Έπρεπε να προλάβει, έπρεπε γιατί ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου, κυριολεκτικά όμως. Κάποιος θα πέθαινε γιατί δε πρόλαβε, δε πρόλαβε να τελειώσει την ιστορία.
Όλα ξεκίνησαν ένα χρόνο πριν, όταν δούλευε σε εκείνη τη φυλλάδα της κακιάς ώρας. Δημοσιογράφος υποτίθεται, με ειδήσεις της πλάκας που βαριόταν αφόρητα. Αυτός ήταν ο λόγος που παράλληλα αρθρογραφούσε σε ένα περιοδικό με ψευδώνυμο. Έγραφε ιστορίες ανθρώπων, φανταστικών ανθρώπων, που όμως είχαν πέραση και έβγαζε κάτι εξτρά. Τα χρειαζόταν αυτά τα εξτρά γιατί είχε μπλέξει με τον τζόγο άσχημα, αφού χρωστούσε παντού. Τότε ήταν που έλαβε εκείνο το e-mail. Δεν ήξερε τον αποστολέα, όμως του πρότεινε να γράψει γι’ αυτόν γιατί είχε διαβάσει τις ιστορίες του. Δηλαδή όχι ακριβώς γι’ αυτόν, αλλά για πέντε διαφορετικούς ανθρώπους που αυτός θα φανταζόταν και θα έπλαθε την ιστορία τους. Παιχνιδάκι, σκέφτηκε, αυτό έκανε ούτως ή άλλως. Δε συνήθιζε να εμπιστεύεται αγνώστους, όμως τα λεφτά ήταν πολλά και τα χρέη περισσότερα.
Όλο το βράδυ σκεφτόταν πού βρήκε τα στοιχεία του ο αποστολέας και γιατί κάποιος να θέλει να πληρώσει τόσο μεγάλο ποσό για απλές και ανούσιες ιστορίες. Χρωστούσε όμως και έτσι απλά συμφώνησε. Έτσι ξεκίνησε αυτή η κούρσα θανάτου, κι ας μη το ήξερε τότε.
Οι εντολές ήταν σαφείς, θα έπλαθε πέντε διαφορετικούς χαρακτήρες και θα έγραφε την ιστορία τους. Με μια προϋπόθεση όμως, κάθε ιστορία έπρεπε να τελειώσει σε μία μέρα, οπότε και θα λάμβανε το αντίστοιχο ποσό. Επέλεξε λοιπόν να γράψει για μια ιερόδουλη, τη Λίζα. Έναν εθισμένο στα ναρκωτικά, τον Θάνο. Έναν νταβατζή, τον Βλάσση. Έναν διεφθαρμένο πολιτικό, τον Δημήτρη και έναν δημοσιογράφο που του έδωσε το δικό του όνομα. Τη Δευτέρα θα ξεκινούσε με τη πρώτη ιστορία και μέχρι τη Παρασκευή θα έπρεπε να τις είχε τελειώσει όλες. Κάθε μέρα η ιστορία ενός ανθρώπου που θα τις έστελνε στο e-mail που του δόθηκε αυστηρά μέχρι τις δώδεκα το βράδυ. Και όλα θα πήγαιναν καλά, μάλλον, αν δε γινόταν εκείνο το ατύχημα.
Είχε πάει στη λέσχη για να παίξει, έχασε πολλά, ήπιε αρκετά, βγήκε να πάρει ταξί και ένα αυτοκίνητο τον παρέσυρε. Ξύπνησε στο νοσοκομείο την επόμενη μέρα. Σπασμένα πλευρά, σπασμένο πόδι και διάσειση με παράλληλο κίνδυνο εσωτερικής αιμορραγίας. Θα τον παρακολουθούσαν για μερικές μέρες, εκκρεμούσαν αξονική, μαγνητική και υπέρηχος. Είχε ξεχάσει τη συμφωνία, φυσικά, μέχρι που την επόμενη μέρα στο θάλαμο του νοσοκομείου είδε τις ειδήσεις. Μια κοπέλα που εργαζόταν ως ιερόδουλη, με το όνομα Λίζα, βρέθηκε νεκρή. Δεν έδωσε σημασία, όμως την επόμενη μέρα ένας ναρκομανής βρέθηκε νεκρός από υπερβολική δόση. Το έπαιξε και πάλι στις ειδήσεις, τον έλεγαν Θάνο. Μετά από μια μέρα, ο Βλάσσης, ο γνωστός στη πιάτσα νταβατζής, βρέθηκε μαχαιρωμένος. Δεν ήταν δυνατόν, ήταν φανταστικοί δικοί του χαρακτήρες και σίγουρα δε θα τους σκότωνε στις ιστορίες του!
Επιτέλους θα έπαιρνε εξιτήριο τη Παρασκευή. Το πρωί της Παρασκευής όμως άκουσε στις ειδήσεις για τον Δημήτρη Κ., πολιτικό που δολοφονήθηκε στο σπίτι του ενώ εκκρεμούσαν κατηγορίες για υπεξαίρεση εις βάρος του.
Σπίτι έφτασε το απόγευμα, αλαφιασμένος και σε κατάσταση σοκ. Άνοιξε τον υπολογιστή, είχε εισερχόμενο e-mail . “Δεν τηρείς τη συμφωνία, δεν γράφεις τις ιστορίες και τώρα πρέπει να τις γράφω εγώ…”.
Γι’ αυτό τώρα, μανιωδώς έγραφε τη τελευταία ιστορία, αυτή που είχε πρωταγωνιστή τον ίδιο. Είχε καθυστερήσει αρκετά γιατί ήθελε να είναι καλή, ήθελε να ζήσει. Δώδεκα παρά έβαλε τη τελευταία τελεία, θα προλάβαινε να στείλει το e-mail. Απότομα κόπηκε το ρεύμα και το ίντερνετ και έκλεισε ο υπολογιστής. Δεν είχε αποθηκεύσει το αρχείο, άρχισε να κλαίει. Στις δώδεκα ακριβώς, μέσα στο σκοτάδι άκουσε χτύπους στη πόρτα. Δεν ήθελε να ανοίξει, όμως οι χτύποι συνεχίζονταν. Με δυσκολία έφτασε στην εξώπορτα και άνοιξε. Ήταν η κοπελίτσα που έμενε στο διπλανό διαμέρισμα και κρατούσε ένα κερί.
– Θα έχετε και εσείς διακοπή ρεύματος και σκέφτηκα να σας φέρω ένα κεράκι. Έχετε και μια ιστορία να παραδώσετε απ’ όσο ξέρω ή μήπως και αυτή πρέπει να τη γράψω πάλι εγώ;
kolokufoula
