Ο κύριος Κάρτερ πέρασε και χάρισε ένα συγκρατημένο χαμόγελο σε όλες τις παρατεταμένες υπαλλήλους που είχαν ξετρυπώσει από τα γραφεία τους για να δουν το νέο στέλεχος. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και ήξερε ότι τις άφησε να εγκωμιάζουν την εμφάνισή του. Άλλωστε για εκείνον αυτό ήξεραν να κάνουν οι γυναίκες.
Μια υπάλληλος όμως, η Λίζα, φάνηκε να μένει αδιάφορη για όλη την αναστάτωση που επικρατούσε στην εταιρεία και αυτό του τράβηξε την προσοχή τις επόμενες μέρες. Αυτή η μία γυναίκα που δεν λαχταρούσε να συναντήσει το βλέμμα του, που δεν κρεμόταν από τα χείλη του όταν της μιλούσε, που δεν έκανε καμία προσπάθεια να είναι δίπλα του. Εκείνη η μελαχρινή, ήρεμη και συγκεντρωμένη κοπέλα που όταν περνούσε από κοντά του κρατώντας φακέλους, μάζευε διακριτικά το πουκάμισό της, γιατί ήξερε ότι ο κύριος Κάρτερ θα κοιτάξει εκεί. Εκείνη ήθελε να κατακτήσει.
Δεν πέρασε ένας μήνας που έστειλε πρώτη φορά λουλούδια στο γραφείο της για να της δείξει ότι ήταν η επόμενή του επιλογή. Για να το δουν όλες, επίσης.
«Καλά, χαζή είσαι; Τι πας να κάνεις; Τα πετάς; Αν μου έστελνε εμένα, θα είχα πάρει ήδη το αεροπλάνο να πάω να τον βρω!»
«Ωραία. Επιλογή σου. Εγώ κοιτάω την δουλειά μου, Κάτια, δεν με ενδιαφέρει ο κάθε γυναικάς, όσο γοητευτικός κι αν είναι».
«Έλα, μωρέ, αυτά αλλάζουν. Σιγά σιγά με το καλό θα δεις».
«Οπότε, κορίτσια, να μπλεχτώ σε μια σχέση που ήδη βλέπω ότι υπάρχει πρόβλημα, με το σκεπτικό ότι εγώ θα του αλλάξω αυτό το πρόβλημα».
«Ρε, Λίζα, όλοι έτσι είναι, τι το ψάχνεις; Αυτός τουλάχιστον έχει λεφτά».
Μάζεψε τα χαρτιά της και έφυγε με σκυμμένο το κεφάλι χωρίς να απαντήσει.
Ένα βράδυ που είχε ξεμείνει στο γραφείο να τελειώσει ένα δύσκολο project που είχε, τον είδε να μπαίνει κρατώντας ένα μπουκάλι σαμπάνια.
«Έχεις λίγο χρόνο για εμένα;» την ρώτησε ενώ ήδη γέμιζε δυο ποτήρια.
«Κύριε Κάρτερ, συγγνώμη, αλλά όχι. Έχω μια σημαντική προθεσμία να προλάβω και δεν έχω καθόλου χρόνο», κατέβασε γρήγορα τα μάτια της ξανά στον υπολογιστή.
«Να με λες Τζέιμς», της προσέφερε το ποτήρι, αλλά εκείνη κούνησε το κεφάλι. Είδε τον δισταγμό της και χαμογέλασε. Πήγε από πίσω και της έδειξε στην οθόνη ένα δύο σημεία που ήθελαν διόρθωση. Έμεινε εκεί και της ψιθύριζε στο αυτί τις διορθώσεις, μέχρι που η Λίζα αποθήκευσε την εργασία και σηκώθηκε απότομα.
«Καληνύχτα», είπε κοφτά, αλλά εκείνος την τράβηξε από το χέρι. Η κίνηση αυτή της έκοψε τη ανάσα. «Καληνύχτα», επανέλαβε διστακτικά. Μέσα στο μυαλό της μπλέκονταν τα λόγια των κοριτσιών.
«Είσαι υπέροχη», της χάιδεψε απαλά το μάγουλο με το δάχτυλό του. «Απλά υπέροχη. Τόσο όμορφη. Με έχεις εξιτάρει. Σε θέλω πολύ!».
«Σε πόσες τα έχετε πει αυτά;»
Ο Τζέιμς ξαφνιάστηκε από την ερώτηση. Δεν είχε νόημα να της πει σε καμία. Τα είχε πει εκατοντάδες φορές και κάθε φορά κέρδιζε το τρόπαιό του. Η γυναίκα αυτή όμως εκτός από όμορφη και ευφυής, ήταν ειλικρινής, κάτι που δεν είχε συναντήσει ξανά. Την άφησε να φύγει και έμεινε να την κοιτάζει να απομακρύνεται. Το παιχνίδι δεν ήταν απλά δύσκολο, θα ήταν ακατόρθωτο αν δεν άλλαζε τακτική.
Πέρασαν μερικοί μήνες που δεν της έδωσε καθόλου σημασία. Όχι γιατί σταμάτησε να ενδιαφέρεται, αλλά γιατί ακόμα δεν είχε βρει τον τρόπο που θα έφερνε εκείνη τη συγκεκριμένη γυναίκα κοντά του. Ίσως μόνο αν ακολουθούσε τα δικά της χνάρια. Την ειλικρίνεια. Ήταν κάτι που δεν είχε δοκιμάσει ποτέ.
Έκλεισε την επόμενη πτήση του. Έφτασε αργά και είχαν ήδη φύγει οι περισσότεροι. Έλειπε και εκείνη.
«Καλησπέρα, πού είναι οι υπάλληλοι του τμήματος;»
«Έχουν σχολάσει νωρίτερα, κύριε».
«Ξέρεις γιατί;»
«Ναι, γιορτάζουν τα γενέθλια μιας υπαλλήλου».
«Και… ξέρεις πού έχουν πάει;» ξεροκατάπιε που έπρεπε να κάνει αυτές τις ερωτήσεις στην καθαρίστρια.
«Ναι, κύριε, σε ένα μπαρ στο κέντρο. Μπλακ…»
«Μπλακ Λάι;» ρώτησε και εκείνη κούνησε θετικά το κεφάλι.
Αν και νωρίς το βράδυ, το μπαρ ήταν γεμάτο κόσμο. Προσπαθούσε να διακρίνει κάποιο γνωστό πρόσωπο, ενώ ο κόσμος πήγαινε πάνω κάτω για να παραγγείλει ή να χορέψει ή να χαιρετίσει κάποιον γνωστό. Έπιασε τον εαυτό του να αντιδρά όταν του χαμογέλασε μια όμορφη ξανθιά με την φίλη της και συνειδητοποίησε ότι δεν του κίνησε καν το ενδιαφέρον η πρόσκλησή τους.
«Δεν γίνεται να χόρτασα…», είπε στον εαυτό του. «Τι μου συμβαίνει. Πού είναι αυτή; Πού είναι να την δω;» ένιωθε σαν να καιγόταν στο στήθος του και ξέσφιξε την γραβάτα.
«Έλα έξω!» μπούκαρε στην παρέα της και την τράβηξε από το χέρι. Την άφησε μόνο όταν έφτασε σε μια ήσυχη άκρη του δρόμου.
«Τι συμβαίνει; Τι έγινε;» ρωτούσε ξανά και ξανά η Λίζα, αλλά δεν έπαιρνε απάντηση. Την κοιτούσε σαν να μην ήξερε τι έκανε.
«Αυτό ήταν. Δεν ήθελα κάτι να πω. Ήθελα μόνο να σε δω», είπε και έμεινε να την κοιτάζει σαν παιδί που δεν ήθελε να μπει τιμωρία.
«Δεν καταλαβαίνω. Τι είναι αυτά τα πράγματα;»
«Πράξεις είναι, πράξεις! Ήθελα να σε δω και ήρθα να σε δω. Τόσο απλό. Δεν βλέπεις ότι έχω τρελαθεί για εσένα; Δεν μπορώ να ηρεμήσω.. Σε σκέφτομαι μέρα και νύχτα. Μόνο αυτό κάνω. ΣΕ ΘΕΛΩ!»
«Ξέρετε γιατί; Να σας πω εγώ!»
«Μα, τω Θεώ! Μη μου μιλάς στον πληθυντικό. Με τρελαίνει!»
«Ok. Εντάξει», έκανε μερικά βήματα πίσω και σταύρωσε τα χέρια της. «Θα σου πω εγώ γιατί με θες. Γιατί δεν μπορείς να με έχεις. Μόνο για αυτό. Είσαι από την πρώτη στιγμή σε μια κατηγορία ανδρών που δεν με ενδιαφέρει καθόλου μα καθόλου!».
«Αλήθεια; Δηλαδή θες να μου πεις ότι δεν σου αρέσω καθόλου;»
«Θέλω να πω…»
«Κι αν έρθω εδώ κοντά σου; Κι αν σου χαϊδέψω λίγο τα μαλλιά και σε πιάσω από την μέση και σε φιλήσω απαλά στα χείλη;»
Η Λίζα ένιωσε ότι θα πέσει στα χέρια του. Οι παλάμες του που έσφιγγαν την μέση της και η αναπνοή του γύρω από το στόμα της, έκαναν την καρδιά της να σπαρταράει για μια ανάσα. Δεν ήξερε πώς αποτραβήχτηκε. Πόνεσε το σώμα της για να φύγει από κοντά του. Τον ήθελε εκείνη τη στιγμή. Τον ήθελε πάρα πολύ.
Πέρασε καιρός από εκείνο το βράδυ και τα μηνύματά της ήταν γεμάτα από ποιήματα, στιχάκια και αφιερώσεις που της έστελνε. Άφηνε τα τραγούδια να παίζουν ως το τέλος. Τα διάβαζε όλα προσεχτικά και τα άφηνε να υπάρχουν για να μπορεί να τα μελετήσει ξανά και ξανά. Θυμήθηκε εκείνη τη μέρα που τσακώθηκε με έναν συνάδελφό της στην δουλειά και εκείνος την πρόσβαλε πολύ άσχημα. Ο Τζέιμς ήταν στη εταιρεία και την πέτυχε να τρέχει στο μπάνιο κλαίγοντας. Μπήκε μέσα, έδιωξε τις υπόλοιπες κοπέλες και έκατσε από πάνω της μέχρι να ηρεμήσει. Της έκανε μια ερώτηση μόνο: «Ποιος στο έκανε αυτό;» Την επόμενη μέρα ο συνάδελφός της είχε αδειάσει το γραφείο του και κανείς δεν έμαθε παραπάνω λεπτομέρειες. Θυμόταν τους δύο πρώην της. Ό ένας ήταν παθολογικός ψεύτης και αιώνια ερωτευμένος με την μάνα του και ο άλλος ένα ρέμπελο που ποτέ δεν είχε δουλειά και λεφτά, γιατί ‘η ζωή δεν του φέρθηκε καλά όπως στους άλλους’. Ναι, ήταν και οι δύο πολύ ωραίοι άντρες. Από αυτούς που περνάνε από έναν χώρο και παίρνουν μαζί τους όλα τα βλέμματα, τους αναστεναγμούς και τις αμαρτωλές σκέψεις των κοριτσιών. Ναι, φάνηκαν γρήγορα αυτά τα ελαττώματα, δεν γίνεται να μείνουν καιρό κρυμμένα. Ναι, η Λίζα έκανε μακροχρόνια σχέση και με τους δύο. Και ναι, εκείνη τους χώρισε γιατί δεν άντεχε άλλο. Είχε, λοιπόν, εμπειρία στους προβληματικούς άντρες. Ήξερε καλά την γοητεία που ασκούν, τα λόγια που μεταχειρίζονται σαν ευαίσθητα υλικά για να τελειοποιήσουν την συνταγή της αποπλάνησης. Γιατί όμως οι γυναίκες έπεφταν στον καλοσχεδιασμένο ιστό τους; Γιατί έδιναν και τον εαυτό τους μέσα σε τέτοιες άδοξες καταστάσεις; Γιατί χαραμίζονταν; Γιατί την πατούσαν; Είχε βρει την απάντηση ήδη από την πρώτη της σχέση. Γιατί πιστεύουν ότι θα τους αλλάξουν! Το επιβεβαίωσε στην δεύτερη. Και έπρεπε να κάνει τα πάντα για να μην ξανασυμβεί.
Έκλεισε το εισιτήριο. Η πόρτα της χτύπησε. Κοίταξε το ρολόι και ήταν περασμένες έντεκα. Έριξε μια ρόμπα πάνω από το νυχτικό της και στάθηκε πίσω από την πόρτα. Ήταν εκείνος.
«Τι θες τέτοια ώρα; Φύγε, δεν σου ανοίγω!» του έβαλε τις φωνές.
«Εσένα! Εσένα! Εσένα! Σε παρακαλώ, δεν μπορώ άλλο!», έκλαιγε και χτυπούσε με την γροθιά του την πόρτα της. «Θα κάνω ό,τι θες. Θα σου δώσω ό,τι θες. Μόνο να σε δω. Σε ικετεύω!».
Εκείνος ο άντρας. Τσακισμένος, απελπισμένος, ταπεινωμένος να κλαίει πίσω από ένα κομμάτι ξύλο για ένα κομμάτι σάρκα που δεν μπορούσε να κάνει δικό του.
Η Λίζα άπλωσε το χέρι ν’ ανοίξει, μα αυτό έτρεμε. Το κοίταξε γιατί ήταν και αυτό κουρασμένο να τραβιέται με βία και να χαϊδεύεται με προσποιητή τρυφερότητα. Το σήκωσε και το έβαλε στην καρδιά της. «Θα φύγει κάποια στιγμή», αποφάσισε και κλείστηκε στο δωμάτιό της.
Τον είδε στον ύπνο της εκείνο το βράδυ. Είδε το σπίτι τους, την εταιρεία που διοικούσαν μαζί, την οικογένεια που έφτιαξαν. Είδε να έχει όσα μπορεί να φανταστεί μια γυναίκα. Τα ρούχα, τα παπούτσια, τα βιβλία. Είδε όσα έλεγαν οι υπόλοιπες ότι έχει σημασία. Τα λεφτά, την σιγουριά, την άνεση. Της φάνηκε τόσο ζωντανό το όνειρο, που όταν ξύπνησε κοίταξε το χέρι της να δει πού ήταν εκείνο το φανταχτερό μονόπετρο που φορούσε στον ύπνο της.
Αρχές καλοκαιριού, ο Τζέιμς έφτασε ξανά στην Ελλάδα. Αυτή τη φορά θα έμενε ως αρχές του φθινοπώρου. Είχε φέρει στις βαλίτσες του πολλά ρούχα, ένα νέο όραμα, ένα φανταχτερό μονόπετρο και ένα ματωμένο εγώ. Η έκπληξή του όταν είδε το γραφείο της Λίζας άδειο, ήταν τεράστια. Κοντοστάθηκε για να μπορέσει να διαχειριστεί τι συμβαίνει. Ρώτησε και έμαθε ότι παραιτήθηκε πριν λίγες μέρες. Μια υπάλληλος του είπε ότι αποφάσισε να επιστρέψει στους γονείς της στο νησί. Έφευγε μάλιστα εκείνο το μεσημέρι. Ο Τζέιμς κοίταξε το ρολόι του και το έβαλε στα πόδια. Σκέφτηκε ότι ίσως να την προλάβαινε…
Την ξεχώρισε αμέσως με το που έφτασε στο λιμάνι. Αναγνώρισε το μαντήλι στα μαλλιά της που ανέμιζε κάτω από το καπέλο της. Έτρεχε και φώναζε το όνομά της. Την είδε που γύρισε το κεφάλι της.
«Λίζα…», του κόπηκε η ανάσα. «Σε παρακαλώ, μη φύγεις. Είμαι εδώ για εσένα. Ξέρω πόσο σκληρά δούλεψες στην εταιρεία, μην τα παρατήσεις τώρα. Θα σου δώσω προαγωγή. Θα σου δώσω ό,τι θέση ζητήσεις».
«Ναι, ναι, κύριε Κάρτερ, έχεις τη φήμη και την εξουσία να μου δώσεις ό,τι θέση θέλω. Έχεις τα λεφτά να μου δώσεις όποιο σπίτι θέλω και όσα ακριβά ρούχα και παπούτσια θέλω να αποκτήσω. Όποιο αμάξι θέλω. Όλα μπορείς να τα κάνεις πραγματικότητα. Όλα! Εκτός από ένα. Ένα δεν έχεις, το πιο βασικό. Την μαγιά. Και ξέρεις ποια είναι αυτή; Η βάση κάθε αληθινής και όμορφης σχέσης, η αγάπη και η ασφάλεια. Όχι η σιγουριά, αλλά η ασφάλεια. Αυτή θα είναι επιτυχία», έβαλε ξανά τα γυαλιά της και περπάτησε προς το πλοίο. «Α! Και κάτι τελευταίο», του φώναξε από μακριά. «Δεν παραιτήθηκα. Τώρα αρχίζω!».
CC

One response to “Εκείνος ο άντρας”
Καταπληκτικό!! Έκανε την ανατροπή και έδωσε αισιόδοξο μήνυμα, ! Αγάπα τον εαυτό σου και πρόσεχέ τον από τα εφήμερα και επιπόλαια !