Ο Αλέξανδρος στεκόταν όρθιος πάνω στο βαρκάκι που νοίκιασε, ανοιχτά στη θάλασσα. Ήταν καταβεβλημένος, πολλά τα χτυπήματα των τελευταίων ημερών. Οι μνήμες τον κατέκλυσαν. Τα λόγια της γυναίκας του, το βλέμμα της, η υπόσχεσή του όταν είχαν παρευρεθεί σε ανάλογη περίπτωση κάποια χρόνια πριν, στριμώχνονταν στη σκέψη του.
“Έτσι θέλω να φύγω κι εγώ σαν έρθει η ώρα. Να αιωρηθώ στον άνεμο, να βυθιστώ στη θάλασσα και να ταξιδέψω στο άπειρο”, τον είχε κοιτάξει κατάματα, του ζήτησε να το υποσχεθεί και του έσφιξε το χέρι, καθώς παρατηρούσαν την διαδικασία.
Ούτε στον χειρότερο εφιάλτη του δεν μπορούσε να φανταστεί ότι πέντε χρόνια μετά, θα το έκανε πράξη. Πονούσε η ψυχή του, αιμορραγούσε η πληγή που του άφησε η απώλειά της και όφειλε να σεβαστεί την απόφασή της. Άνοιξε την τεφροδόχο και τίναξε στον αέρα την στάχτη της γυναίκας του, όπως της είχε υποσχεθεί, όπως εκείνη ήθελε. Φυσούσε με τα χείλη του φιλιά από την παλάμη του, σκορπώντας τα στον αέρα, εκεί που πετούσε η στάχτη της. Τα δάκρυά του καυτά, έπεφταν στο απέραντο της θάλασσας και την συνόδευαν. “Αγάπη μου, τήρησα τον λόγο μου. Σε έφερα στην λατρεμένη σου θάλασσα, στο αγαπημένο σου μέρος. Ταξίδεψε αγάπη μου, ταξίδεψε στο άπειρο, όπως επιθυμούσες. Θα σε αγαπώ πάντα!”.
Το δύο μηνών μωρό τους έχασε το μητρικό χάδι, την ασφάλεια που αισθανόταν πάνω στο στήθος της με το χτύπο της καρδιάς της. Νιώθοντας την απώλεια, δεν ηρεμούσε σε καμία αγκαλιά. Ο Αλέξανδρος με κάθε κύτταρό του προσπαθούσε να του μεταδώσει την αγάπη του, μα ποιος να συγκριθεί με την μαμά… Γιαγιάδες, παππούδες, ήταν στοργικοί και τρυφεροί, αλλά ούτε στα χέρια τους σταματούσε την γκρίνια. Το έβλεπαν να σπαρταράει από το κλάμα και υπέφεραν όλοι.
Το ραντεβού κανονίστηκε λίγες μέρες μετά που αποχαιρέτησε την γυναίκα του.
Ένας άντρας, στεκόταν πάνω από την κούνια του ανήσυχου μωρού. Ο Αλέξανδρος το πήρε στα χέρια του, το φίλησε και το έδωσε στον ξένο άντρα. Εκείνος, για κάποια δευτερόλεπτα το κράτησε ψηλά, μπροστά στο πρόσωπό του και του χαμογελούσε. Το μωρό έκλαιγε γοερά. Όλα τα όντα της πλάσης φοβούνται στη παρουσία ξένων. Απαλά, το έβαλε πάνω στο στήθος του, στο μέρος της καρδιάς. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα το μωρό σταμάτησε απότομα το κλάμα. Με το κεφαλάκι του ακουμπισμένο εκεί, άνοιξε τη μπουνίτσα του, που τόση ώρα την έσφιγγε, και χάιδευε το σημείο της καρδιάς. Αναστέναξε, ηρέμησε, έκλεισε τα ματάκια του και αφέθηκε σε έναν βαθύ, γαλήνιο ύπνο, μετά από πολλές μέρες.
Ο άντρας αυτός, πριν δώδεκα μέρες είχε υποβληθεί σε μεταμόσχευση. Στο σώμα του φιλοξενούσε την καρδιά μιας γυναίκας που η μοίρα της έπαιξε σκληρό παιχνίδι. Στο στήθος του παλλόταν η καρδιά της μαμάς του μωρού. Εκείνο αισθάνθηκε αμέσως τους χτύπους της, ένιωσε αμέσως ζεστασιά ακουμπώντας την. Οικείος χτύπος, γνώριμη αίσθηση ασφάλειας.
Η μαμά του ακόμη και μετά θάνατον, μέσω ξένου σώματος, βρήκε τον τρόπο να έρθει σε επαφή με το μωρό της.
Συγκινημένος ο άγνωστος άντρας, με τα δάχτυλά του άγγιξε το χεράκι του μωρού, που δεν το άλλαζε θέση, και ‘κει πάνω, στην καρδιά της μαμάς του, υποσχέθηκε να είναι παρόν στη ζωή του.
Χρυσούλα Καμτσίκη
