Ο τιτάνας μου

«148…149…150… Δεν αντέχω άλλο!».

Πέταξε με δύναμη τα βάρη στο πάτωμα. Πολλά κιλά! Περισσότερα από την προηγούμενη προπόνηση και σίγουρα λιγότερα από την επόμενη. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι στο πρόσωπο και τα ρούχα του. Πήρε το παγούρι του και πήγε κοντά στο παράθυρο. Σκοτάδι έξω. Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο… 03.15. Έπρεπε να κοιμηθεί. Το σώμα του αποζητούσε απεγνωσμένα λίγη ανάπαυση, μα το μυαλό και το πείσμα του δεν τον άφηναν. Είχε στόχο. Οι αγώνες που είχε μπροστά του δεν ήταν παιχνιδάκι. Ήταν το προσωπικό του στοίχημα. Ήταν όλα εκείνα για τα οποία προετοίμαζε τον εαυτό του όλον αυτόν τον καιρό.

Κάθε μέρα από την πίεση και το άγχος διαλυόταν. Το έβλεπε. Πονούσε παντού. Δεν κοιμόταν. Δεν χαλάρωνε. Δεν γελούσε. Δεν ήθελε κανέναν. Δούλευε και προπονούνταν. Προπονούνταν και δούλευε. Τίποτα άλλο. Ακούμπησε το κεφάλι του στο κρύο τζάμι και έκλεισε τα μάτια του… ‘Ένα ακόμα σετ και ύπνο!’, υποσχέθηκε μονολογώντας…

Εκείνη ξύπνησε μόνη ξανά. Η άλλη πλευρά του κρεβατιού κρύα. Ξανά. Κοίταξε το ρολόι. Σηκώθηκε, φόρεσε το φούτερ και τις παντόφλες της και βγήκε από το δωμάτιο. Σκοτάδι. Τα πόδια της την οδήγησαν στις σκάλες του υπόγειου. Διάφοροι ήχοι έφταναν στα αυτιά της. Ήχοι που είχε συνηθίσει πια. Κατέβηκε αθόρυβα. Τον βρήκε στηριγμένο στο μικρό τζάμι. Η ιδρωμένη μπλούζα του μαρτυρούσε πόσο είχε κουραστεί. Το τεράστιο κορμί του ικέτευε για λίγη θαλπωρή. «Ένα ακόμη σετ και ύπνο!», τον άκουσε να λέει και πλησιάζοντας τον έκλεισε τα χέρια της γύρω του. «Πάμε!», του είπε αφήνοντας ένα φιλί στην πλάτη του. Εκείνος γύρισε και την κοίταξε. Τα μάτια του έλεγαν άλλο ένα σετ ακόμα, αλλά η αγκαλιά του ούρλιαζε πόσο ανάγκη την είχε. Του χάιδεψε τα μαλλιά και τον φίλησε απαλά στα χείλη. Εκείνος χαλάρωσε στο άγγιγμά της. Τον έπιασε από το χέρι, έσβησε το φως και ανέβηκαν τις σκάλες.

«Γδύσου!», πρόσταξε αλλά η χροιά της φωνής της ήταν γεμάτη αγάπη. Εκείνος πειθήνια υπάκουσε. Πέταξε τα ρούχα του στο πάτωμα και περίμενε στωικά την επόμενη εντολή της. Εκείνη, όσο γέμιζε την μπανιέρα, τον χάζευε. Ο πιο όμορφος άντρας του κόσμου ήταν δικός της. Ο τιτάνας της. Μπορεί δίπλα του να ένιωθε μικροσκοπική, όμως κάτι στιγμές σαν και αυτή ένιωθε άτρωτη. Γινόταν μανδύας που τον τύλιγε. Γινόταν ασπίδα και τον προστάτευε.

Είχε παλέψει πολύ για να κερδίσει την καρδιά του. Τα κατάφερε όμως και έκτοτε υποσχέθηκε πως θα ήταν δίπλα του και στα ζόρια και στις χαρές. Και το τηρούσε ευλαβικά! Αθόρυβη μα καθοριστική η παρουσία της στη ζωή του. Τον αγαπούσε και τον θαύμαζε με όλη της την ψυχή και του το έδειχνε με κάθε τρόπο.

«Μπες! Είναι έτοιμο!», του είπε.
Το μεγάλο σώμα του χάθηκε μέσα στον αφρό. Εκείνη είχε κάτσει στη γωνία της μεγάλης τους μπανιέρα και το κεφάλι του ακούμπησε πάνω στα πόδια της. Σε λίγο η πιτζάμα της θα γινόταν μούσκεμα από τα βρεγμένα του μαλλιά μα δεν την ένοιαζε. Πέρασε τα χέρια της μέσα από τα μαλλιά του όσο εκείνος χαλάρωνε μέσα στο ζεστό νερό. Σε κάθε άγγιγμά της ανατρίχιαζε ολόκληρος.

«Πήγαινε κοιμήσου, καρδιά μου! Είναι αργά!», της είπε πιάνοντας και φιλώντας της τα χέρια.
«Θα πάμε μαζί όταν έρθει η ώρα!», είπε εκείνη με όση λατρεία είχε μέσα της. Δεν σταματούσε να τον αγγίζει. Τα μαλλιά του, τα μάγουλά του, τον λαιμό του, την πλάτη του. Πρώτη φορά είχε μείνει αξύριστος και τα γένια του την έγδερναν μα δεν την ενοχλούσε. Της έφτανε που εκείνη τη στιγμή, ήταν ήρεμος. Μόνο αυτό είχε σημασία…

«Δεν αντέχω άλλο…», ψιθύρισε και ένα δάκρυ έτρεξε από τα μάτια του, «δεν αντέχω! Πονάω παντού! Είμαι κομμάτια…». Εκείνη σηκώθηκε όρθια, γδύθηκε και μπήκε μέσα στη μπανιέρα μαζί του. Έκατσε πίσω του και τον πήρε στην αγκαλιά της.

«Σςςςς! Ηρέμησε! Το ξέρω… Αλλά κανένας δεν είναι τόσο καλός όσο εσύ! Κανένας δεν αξίζει όλα όσα έχεις καταφέρει! Έχεις κάνει τόσο δρόμο μέχρι εδώ… Ξέρεις ότι μπορείς να πετύχεις τον στόχο σου…». Τον φίλησε στο κεφάλι.
«Αμφιβάλλω για όλα! Δεν ξέρω αν μπορώ. Δεν ξέρω αν θα αντέξω. Βασανίζω και εσένα!»
«Αυτό μην το ξαναπείς! Εγώ σε θαυμάζω για όλα όσα έχεις πετύχει και για όλα όσα είσαι! Εξάλλου, έχω υποσχεθεί ότι δεν θα σε αφήσω ποτέ μόνο!».
«Συγγνώμη!»
«Για ποιο πράγμα μωρέ;»
«Που είμαι απών όλον αυτόν τον καιρό…»

«Άκουσέ με, σε παρακαλώ! Είμαι εδώ. Ξέρω τι περνάς. Ξέρω πόσο πιέζεσαι, πόσο αγχώνεσαι, πόσο φοβάσαι και πόσο αμφιβάλλεις για τον ίδιο σου τον εαυτό, όμως το πείσμα σου είναι μεγαλύτερο. Είσαι γεννημένος για αυτό. Είσαι νικητής ήδη! Εμένα μην με σκέφτεσαι. Κάνω ό,τι θα έκανε καθεμία στη θέση μου. Σε θαυμάζω, σε προσέχω και είμαι δίπλα σου όταν με χρειάζεσαι!».

«Σε χρειάζομαι…»
«Το ξέρω! Εδώ είμαι…». Τον αγκάλιασε σφιχτά και έμειναν ακίνητοι για λίγη ώρα.
«Πάμε για ύπνο;», τη ρώτησε με μια φωνή που ίσα ίσα έβγαινε από το στόμα του. Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι και σηκώθηκε πρώτη. Τον τύλιξε με την μεγάλη του πετσέτα και πήγαν στο δωμάτιο.

Μόλις εκείνος ξάπλωσε και ακούμπησε το μαξιλάρι, ένας αναστεναγμός βγήκε από τα χείλη του και κοιμήθηκε αμέσως. Εκείνη, ξάπλωσε δίπλα του…

«Αντέχεις ψυχή μου! Όσο και να αμφιβάλλεις, ξέρω πως μπορείς! Αύριο είναι μια καινούργια μέρα! Το ‘χεις! Είσαι ο τιτάνας μου!», του είπε στο αυτί και τον φίλησε απαλά στα χείλη.
«Σ’ αγαπάω…», της ψιθύρισε και κοιμήθηκε βαριά έχοντάς την στην αγκαλιά του.

Κατερίνα Μοχράνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading