριάσουν, πριν τους κάνετε σαν κι εσάς, πολλές φορές χωρίς καν να τους ρωτήσετε». Ο Μαρτίν σήκωσε το χέρι με το εγχειρίδιο. «Κοίτα τον καθρέφτη. Δεν υπάρχεις, βρικόλακα».
Ο Φάμπιαν δεν κοίταξε.
Κι έτσι ο Μαρτίν κατέβασε με δύναμη τη λεπίδα. Ο εκτεθειμένος λαιμός του βαμπίρ άνοιξε και η αιχμή της καρφώθηκε όλη και βγήκε από την πίσω πλευρά και χτύπησε το πέτρινο πάτωμα.
Ο βρικόλακας έκανε να ουρλιάξει, αλλά δεν το μπόρεσε. Έμεινε να κείτεται καθηλωμένος από το βάρος του θεόρατου Ολλανδού, με τα χέρια ανοιχτά, να πλέουν μες στο αίμα που έχαναν.
Ο Μαρτίν έβαλε στην τσέπη τον καθρέφτη. Έβγαλε το σφυρί του και μια από τις τρεις ξύλινες σφήνες που είχε φέρει μαζί του. Έσκισε τον μανδύα του άλλου και άγγιξε τη σφήνα στο ύψος της καρδιάς του βρικόλακα. Την ένιωσε να χτυπάει αργά, αδύναμα. Πεθαίνει, υπενθύμισε στον εαυτό του. Σήκωσε το σφυρί. Αλλά θα σιγουρευτώ ότι όντως θα πεθάνει. Οριστικά.
Η γροθιά που έσφιγγε το σφυρί κατέβηκε και άγγιξε την ξύλινη λαβή. Μετά, σηκώθηκε ξανά και κατέβηκε ξανά. Κι επανέλαβε την ίδια κίνηση.
Μία φορά, για να ανοίξει τη δίοδο.
Δεύτερη φορά, για να τρυπήσει την καρδιά.
Τρίτη φορά, για σιγουριά.
Ο βρικόλακας προσπάθησε να ουρλιάξει, αλλά δεν τα κατάφερε.
Τότε ο Μαρτίν σταμάτησε. Αναστέναξε. Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, νιώθοντας την ένταση να ρέει στο σώμα του, προσπαθώντας να διαφύγει.
«Μαρτίν;»
Ο Ολλανδός άνοιξε τα μάτια και κοίταξε. Πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε που είχε ακούσει αυτή τη φιλική φωνή; Ή από τότε που αντίκρισε αυτό το βλέμμα, το έξυπνο και το καλοπροαίρετο; Δεν θυμόταν. Αλλά τώρα άκουσε και είδε τον φίλο του. Τον είδε. Ήταν εκεί. Δεν υπήρχε μοχθηρία, δεν υπήρχε θέληση για να του επιτεθεί. Ο φίλος του ήταν εκεί. Και το χρώμα του δέρματός του είχε επανέλθει στο φυσιολογικό.
«Όχι» ψέλλισε ο Μαρτίν.
Ο φίλος του πέθαινε.
Από τα δικά του χέρια.
«Όχι. Όχι!»
Ο Φάμπιαν είπε «Θυμάμαι, Μαρτίν… Αυτούς που σκότωσα… Που ήταν βρικόλακες και τους σκότωσα. Έγιναν ξανά άνθρωποι, για λίγο. Εκείνη η ηλικιωμένη γυναίκα, η σύζυγος του παπά… Πονούσε… Όπως πονάω κι εγώ. Πεθαίνω, όπως πέθαινε κι εκείνη».
«Φάμπιαν…» είπε ο Μαρτίν και έπιασε απαλά το πρόσωπο του φίλου του. Δάκρυα είχαν εμφανιστεί στα μάτια του. «Λυπάμαι, φίλε μου. Εγώ… δεν… Το ξέρεις, δεν θα σε έβλαπτα ποτέ, αλλά… α-αλλά…»
Ο Φάμπιαν ένευσε. «Το ξέρω. Αλλά πρέπει να τελειώσεις… ό,τι άρχισες. Πρέπει να κόψεις το λαιμό μου. Εντελώς». Έβηξε κι έφτυσε αίμα.
«Μα… ίσως γίνεται… ίσως μπορώ να σε βοηθήσω…» έλεγε ο Μαρτίν.
«Όχι. Σε παρακαλώ, Μαρτίν. Σκότωσέ με. Κάντο. Για εμένα». Ο Φάμπιαν συνέχισε, λέγοντας ψέματα, για να πείσει τον Ολλανδό. «Νιώθω… το τέρας μέσα μου… δεν έχει εξαφανιστεί… ακόμα».
Ο Μαρτίν δεν μίλησε αμέσως. Κούνησε το κεφάλι και σκούπισε τα δάκρυά του.
«Σε παρακαλώ… Μαρτίν. Σε παρακαλώ! Δεν θέλω να γίνω… ξανά… βρικόλακας». Κι όταν είδε τον Ολλανδό να μην το κάνει, ο Φάμπιαν σήκωσε όσο μπορούσε το δεξί χέρι του και έπιασε το μανίκι του Μαρτίν. Προσπάθησε να του το σπρώξει, αλλά δεν το μπόρεσε. «Κάντο, Μαρτίν. Για όνομα… του Θεού… κάντο!»
Κι ο Μαρτίν έβγαλε μια δυνατή κραυγή… και το έκανε.
«Ευχαριστώ, φίλε μου» είπε ο Φάμπιαν.
Ο Μαρτίν δεν απάντησε.
«Μαρτίν;»
Ο Μαρτίν τον κοίταξε.
«Μην… μην το πεις στην Έμιλυ και την Ορέλια. Μην τους πεις ότι έγινα ένα τέρας».
Ο Μαρτίν κατένευσε.
Και πριν τελειώσουν όλα, ο Φάμπιαν θυμήθηκε την ερώτηση που του είχε κάνει ένας αμαξάς, ο Κρίστοφερ Ντέακ, και την επανέλαβε στο φίλο του: «Πώς τα φέρνει η ζωή, ε;»
Και έγινε σκόνη.
Ο Μαρτίν προσπάθησε να πάρει μια δυο ανάσες, κλείνοντας τα μάτια. Το ογκώδες σώμα του ήταν κουρασμένο, ενώ πονούσε και πνευματικά. Είχε αναγκαστεί να σφάξει ένα ον που έμοιαζε, που ήταν, κάποτε ένας καλός του φίλος, τον οποίο αποζητούσε πότε-πότε. Τον σκεφτόταν και αναπολούσε τις λίγες φορές και το μικρό διάστημα που είχαν συνομιλήσει. Ο Φάμπιαν είχε υπάρξει ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που δεν ασχολούνταν με τα παραφυσικά φαινόμενα και που δεν απόπαιρνε τον Μαρτίν για τη δική του απασχόληση με αυτά, κι αυτό ήταν κάτι που ο Ολλανδός το εκτιμούσε βαθύτατα. Γιατί ο αιώνας που ζούσαν και θα έφευγε εντός ολίγων ετών ήταν ο αιώνας της αμφισβήτησης και της λησμονιάς των δεισιδαιμονιών και άλλων «παράλογων» θεμάτων. Οι επιστήμες προχωρούσαν και οι εξηγήσεις τους έριχναν φως σε παλαιές δοξασίες, οι οποίες αποδεικνύονταν φαιδρές, ανούσιες, σκιές που χάνονταν αν έστρεφες τη δέσμη της λάμπας πάνω τους. Έτσι, άνθρωποι σαν τον Μαρτίν, τον Μπόντεμαν και τον Χόπε, που είχαν βάλει σκοπό της ζωής τους να ανακαλύπτουν οτιδήποτε υπερφυσικό (και να το αντιμετωπίζουν, αν χρειαζόταν) ξέπεφταν στα μάτια των άλλων ως τρελοί, γελωτοποιοί ή, χειρότερα, ως ψεύτες που κορόιδευαν τους απλούς ανθρώπους εκμεταλλευόμενοι τα πιστεύω τους, για να βγάλουν λεφτά –κάτι που η παρέα των τριών Ολλανδών δεν έκανε έτσι κι αλλιώς. Ο Φάμπιαν, παρότι δεν πίστεψε στο υπερφυσικό παρά μόνο όταν ήταν αργά, είχε δεχθεί να μιλήσει με τον Μαρτίν για τέτοια θέματα και οι κουβέντες τους ήταν… ωραίες.
Αλλά πλέον, δεν θα μπορούσαν να ανταμωθούν ξανά. Ποτέ. Όντα καταραμένα, που λογικά δεν θα έπρεπε να υπάρχουν, είχαν μπει ανάμεσά τους και τους μετέτρεψαν σε εχθρούς, εξωθώντας τον Ολλανδό να βάλει σε προτεραιότητα το καλό της ανθρωπότητας και όχι την επιθυμία του να έχει για φίλο τον Φάμπιαν… που τις τελευταίες αυτές ώρες δεν ήταν ο Φάμπιαν, υπενθύμισε στον εαυτό του ο Μαρτίν. Ήξερε ότι ουσιαστικά είχε κάνει καλό και στον Φάμπιαν, στην ψυχή του, αλλά το ότι έπρεπε να τον σκοτώσει με τόσο βίαιο τρόπο… ήταν πολύ για τον πανύψηλο Ολλανδό. Παρότι είχε αυτή τη φρικτή υποψία εξ αρχής που έμαθε από τους συναδέλφους του Φάμπιαν για το Μπραν.
Ο Μαρτίν είχε ανάγκη να ηρεμήσει. Για λίγο, για μερικές στιγμές μονάχα.
Αλλά τότε αντιλήφθηκε κινητικότητα γύρω του και θυμήθηκε ότι μια άλλη μάχη διεξαγόταν κοντά του. Ένα ακόμα τέρας παρέμενε ζωντανό (έστω, ζωντανό-νεκρό). Το χειρότερο όλων. Το πιο ισχυρό όλων. Η Κόμισσα Ροντίκα Ντραγκίτσι ήταν σε αυτό το κάστρο, με την βαμπιρική υπόστασή της και όχι ως σκόνη που θα χανόταν στον αέρα –όπως χάθηκε ο Φάμπιαν. Κι αυτό έπρεπε να αλλάξει.
Ο Μαρτίν ξεφύσησε και άνοιξε τα μάτια, τη στιγμή που ο Μπόντεμαν ούρλιαζε από θυμό «Πέθανε, καταραμένη πόρνη! Πέθανε!» Και μετά: «Μαρτίν! Π’ ανάθεμά σε, σήκω και έλα να βοηθήσεις!»
Όση ώρα ο Μαρτίν πάλευε με τον Φάμπιαν, ο θρυλικός πιστολέρο προσπαθούσε να σφάξει την Κόμισσα ή έστω να την τραυματίσει αρκετά, για να την καθυστερήσει, μέχρι ο ίδιος ή ο Γιούρις ή ο Άπροντ ή ο Χόπε να της ορμήσουν με τα αιχμηρά όπλα τους.
Από την πρώτη φορά που ρίχτηκε προς το μέρος της, όμως, κατάλαβε ότι δεν είχε να διαχειριστεί έναν αργό αντίπαλο, που θα τον εξουδετέρωναν εύκολα. Είχε προσπαθήσει να τη μαχαιρώσει με το σπαθί που είχε βρει ο Κάρτερ και το οποίο ανήκε στον Φάμπιαν.
Αλλά εκείνη είχε κάνει στην άκρη έγκαιρα, σαν να τον είδε να έρχεται προς το μέρος της, παρότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. Παρότι θα έπρεπε να της είναι αδύνατο, δηλαδή. Κι όμως, το είχε κάνει. Από εκεί που στεκόταν στο μπαλκόνι τη μια στιγμή, βρέθηκε πίσω του, κοντά στα παραθυρόφυλλα.
Αν και παραξενεύτηκε που ο στόχος του είχε χαθεί πριν τον σκοτώσει, ο πιστολέρο δεν είχε παγώσει κι έτσι γύρισε ταχύτατα, αποφεύγοντας ο ίδιος το δικό της χτύπημα με τα νύχια της που σκοπό είχε να του πληγώσει τον λαιμό.
Όμως, εκείνος είδε το αριστερό χέρι της και το γράπωσε με το δικό του, ενώ έσφιγγε τη δεξιά γροθιά γύρω από τη λαβή, ετοιμάζοντας το σπαθί για άλλη μια ευκαιρία.
Η Κόμισσα είχε αρπάξει τον καρπό του που βαστούσε το δικό της χέρι και έμπηξε τα νύχια της στο δέρμα του.
Ο πιστολέρο μόρφασε και την άφησε και έφερε μπροστά το οπλισμένο χέρι του, για να τη χτυπήσει στο κεφάλι. Ή τουλάχιστον, αυτό έδειξε ότι ήθελε να κάνει: ο πραγματικός σκοπός του ήταν να τον αφήσει εκείνη, για να ανασυνταχτεί.
Το σχέδιό του πέτυχε. Η Κόμισσα έκανε πίσω, αφήνοντας το χέρι του, λίγο πριν η αιχμή της λεπίδας καρφωθεί στο κρανίο της.
Κι όπως έκανε πίσω, ήρθε πιο κοντά στον Μπόντεμαν, που έβραζε από θυμό.
Ο Γιούρις φώναξε και τη χάραξε με το κατάνα του στην πλάτη.
Ανόητε! σκέφτηκε ο Κάρτερ. Δεν ήταν ακόμα η κατάλληλη στιγμή.
Η Κόμισσα ούτε που μόρφασε. Απλά, γύρισε γρήγορα και έριξε μια με την ανάστροφη του χεριού της στο πρόσωπο του Μπόντεμαν, ρίχνοντάς τον κάτω. Το ότι δεν έφυγε το σπαθί του από τα χέρια του ήταν ευχής έργο. Όπως και το ότι η Κόμισσα δεν ενδιαφέρθηκε για αυτόν, παρά στράφηκε προς τον πιστολέρο. Και του ρίχτηκε, προβάλλοντας τα δόντια της.
Δεν μας φοβάται, είπε με δέος ο Κάρτερ στον άλλο. Κυρίως, δε ΣΕ φοβάται, παρότι έχει καταλάβει ότι δεν είσαι ένας θνητός.
Είναι η Αφέντρα των τεράτων τούτης της χώρας, απάντησε ο θρυλικός πιστολέρο. Πρέπει να δείξει σθένος, τόλμη απέναντι στον εχθρό της. Τότε, βλέποντας με διαύγεια όλη την κίνηση που έκανε η Κόμισσα, λες και εκείνη ερχόταν προς αυτόν περπατώντας σα μωρό -πάρα πολύ αργά-, άπλωσε το ελεύθερο χέρι του και την έπιασε από τον λαιμό, ακινητοποιώντας τη. Τη χτύπησε με τη λαβή του σπαθιού του στο πρόσωπο, μία, δύο, τρεις φορές, ενώ παράλληλα συνέχισε τη σκέψη του προς τον Κάρτερ: Αλλά ό,τι κι αν είναι, ό,τι κι αν νομίζει ότι είναι ή πως πρέπει να κάνει, η μοίρα της είναι προδιαγεγραμμένη. Ύστερα, την κλότσησε, στέλνοντάς τη πίσω, κοντά στα πλαϊνά κάγκελα του μπαλκονιού.
Η Κόμισσα σκούπισε το αίμα από το μάγουλό της. Κοίταξε τον πιστολέρο. Του χαμογέλασε. «Είσαι ισχυρός, το παραδέχομαι» είπε. «Αλλά αυτό δεν θα σε σώσει, Αμερικάνε. Ή όποιος κι αν είσαι».
Ο πιστολέρο άπλωσε τα χέρια μακριά από το κορμί του, σαν να παραδινόταν, δείχνοντάς της πώς ήθελε να τον σκοτώσει: σταυρώνοντάς τον. «Τι περιμένεις, λοιπόν;» της είπε.
Μα τι κάνεις; τον ρώτησε ο Κάρτερ. Γιατί δεν την αποτελειώνεις; Εσύ δεν είπες νωρίτερα στον Γιούρις ότι θα δώσεις ένα τέλος; Γιατί καθυστερείς;
Το τέλος είναι κοντά, πράγματι, Μαξ. Η Ντραγκίτσι δεν έχει μέλλον. Αλλά θέλω πρώτα να καταλάβει. Εκείνη να καταλάβει. Θέλω να συνειδητοποιήσει βαθιά μέσα στην μιασμένη ψυχή της πόσο θνητή είναι στην πραγματικότητα. Νομίζει ότι είναι ένα ανώτερο ον. Ο πιστολέρο το είπε και φωναχτά, απευθυνόμενος στην Κόμισσα: «Νομίζεις ότι είσαι ένα ανώτερο ον. Ανώτερη των ανθρώπων και των άλλων πλασμάτων». Κούνησε το σπαθί του. Έκανε δύο βήματα προς το μέρος της, κοιτώντας τη κατάματα. «Νομίζεις ότι μπορείς να κάνεις ό,τι θες, να βλάψεις όσους θες, και να μην έχεις καμιά ουσιώδη τιμωρία για τις αμαρτίες σου. Γιατί σε αποκαλούν κόμισσα, αφέντρα. Σου έχουν δώσει τίτλους ευγενείας. Οι άνθρωποι που σε φοβούνται και οι όμοιοί σου που θέλουν να έχουν λίγη από τη μουχλιασμένη δόξα σου».
Μέσα στο χώρο της τραπεζαρίας, ο Μαρτίν είπε Την Κόμισσα. Φροντίστε να πεθάνει η Κόμισσα.
Μα, εσύ… ακούστηκε ο Χόπε.
Και μετά από λίγο, ο Μαρτίν φώναξε Την Κόμισσα!
Η Κόμισσα συνέχισε να χαμογελάει ειρωνικά… και επιτέθηκε, δίχως να δώσει καμιά ένδειξη πρωτύτερα. Απείχε μόλις τρία βήματα, τα οποία δεν τα περπάτησε καν, αλλά πέταξε εναντίον του πιστολέρο.
Εκείνος άρπαξε το φόρεμά της ενώ η Κόμισσα ήταν ακόμα στον αέρα και την εκτόξευσε πάνω στον τοίχο. Βρέθηκε σιμά της αμέσως. Δεν τη μαχαίρωσε, παρά τη χτύπησε στο πρόσωπο και την κοιλιά. Μία, δύο, τρεις, τέσσερις… δέκα φορές. Εκείνη τα μισά χτυπήματα δεν τα είδε καν, αφού τα μάτια της ήταν μισόκλειστα πια. Αλλά τα ένιωσε. Από τα σημεία του σώματός της που πληγιάστηκαν οι πόνοι μεταφέρθηκαν στα μύχια της δαιμονισμένης ψυχής της.
Κι ήταν φρικτή η συνειδητοποίηση ότι το κορμί της υφίστατο τέτοιας έκτασης κακοποίηση. Τόσο αδύναμη δεν είχε αισθανθεί ποτέ άλλοτε, όχι από τότε που έγινε βρικόλακας, ένα ανώτερο ον δηλαδή. Εκείνος δεν τη σκότωνε απλώς, όχι. Έπαιζε μαζί της. Χρησιμοποιούσε τις ομολογουμένως θαυμαστές δυνάμεις του για να την βλάψει, αλλά όχι για να τη σκοτώσει άμεσα. Ήθελε να υποβαθμίσει την μεγαλειότητά της, και μάλιστα μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Και τα κατάφερνε! Ό,τι κι αν του έκανε εκείνη, ό,τι προσπαθούσε να του κάνει για να τον ξεπαστρέψει, αυτός ξέφευγε και της ανταπέδιδε με πολύ μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από την ίδια. Ο άθλιος, ο ξένος! Αυτός που ήρθε από μακριά και ανακατεύτηκε σε υποθέσεις που δεν τον αφορούν –που δεν θα τον αφορούσαν για πολύ καιρό, δηλαδή, μέχρι να φτάσει η κυριαρχία των βαμπίρ ως την πατρίδα του.
Ο πιστολέρο την άφησε να λυγίσει τα πόδια της. Την άφησε να σκύψει το κεφάλι και να φτύσει αίμα και δόντια, ενώ η κουρτίνα των μαύρων μαλλιών της έκρυβε την άσχημη κατάστασή της. Την θνητή κατάστασή της.
Γύρισε την πλάτη του στην Κόμισσα και ατένισε το νυχτερινό τοπίο, ενώ οι ψιχάλες έμοιαζαν να γίνονται όλο και περισσότερες. «Δεν είσαι όσο δυνατή νόμιζες ότι είσαι» είπε σε εκείνη. «Αυτή τη νύχτα, γεύεσαι τη θνητότητά σου, Ντραγκίτσι. Κι είμαι σίγουρος ότι δεν σου αρέσει, όσο κι αν λατρεύεις την αίσθηση του αίματος, του δικού σου αίματος, στα χείλη σου».
Η Κόμισσα σήκωσε ελαφρώς το κεφάλι της. Καθώς για άλλη μια φορά τα τραύματά της επουλώνονταν από την ενέργεια που κατέκλυζε το σώμα της, κοίταξε μέσα από τον θύσανο των μαλλιών της. Είδε τον αχρείο να της έχει γυρίσει την πλάτη του. Δεν τη σεβόταν καθόλου! Δεν τη φοβόταν καθόλου! Αυτή η σκέψη την εξόργιζε. Όλοι έπρεπε να την τρέμουν!
Σηκώθηκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Άφησε λίγο ακόμα αίμα να στάξει από τα μισάνοιχτα χείλη της, ξέροντας ότι το σώμα της ήδη θεραπευόταν…
Και κινήθηκε.
Ο πιστολέρο είδε με την άκρη του ματιού του τον Μπόντεμαν, τον Άπροντ και τον Χόπε να πλησιάζουν τα παραθυρόφυλλα. Γύρισε, απλώνοντας τη λεπίδα του σε ένα πλάγιο χτύπημα, και σύρθηκε στο πέτρινο μπαλκόνι.
Η Κόμισσα προσγειώθηκε λίγο παραπέρα από εκεί που είχε βρεθεί εκείνος. Στάθηκε. Τα νύχια της ξανά δεν είχαν βρει το στόχο τους. Αντίθετα, είχε πληγεί η ίδια. Ξανά! Κοίταξε προς τα κάτω. Είδε αίμα να αγγίζει το πάτωμα, κάτω από το φόρεμά της. Ένιωσε τη χαρακιά λίγο πάνω από τη βουβωνική χώρα. Ο άθλιος την είχε πετύχει στην κοιλιά. Σκέφτηκε και πάλι: Με υποτιμάει! Με σκοτώνει! Αργά! Το διασκεδάζει!
Γύρισε προς αυτόν, τη στιγμή που ο Γιούρις την είχε πλησιάσει αθόρυβα και τώρα της κατάφερνε μια μαχαιριά… στο μπράτσο.
«Γαμώτο!» έβρισε εκείνος.
Η Κόμισσα του είπε «Ακόμα προσπαθείς να πάρεις εκδίκηση για την αγαπημένη σου; Και νομίζεις ότι θα τα καταφέρεις;»
«Πώς τολμάς να μιλάς έτσι για τη Φρίντα μου;!» Ο Γιούρις έφερε πίσω το κατάνα και δοκίμασε να το κατεβάσει στην κορυφή του κεφαλιού της Κόμισσας.
Εκείνη, όμως, τον απώθησε με ένα δικό της χτύπημα, στέλνοντάς τον μέσα στην αίθουσα.
Ο Χόπε και ο Άπροντ έσπευσαν να τον πιάσουν, για να τον συνετίσουν.
Αλλά ο Γιούρις φώναξε «Πέθανε, καταραμένη πόρνη! Πέθανε!» Και μετά, καθώς γυρνούσε για να πει στους άλλους να τον αφήσουν, το μάτι του έπεσε προς τον Μαρτίν που ήταν γονατισμένος πιο πίσω. Και του είπε: «Μαρτίν! Π’ ανάθεμά σε, σήκω και έλα να βοηθήσεις!»
Ο Μαρτίν, ψέλλισε ο Κάρτερ στο μυαλό του. Ο Φάμπιαν… Ή ό,τι είχε απομείνει από τον Φάμπιαν. Τι να απέγιναν;
Για να φωνάζει ο Μπόντεμαν τον Χόουνεχ, απάντησε νοερά ο θρυλικός πιστολέρο, μπορούμε να υποθέσουμε τι απέγινε το τέρας που είχε πάρει την θέση του αδερφού σου.
Και για να του το επιβεβαιώσει, γύρισε προς την αίθουσα, όπου είδε τα αποκαΐδια της τραπεζαρίας, τους νεκρούς στρατιώτες, την αναίσθητη Φρίντα και τον θεόρατο Ολλανδό, ο οποίος σηκωνόταν από το δάπεδο. Όμως, πρόσεξε και κάτι άλλο, που στο ανθρώπινο μάτι μπορεί και να διέφευγε: σκόνη είχε απλωθεί στον αέρα του χώρου εκείνου. Υπολείμματα από κάποιο βαμπίρ που είχε σκοτωθεί οριστικά. Ο Νικολάι είχε πεθάνει από ώρα, ενώ η Ρεβέκκα είχε πέσει κάπου στο δάσος. Τα άλλα βαμπίρ είχαν σκοτωθεί νωρίτερα εντός ή εκτός του κάστρου. Τελευταίοι είχαν μείνει ο Φάμπιαν και η Ντραγκίτσι, με τη δεύτερη να είναι εδώ έξω. Οπότε μόνο ένας θα μπορούσε να έχει πεθάνει και η σκόνη του να πλανάται ακόμα. Μόνο ο βρικόλακας που έμοιαζε στον Φάμπιαν, καθότι αυτός είχε μείνει να παλεύει μέσα στο κάστρο με τον Χόουνεχ. Κι ο Χόουνεχ είχε σηκωθεί και το βαμπίρ δε φαινόταν πουθενά, είτε στην ανθρώπινη μορφή του, είτε σε οποιαδήποτε άλλη.
Ο Κάρτερ δεν μίλησε. Αλλά στο σώμα του απλώθηκε παγωμάρα. Όχι αρκετή για να παραλύσει, όμως ήταν ξεκάθαρο τι αισθανόταν. Πόνο. Στενοχώρια. Ο Κάρτερ πενθούσε, γι’ αυτό και αποτραβήχτηκε από τη σκέψη του θρυλικού πιστολέρο, αφήνοντάς τον να συνεχίσει την μάχη χωρίς την παρουσία του. Όμως, πριν αποσυρθεί, είπε Σκότωσέ την. Βασάνισέ την κι άλλο, αν θες, αλλά ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΗΝ. Μην τη λυπηθείς, καθόλου. Κανείς σας μην τη λυπηθεί. Δεν της αξίζει. Τίποτα δεν της αξίζει, της καταραμένης σκύλας. Μόνο η ανυπαρξία, να χαθεί για πάντα από τούτο τον κόσμο. Γι’ αυτό σκότωσέ την. Βοήθα τους άλλους να την ξεπαστρέψετε. Ό,τι και να γίνει, ΜΗΝ ΤΗΝ ΑΦΗΣΕΤΕ ΝΑ ΖΗΣΕΙ!
Θα το φροντίσω.
Ο θρυλικός πιστολέρο άκουσε μια άλλη φωνή να του ουρλιάζει «ΠΡΟΣΕΞΕ, ΜΑΞ!» Ήταν ο Χόπε, ο οποίος είδε με τρόμο την Κόμισσα να σέρνεται στα μουλωχτά, χωρίς να ακουστεί, με τα νύχια έτοιμα να ξεσκίσουν τη σάρκα του Αμερικάνου.
Εκείνος, όμως, γύρισε πριν τον αγγίξει και την ξαπόστειλε μακριά του. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά περπάτησε με αποφασιστικά βήματα προς το μέρος της, με το σπαθί έτοιμο.
Τότε ο Μπόντεμαν ξέφυγε από τα χέρια των άλλων δύο και όρμησε στην αφέντρα των βαμπίρ.
Η Κόμισσα χαμογέλασε. Και στους δύο.
«ΓΙΟΥΡΙΣ!» φώναξε ο Χόπε. «ΟΧΙ!»
Ο Μπόντεμαν ήταν πιο κοντά της και έφτασε πρώτος. Σήκωσε το κατάνα, με σαφή πρόθεση να την μαχαιρώσει στην καρδιά.
Εκείνη άπλωσε το ένα χέρι της και χτύπησε το δικό του, καταφέρνοντας να χάσει ο Γιούρις το όπλο του. Ταυτόχρονα, η Κόμισσα άπλωσε το άλλο χέρι της, για να τον αρπάξει από τον λαιμό, να τον φέρει κοντά της και να ξεσκίσει το πρόσωπό του.
Αλλά ένας συμπαγής κορμός βρέθηκε ανάμεσα στο αναιμικό χέρι της και τον Μπόντεμαν, φράζοντας την επίθεσή της.
Η Κόμισσα γύρισε και είδε τον Μαρτίν να έχει τυλίξει το χέρι του γύρω από το δικό της. Πριν εκείνη αντιδράσει, ο Ολλανδός άδραξε το μαύρο φόρεμά της με την ελεύθερη γροθιά του και την πέταξε πάνω στα κάγκελα. Ύστερα, έσπευσε κοντά της και καθήλωσε το αριστερό χέρι της. Στη συνέχεια, και καθώς η Κόμισσα κουνούσε βίαια το κεφάλι της, για να τον δαγκώσει, εκείνος έβγαλε τη δεύτερη σφήνα που είχε μαζί του και, σε μια απόπειρα του βαμπίρ να βυθίσει τα δόντια του στον λαιμό του Ολλανδού, ο Μαρτίν την κάρφωσε στο δικό της λαιμό.
Εκείνη πάλεψε να του ξεφύγει, κι ο Μαρτίν, που είχε βγάλει και την τρίτη σφήνα, αναγκάστηκε να αρπάξει το χέρι της Κόμισσας το οποίο είχε πιάσει εξ αρχής.
Αλλά ήξεραν και οι δύο ότι ο Μαρτίν δεν ήταν αρκετός για να την καθυποτάξει.
Η Κόμισσα ετοιμάστηκε να τον γραπώσει με το δεξί της χέρι, αλλά είδε με την άκρη του ματιού της τον Αμερικάνο να έρχεται με το σπαθί του. Ετοιμάστηκε να τον αποκρούσει.
Όμως, τότε εκείνος έκανε κάτι που η Κόμισσα δεν το περίμενε: θηκάρωσε το όπλο του.
Ωστόσο, δεν σταμάτησε, παρά έφτασε κοντά της και, όταν εκείνη δοκίμασε να τον νυχιάσει, αυτός, έχοντας ελεύθερα και τα δύο χέρια του, σταμάτησε την προσπάθειά της και καθήλωσε το χέρι της στην αγκαλιά του.
Τώρα η Κόμισσα είχε απλωμένα τα χέρια της, μακριά από το σώμα της. Μαζί με τον ευθυγραμμισμένο κορμό της, έμοιαζε με εσταυρωμένη.
Σύριξε όσο της επέτρεπε ο πληγωμένος λαιμός της και προσπάθησε να απεγκλωβιστεί.
Οι δυνατοί άντρες την κρατούσαν γερά, βέβαια, αλλά ο Μαρτίν ήταν φανερό ότι δεν θα την συγκρατούσε για πολύ ακόμα. Αφού κάρφωσε και την τελευταία σφήνα του στο χέρι της Κόμισσας και εκείνη συνέχισε να μάχεται και να τον ταρακουνάει παρ’ όλο το βάρος του, αμφέβαλλε αν θα τα κατάφερνε απέναντί της.
Ο Μαρτίν βόγκηξε, ενώ ο πιστολέρο αναθεμάτισε, καθώς, αν και κρατούσαν τα χέρια της Κόμισσας, εκείνη χρησιμοποιούσε τα πόδια της. Τους κλοτσούσε και τίναζε το κορμί της δεξιά και αριστερά. Οι δύο άντρες προσπάθησαν να εγκλωβίσουν και τα κάτω άκρα της, αλλά δεν είχαν αρκετό χώρο ή δύναμη για να το πετύχουν.
Όμως, εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκαν ο Χόπε και ο Άπροντ, οι οποίοι έσκυψαν, αποφεύγοντας τα χτυπήματα του βαμπίρ, και άδραξαν τα λεπτά πόδια, ένας το αριστερό και ένας το δεξί. Έτσι, τώρα, τέσσερις άντρες (ανάμεσά τους ένα πολύ ισχυρό πνεύμα) βαστούσαν την Κόμισσα, η οποία δεν σταματούσε να τους αντιπαλεύει. Έσπρωχνε με πολλή ευκολία τους δύο εξ αυτών. Ο τρίτος, ο Μαρτίν, τα κατάφερνε λίγο καλύτερα, ενώ ο τέταρτος, ο πιστολέρο, φαινόταν να έχει το μικρότερο πρόβλημα.
«Είναι πολύ δυνατή, γαμώτο!» είπε ο Χόπε, που αγωνιούσε ενάντια στην Κόμισσα, αλλά και μην του γλιστρήσουν τα γυαλιά του και γίνουν θρύψαλα.
«Δεν θα μπορέσουμε να την κρατήσουμε για πάντα έτσι» είπε ο ξέπνοος Άπροντ. «Κάτι πρέπει να κάνουμε».
«Μαρτίν! Κάτι πρέπει να κάνουμε».
«Λες να μην το ξέρω, Χενκ;» είπε ο Μαρτίν. Να κάνουμε κάτι. Αλλά τι να κάνουμε, έτσι που είμαστε όλοι απασχολημένοι;…
Μετά σκέφτηκε: Όλοι; Όχι όλοι!
Ο Ολλανδός κάτι φώναξε, αλλά η Κόμισσα δεν του έδωσε σημασία. Δεν πρέπει να τελειώσει έτσι, σκεφτόταν. Δεν πρέπει να τους αφήσω να νικήσουν. Όχι πριν σκοτώσω κάποιους. Πρέπει να πάρω κι άλλους μαζί μου στον τάφο.
Η Κόμισσα αποφάσισε να αλλάξει σε νυχτερίδα, για να τους ξεφύγει και να αναδιοργανωθεί.
Όμως, την τελευταία στιγμή, πρώτα είδε τον Μπόντεμαν να φέρνει πίσω τα χέρια του, βαστώντας το παράξενο σπαθί, το κατάνα, και έπειτα να εκτοξεύει την λεπίδα στο στήθος της.
Το ύφασμα σκίστηκε σα φύλλο που το διαλύει κάποιος με τη μπότα του.
Το αναιμικό δέρμα έφερε λίγη παραπάνω αντίσταση, αλλά χωρίς να σταματάει ουσιωδώς το βιασμό του.
Κι αυτή τη φορά, η αιχμή βρήκε τον στόχο της.
Η καρδιά της Κόμισσας τρυπήθηκε από τη μανιασμένη επίθεση του Γιούρις. Ο οποίος δε στάθηκε να περιμένει να τη δει να γίνεται σκόνη, αλλά χτυπούσε με την παλάμη του τη λαβή του σπαθιού του, σπρώχνοντάς τη ολοένα και πιο βαθιά. «ΠΕΘΑΝΕ, ΓΑΜΗΜΕΝΗ ΣΚΥΛΑ! ΠΕΘΑΝΕ!» φώναζε. «ΠΕΘΑΝΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!»
Μια κρύα αίσθηση εισέβαλλε στο κορμί της Ροντίκα και τα άκρα της άρχισαν να παραλύουν. Ήταν σαν το παγωμένο δέρμα της να μετατοπιζόταν εσωτερικά. Το αίμα, που τόσο πολύ το είχε γευτεί κατά τον ερχομό της στο κάστρο της, σαν να σταματούσε να ρέει. Η δύναμή της σαν να έφευγε από μέσα της. Προσπάθησε να πει κάτι, αλλά δεν μπόρεσε. Δοκίμασε να παλέψει, αλλά δεν μπόρεσε. Συγκεντρώθηκε για να αλλάξει σε νυχτερίδα ή λύκο, αλλά δεν μπόρεσε. Το μυαλό της έμοιαζε να έχει μεθύσει και να μην μπορεί να εξουσιάσει τα άλλα μέλη του σώματος. Αίμα φάνηκε στα χείλη της και έσταξε στο φόρεμά της. Η όρασή της, που κάποτε μπορούσε να διασχίσει ολόκληρες πεδιάδες, θόλωσε. Η ακοή της γέμισε με έναν ενοχλητικό ήχο, που προερχόταν από το νεκροζώντανο κορμί της, το οποίο απέβαλλε σιγά-σιγά όλη την ουσία του. Η Ροντίκα έβλεπε μια αδύνατη αντρική φιγούρα να κάνει σπασμωδικές κινήσεις και την άκουγε να ουρλιάζει, αλλά δεν μπορούσε να εστιάσει σε αυτή. Τα χέρια της κρέμασαν και τα πόδια της λύγισαν. Αυτοί που την κρατούσαν -δεν θυμόταν ποιοι είναι- την άφησαν. Η ματωμένη άκρη του σπαθιού σκλήρισε καθώς σύρθηκε στα κάγκελα και η Ροντίκα βρέθηκε γονατισμένη στο πάτωμα του μπαλκονιού, ανάμεσά τους. Τα μαλλιά της έπεσαν μπροστά της, κρύβοντάς την από εκείνους, από -ποιοι είναι;… γιατί… γιατί θυμάμαι να με πολεμάνε, να με μαχαιρώνουν;…- από τους φονιάδες της. Αυτή η αδίστακτη αίσθηση… ήταν τόσο… τόσο οικεία. Την είχε βιώσει ξανά, κάποτε, όταν ήταν μια γυναίκα στο κατώφλι του θανάτου. Η Ροντίκα πέθαινε, και το ήξερε πλέον. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα άλλαζε, δεν θα γινόταν… τι; Τι δεν θα γίνω; Τι ήμουν και δεν θα γίνω ξανά; Προσπάθησε να το ξεκαθαρίσει. Αλλά δεν ήξερε. Δεν θυμόταν. Και δεν την ένοιαζε. Γιατί τώρα ήρθε στην μνήμη της μια εικόνα: μια όμορφη μαυρομάλλα κοπέλα που έτρεχε στο δάσος, με τον μανδύα της να ανεμίζει. Την ήξερε αυτή την κοπέλα, ήταν σίγουρη για αυτό. Την έλεγαν… τ-την έλεγαν… Μαγκνταλένα; Όχι. Ντανιέλα; Όχι. Ρίλια; Όχι. Ραλούκα; Όχι. Ροζάλια; Όχι. Πώς ήταν το όνομα αυτής της γυναίκας που πονούσε και που έτρεχε μακριά -μακριά; από ποιον; ή από ποιους; από τους άντρες. ναι. αλλά από ποιους άντρες; μήπως από αυτούς που σκότωσαν εμένα; Μήπως ήταν Ροντίκα; Όχι, έτσι λένε εμένα. Τότε πώς έλεγαν αυτή την όμορφη κόρη, για την οποία η Ροντίκα ένιωθε την μισοπεθαμένη καρδιά της να σκιρτάει; Την αγαπούσε αυτή την κοπέλα, το ήξερε. Πώς γινόταν, λοιπόν, να μη θυμόταν… Ρεβέκκα! Ρεβέκκα τη λένε! ξεφώνισε μέσα της και ένιωσε να αγαλλιάζει λιγάκι. Τη λένε Ρεβέκκα και τρέχει να ξεφύγει, γιατί έχει ένα σκοπό. Ένα σκοπό που τον ξέρω. Αλλά δεν θυμόταν ποιος ήταν αυτός ο σκοπός που είχε καθορίσει εκείνη και που η Ρεβέκκα θα έφερνε εις πέρας. Για χάρη μου. Θα το κάνει για χάρη μου. Θα βρει τον τρόπο να τα καταφέρει. Κι εκείνοι που με σκότωσαν δεν θα τη σταματήσουν. Δεν θα μπορέσουν ποτέ να τη βρουν, γιατί είναι έξυπνη. Θα κρυφτεί. Θα σκεφτεί. Θα ψάξει. Και… και… κ-και… Πάλεψε να συγκεκριμενοποιήσει τι ήταν αυτό που θα έκανε -η Ρεβέκκα, η αγαπημένη μου Ρεβέκκα- εκείνη η κοπέλα που έτρεχε στο δάσος. Κάτι που… σχετιζόταν με το αίμα. Κάτι που σχετιζόταν με την Τρανσυλβανία και ένα πρεσβυτέριο κάπου… μακριά. Κάπου… στην Αγγλία. Σε κάποιο σημείο εμπλέκονταν και παιδιά και ένα υπόγειο. Και ένας συγγραφέας -που έχει και ένα περιοδικό με παράξενες ιστορίες, θυμήθηκε-, νεκρός πια.
Η Ροντίκα ένιωθε να χάνεται και έκλεισε τα μάτια. Δεν μπορούσε να σκεφτεί άλλο. Και δεν ήθελε κιόλας. Όλα όσα την απασχολούσαν πήγαιναν κατ’ ευχήν. Η Ρεβέκκα ξέφυγε, και αυτό έχει σημασία.
Τα χέρια της ακούμπησαν στο κρύο πάτωμα, που γυάλιζε από τη βροχή και τα αίματα. Έγειρε πίσω το κεφάλι. Αισθανόταν πολύ κουρασμένη. Πονούσε. Πέθαινε.
Οι φονιάδες της κάτι έλεγαν αναμεταξύ τους, αλλά δεν τους άκουγε. Απλά περίμενε. Ήξερε ότι το τελειωτικό χτύπημα θα ερχόταν. Κι ένιωθε… καλά με αυτό. Θα ξεκουραζόταν επιτέλους, ξέροντας ότι η αγαπημένη της θα εκπλήρωνε το σκοπό της. Το σκοπό τους. Το σκοπό μας!
Κάποιος άρπαξε τα μαλλιά της, τραβώντας τα ψηλά, αλλά χωρίς να την σηκώσει από το πάτωμα.
Κάποιος έβγαλε απότομα τη σφήνα από το λαιμό της, αφήνοντάς τον εκτεθειμένο.
Κάποιος έφυγε μακριά της –αλλά όχι αρκετά μακριά, για να βρει τη Ρεβέκκα μου. Κάποιος ή κάποιοι, δεν ήταν σίγουρη.
Κάποιος ήρθε κοντά της.
Η Ροντίκα άνοιξε λίγο τα μάτια και, όσο μπορούσε, ατένισε τον άνθρωπο που κρατούσε ένα παράξενο σπαθί, το οποίο ύψωσε. Φορούσε ένα μεγάλο, πλατύγυρο καπέλο, που δεν έμοιαζε με όσα θυμόταν η Ροντίκα. Στα μάτια του, υπήρχε κάτι που δεν μπορούσε να το προσδιορίσει, αλλά που την τρόμαζε. Παρ’ όλ’ αυτά, τον κοίταξε, για να του δείξει ότι είχε αποδεχθεί τη μοίρα της και πως μόνο γι’ αυτό τον άφηνε να τη σκοτώσει.
Ο άντρας -Αμερικάνος είναι- κίνησε το σπαθί πλαγιαστά, από τα δεξιά προς τα αριστερά.
Η Ροντίκα ένιωσε ένα κάψιμο στο λαιμό της.
Κι ύστερα… σιωπή.
Τάκης Κομνηνός
Συνεχίζεται…
——————————
Σημειώσεις: Αν υπάρχουν λάθη στη χρήση των ξένων γλωσσών και στις αντίστοιχες μεταφράσεις, ζητάω συγνώμη.
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Αν υπάρχουν λάθη στη χρήση της ρουμανικής ή της ουγγρικής γλώσσας, ζητώ συγνώμη.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
