Ένα κομματάκι από τον σταυρό του

«Βαρέθηκα», μουρμούρισε και πέταξε το μπουκάλι στον κάδο. Πόσα τέτοια είχε πετάξει στα σκουπίδια, πόσες φορές είχε ανοίξει τα παράθυρα να φύγει η μυρωδιά τους από τον αέρα και πόσες φορές είχε φτάσει στο σημείο να την πνίξει, μόνο εκείνος το ήξερε. Μάνα του ήταν για εκείνα τα δεκαπέντε χρόνια της βασανιστικής ζωής του, που λες και από όταν τον έβγαλε από την κοιλιά της δεν της είχε ξεπληρώσει ακόμα τον πόνο που της προκάλεσε για τις δεκαπέντε ώρες τοκετού. Μάνα του ήταν και την λυπόταν και την συγχωρούσε πάντα για την αδιαφορία της που τον σκότωνε από παιδί και του στερούσε την αγάπη της. Χρόνια υπομονής που είτε έκανε τα στραβά μάτια, είτε έφτανε στα όριά του και της έβαζε τις φωνές.

Ο πατέρας ήταν μια λέξη που δεν υπήρχε στο λεξιλόγιό του. Δεν ήξερε το όνομά του, δεν ήξερε πώς έμοιαζε, ούτε γιατί τους άφησε και εξαφανίστηκε. Πολλές φορές σαν παιδί τον δικαιολόγησε λόγω του εθισμού της μάνας τους, μέχρι που έμαθε ότι αυτός ήταν η αιτία του. Βγήκαν από το μαιευτήριο μαζί, τον περίμενε να πάει να φέρει το αμάξι με το μωρό τυλιγμένο στην αγκαλιά της και αυτός δεν γύρισε ποτέ. Εκεί έμεινε μια ώρα κοκαλωμένη να μην μπορεί να πιστέψει τι είχε γίνει. Έφυγε, την άφησε, αυτό ήταν. Την άφησε μόνη με ένα μωρό στην αγκαλιά. Την πιο δύσκολη ώρα, στην αρχή της μητρότητας. Τα έβαλε με το μωρό, τα έβαλε με το ποτό, έχασε και από τα δύο.

Μόνο από θαύμα θα έλεγε ο Μιχάλης ότι έφτασε και έβγαλε το γυμνάσιο με τόση ψυχική πίεση, με τόση οικονομική στενότητα και τέτοιο βάρος στις πλάτες του. Δεν ήξερε τι τον πόναγε περισσότερο… ότι γυρνούσε σπίτι νηστικός και δεν έβρισκε να φάει ή ότι γυρνούσε σπίτι και μάζευε τις ακαθαρσίες της μάνας του. Όταν μπορούσε, πήγαινε και εκείνη για κανένα μεροκάματο, ίσα να πληρώνει εκείνο το δωμάτιο που έμεναν, που και αυτό από ανθρωπιά τους το νοίκιαζε ακόμα ο ιδιοκτήτης. Πάντα θα θυμόταν με σεβασμό αυτόν τον άνθρωπο, παρόλο που το βλέμμα του όταν τον συναντούσε έπεφτε χαμηλά από την ντροπή και την λύπηση. Δεν ήθελε όμως να χάσει την ελπίδα του, ήταν ό,τι του είχε απομείνει. Το κουράγιο και την υπομονή τα είχε εξαντλήσει προ πολλού.

Ένα βράδυ που γυρνούσε με τα πόδια από την νέα του δουλειά, σε ένα μικρό συνεργείο στην διπλανή γειτονιά, ένιωθε το στομάχι του ότι θα τρυπήσει από τον πόνο. Τόσο πεινούσε εκείνη τη στιγμή, που πρώτη φορά σκέφτηκε να πιάσει κάτι από τον δρόμο να φάει. Προσπέρασε το λιωμένο φρούτο και έσφιξε τα μάτια από την απελπισία να φάει κάτι με αυτό τον τρόπο, σε αυτή την κατάσταση. Λίγα βήματα παραπέρα, του φώναξε ένας άστεγος που καθόταν σε ένα παγκάκι. Είχε δει την σκηνή, τα πισωγυρίσματα γύρω από το πατημένο φρούτο και τον κάλεσε να πλησιάσει. Έτσι αδύνατο που τον είδε κιόλας, του έκανε αμέσως νόημα να πάει κοντά του.
«Έλα, πάρε», έβγαλε από μια χάρτινη τσάντα μισό σάντουιτς τυλιγμένο σε χαρτοπετσέτα. «Δεν ρωτάω, δεν κρίνω. Απλά πάρε το και φύγε», του είπε και άπλωσε το χέρι.
Ο Μιχάλης το άρπαξε ταραγμένος και έκατσε δίπλα του χωρίς να το ξετυλίξει. Έκατσε απλά, χωρίς να μιλάει, χωρίς να κουνάει. Δεν ήξερε αν ήθελε να πει ευχαριστώ, αν ήθελε να φύγει ή αν ήθελε να μείνει και να πει σε έναν άγνωστο όλη την ιστορία της ζωής του και να του δώσει ένα κομματάκι από τον σταυρό του για να ξαλαφρώσει. Κρατούσε σφιχτά το φαγητό στο χέρι του και όσο περνούσε η ώρα ένιωθε ότι χόρταινε όλο και πιο πολύ. Γιατί ένας άνθρωπος του έδωσε αγάπη.

Έμαθε τα πάντα για αυτόν, χωρίς να πει τίποτα για τον εαυτό του. Ο άστεγος του είπε για τις οικονομικές του δυσκολίες, πώς έχασε δουλειά και σπίτι μέσα σε τρία χρόνια, πώς του γύρισαν όλοι την πλάτη, πώς τον πρόδωσαν συγγενείς και συνάδελφοι. Και καλά οι ξένοι, το αίμα του πώς έγινε νερό, δεν έμαθε ποτέ. Αλλά καλά να είναι όλοι τους ,εκείνος είχε την συνείδησή του ήσυχη και ας ήταν το μόνο που είχε πια.

Όσο περνούσαν τα χρόνια, ο Μιχάλης κατάφερε επιτέλους να βάλει σε μια σειρά το ενοίκιο και το φαγητό και τα φάρμακα της μάνας του, μέχρι που αυτή έφυγε από την ζωή σε εκείνο το μικρό δωμάτιο, σε εκείνο το κρεβάτι που από πάνω πάλευαν οι δαίμονές της ποιος θα την πρωτοπάρει. Κατάφερε όμως να τους την φέρει την τελευταία στιγμή, όταν κοίταξε για τελευταία φορά τον γιο της και ζήτησε συγγνώμη, ψιθυριστά και ειλικρινά για όσα καλά του στέρησε και για όσα κακά του έδωσε. Προσπάθησε να αγγίξει το στέρνο του, να πιάσει την καρδιά εκείνου του μικρού παιδιού που πλήγωσε τόσο πολύ εκείνη που ποτέ δεν έπρεπε να το κάνει, αλλά δεν πρόλαβε και ξεψύχησε. Ο Μιχάλης το σήκωσε και το έβαλε στο στήθος του και την συγχώρεσε για τελευταία φορά και άγγελος πρόφτασε και την παρέλαβε, γιατί η μετάνοιά της μόνιασε μάνα και γιο για να φύγει αναπαυμένη.

Περπατούσε με το κεφάλι χαμηλά ακόμα ο Μιχάλης στον δρόμο, γιατί ποτέ δεν ξέχασε αυτό το κομμάτι της ζωής του που έφερε μέσα από την απελπισία την λύτρωση που αναζητούσε. Έφτασε στο παγκάκι και χαιρέτισε τον κύριο Γιάννη, τον άστεγό του φίλο. Είχε κάτι σημαντικό να του πει σήμερα και του ζήτησε να τον ακολουθήσει. Μπήκαν στο αμάξι και λίγα χιλιόμετρα μετά, έστριψε σε μια ήσυχη γειτονιά και σταμάτησε έξω από ένα διαμέρισμα.
«Καλώς ήρθες», είπε απαλά ο Μιχάλης και τον κοίταξε στα μάτια. «Πάμε, φίλε μου».

Ο κύριος Γιάννης τον ακολούθησε χωρίς να μιλάει, μπήκε διστακτικά στο σπίτι που ήταν ζεστό και άνετο και στάθηκε όρθιος στο σαλόνι. Ο Μιχάλης ζούσε εκεί τον τελευταίο μήνα και έκανε μια μικρή ανακαίνιση για να διαμορφώσει ένα ακόμα δωμάτιο. Δύο στενά παραδίπλα ήταν το καινούργιο συνεργείο που άνοιξε το αφεντικό του και τον έβαλε υπεύθυνο. Εκείνος του νοίκιασε και το σπίτι και ήξερε για τον άστεγο και δέχτηκε να τον πάρει και εκείνον στην δουλειά.

«Όλα αυτά για ένα κομματάκι σάντουιτς;» ρώτησε και κρατήθηκε μην κλάψει μπροστά στον νεαρό.
«Όχι», τον αγκάλιασε απαλά. «Όλα αυτά για ένα κομματάκι από τον σταυρό μου».

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading