Υπό το πράσινο φως

Η Κωνσταντία αγαπούσε πολύ το διάβασμα. Από μικρή ηλικία χανόταν στις σελίδες των βιβλίων και των φανταστικών χαρακτήρων τους. Άλλες φορές έβρισκε παρηγοριά, άλλες ανακούφιση, όταν κάποια πρωταγωνίστρια βίωνε παρόμοιες δυσκολίες με εκείνη, και άλλες το θάρρος που χρειαζόταν για να εντοπίσει τη λύση στα προβλήματά της.

Ενήλικη πια, εννοείται πως αφιέρωνε τον ελεύθερο της χρόνο στο διάβασμα, μόνο που τώρα δεν εστίαζε σε μυθιστορήματα, αλλά σε ποιήματα. Ελλήνων και ξένων ποιητών. Της κέντριζε το ενδιαφέρον ο τρόπος που μέσα σε λίγες γραμμές το εκάστοτε ποιητικό υποκείμενο εξέφραζε, άλλοτε ξεκάθαρα και άλλοτε μέσω συμβόλων, το νόημα της ζωής, τον έρωτα, τα ιδανικά, αλλά και ανήθικες, σκοτεινές σκέψεις. Και όλα αυτά μαζί την έβαζαν σε σκέψεις, σε μια διαδικασία ενδοσκόπησης, αναστοχασμού και με το πέρας της ανάγνωσης κάθε ποιήματος ένιωθε και πιο σοφή.

Ο καημός της ήταν ότι δεν υπήρχε μια λέσχη ανάγνωσης κοντά στο σπίτι ή έστω τη δουλειά της. Έτσι, ήταν ελάχιστες οι φορές που έβρισκε χρόνο να κατέβει στο κέντρο και να πάρει μέρος σε αναγνώσεις ποιημάτων.

Μέχρι σήμερα, που χαζεύοντας στα social κατά το διάλειμμά της, ‘έπεσε’ πάνω σε μια διαφήμιση για τη νέα λέσχη ανάγνωσης που είχε ανοίξει δυο στενά κάτω από το σπίτι της. Επρόκειτο για μια καφετέρια που αποφάσισε να διαμορφώσει τους χώρους της έτσι ώστε στο ισόγειο να πίνουν οι πελάτες τον καφέ τους ή το τσάι τους και σε απόλυτη ησυχία να μελετούν ή να εργάζονται μέσω των λάπτοπ τους και στον πρώτο όροφο να οργανώνονται αναγνώσεις και συζητήσεις λογοτεχνικών ποιημάτων κάθε εποχής. Στο διαφημιστικό βίντεο, μάλιστα, αναφερόταν ότι υπάρχει και δανειστική βιβλιοθήκη από όπου ο καθένας μπορεί να παίρνει ή να αφήνει βιβλία κι έτσι να ‘ανακυκλώνεται’ η γνώση.

Χωρίς να χάσει καιρό, μόλις επέστρεψε σπίτι, πάρκαρε το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε με τα πόδια προς την καφετέρια. Γεμάτη αγωνία ανέβηκε τα σκαλιά για τον δεύτερο όροφο. Σε όλη την επιφάνεια υπήρχαν μικρά τραπέζια με δύο καρέκλες αντικριστά και ένα αναμμένο πράσινο φωτιστικό στη μέση. Οι τοίχοι είχαν μόνο βιβλιοθήκες. Ξενόγλωσσα και ελληνικά μυθιστορήματα, βιογραφίες, ιστορικά και μη βιβλία και άπαντα ποιητών διανεμημένα με πολλή προσοχή κατά αλφαβητική σειρά και συγγραφέα.

Οι κόρες των ματιών της είχαν διασταλλεί από την ανείπωτη χαρά που είχε καταβάλει τη ψυχή της! Ένας ‘παράδεισος’, για τα δεδομένα της, και μάλιστα σε άμεση πρόσβαση από το σπίτι της.

Μια γλυκύτατη μελαχρινή, αρκετά νεαρή σε ηλικία, κοπέλα της απηύθυνε το λόγο:
“Καλησπέρα σας. Ονομάζομαι Φανή Κωσταρέλου και θα είμαι η συντονίστρια για σήμερα. Έχουμε βραδιά ποίησης η οποία θα ξεκινήσει σε μια ώρα. Μπορείτε να προμηθευτείτε οποιοδήποτε ρόφημα επιθυμείτε από κάτω και να διαλέξετε τραπεζάκι. Οι αναγνώσεις γίνονται σε δυάδες. Συστήνουμε τα άτομα να μην γνωρίζονται μεταξύ τους, ώστε η προσέγγιση του εκάστοτε ποιήματος να γίνεται μέσω του διαλόγου και διαφορετικών τοποθετήσεων.”, ολοκλήρωσε και χάρισε ένα μεγάλο χαμόγελο στη Κωνσταντία
“Σας ευχαριστώ πολύ. Είμαι πολύ ενθουσιασμένη που είμαι ευπρόσδεκτη και που θα συμμετάσχω και στη βραδιά σας. Θα μπορούσα να γνωρίζω τον ποιητή που θα μας απασχολήσει;”
“Όλοι είναι ευπρόσδεκτοι εδώ. Σκοπός μας, να ‘γυμνάσουμε’ το πνεύμα. Επρόκειτο για ποιητή της Οκτωβριανής επανάστασης…”
“Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι!”, είπε όλο ενθουσιασμό η Κωνσταντία και η Φανή την συνεχάρη για τις γνώσεις της

Κατέβηκαν μαζί στο ισόγειο ώστε η Κωνσταντία να πάρει ένα ζεστό τσάι μέντα και αφού αντάλλαξαν μερικές κουβέντες ακόμη, η Φανή την προέτρεψε να ανέβει στον όροφο. Έτσι, πήρε το τσάι της και βρήκε ένα γωνιακό τραπεζάκι. Ακούμπησε το φλιτζάνι και πρόσεξε ότι δίπλα από το πράσινο φωτιστικό υπήρχε ένα ζευγάρι γυαλιά οράσεως. Σήκωσε το βλέμμα να αναζητήσει τον ιδιοκτήτη τους. Από το βάθος ένας άντρας όλο και πλησίαζε προς το μέρος της, με αποτέλεσμα τα χαρακτηριστικά του να είναι όλο και πιο εμφανή. Ήταν ψηλός, με κάστανα πυκνά μαλλιά, τετράγωνο πρόσωπο, μεγάλο κούτελο, καλοσχηματισμένα φρύδια, οβάλ καστανά μάτια, σαρκώδη χείλη, μακρύ λαιμό και μεγάλο στέρνο. Όσο ερχόταν πιο κοντά, τόσο η Κωνσταντία δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από το πρόσωπό του. Το ένιωθε τόσο οικείο, που το μυαλό της αναζητούσε πυρετωδώς το όνομά του και τον τόπο της πρώτης γνωριμίας τους.

Ακουμπώντας τον δίσκο στο τραπέζι τους, της χαμογέλασε.
“Ακόμα δεν έχεις καταλάβει ποιος είμαι, σωστά;”
Μόλις άκουσε τη φωνή του, ως δια μαγείας, τα θυμήθηκε όλα!
“Αλέξη…”
“Είπα κι εγώ, τα ξέχασε όλα;”, απάντησε εκείνος και κάθισε στη θέση απέναντί της

Η Κωνσταντία κοκκίνισε… από τα νεύρα της! Με τον Αλέξη είχε κεραυνοβοληθεί πριν χρόνια, όταν ακόμα ήταν φοιτήτρια, και αφού την πλήγωσε και χώρισαν, της πήρε πολλά χρόνια να τον ξεπεράσει. Έκλαψε πολύ, κατηγόρησε τον εαυτό της για γεγονότα και συμπεριφορές που δεν έφταιγε και τελικά, με τη βοήθεια του χρόνου και της πλήρους απομάκρυνσής της από οτιδήποτε τους συνέδεε, τον ξέχασε. Και να τος σήμερα, το ίδιο όμορφος και αγέρωχος όπως τότε που τον είδε και ένιωσε τα πόδια της να τρέμουν κι ας μην είχε καταλάβει εξ αρχής για ποιον πρόκειται.

“Καλησπέρα σας…”, ακούστηκε η φωνή της Φανής, η οποία ανακοίνωσε την έναρξη της βραδιάς και ενημέρωσε τους θαμώνες πως θα μοιραστούν βιβλία του τιμώμενου ποιητή ώστε να διαβάσουν ανά ζευγάρια όποια τους αρέσουν και να συζητήσουν για το περιεχόμενο και τα μηνύματα που επιδίωκε να περάσει ο μεγάλος Ρώσος λογοτέχνης.

Όλοι μιλούσαν χαμηλόφωνα. Τα τραπέζια είχαν τέτοια απόσταση μεταξύ τους ώστε να μην αποσπούν οι μεν τους δε.

Κι ενώ όλοι απήγγειλαν και σχολίαζαν, η Κωνσταντία και ο Αλέξης, υπό το πράσινο φως, είχαν ενα βιβλίο ανοιχτό, πάνω του τα γυαλιά του Αλέξη και… σιωπή! Μόνο δύο ζευγάρια μάτια που έβγαζαν σπίθες. Αφού χαμογέλασε, φόρεσε τα γυαλιά του και κοίταξε ξανά την Κωνσταντία.
“Καλά λένε ότι το κρασί γίνεται καλύτερο όσο περνάνε τα χρόνια… Δεν θα με ρωτήσεις τι κάνω εδώ;”
“Θα μιλήσω τώρα κιόλας στην υπεύθυνη και θα αποχωρήσω. Σε ευχαριστώ που κατέστρεψες τη βραδιά μου!”, είπε με όσο θάρρος μπορούσε να μαζέψει η Κωνσταντία και ακούμπησε τα χέρια της στο τραπέζι για να σηκωθεί
“Είσαι πολύ όμορφη, πάντα ήσουν… Πόσο μάλλον όταν θυμώνεις…”

Η Φανή είδε από μακριά τις κινήσεις των δύο τους και πλησίασε.
“Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;”, ρώτησε κοιτάζοντας την Κωνσταντία
“Όχι, κανένα. Είμαστε άκρως αντίθετοι στις πολιτικές μας πεποιθήσεις και τα συγκεκριμένα ποιήματα που υμνούν τον Λένιν, όσο να ‘ναι ευνοούν τον διάλογο, άλλοτε τον έντονο”, είπε με χαμόγελο ο Αλέξης και η Φανή σίγουρη πως όλα είναι καλά, απομακρύνθηκε. Παίρνοντας το βιβλίο στα χέρια του και κάνοντας πως το ξεφυλλίζει συνέχισε:
“Συνέπεσα πρόσφατα σε ένα πάρτι με έναν παλιό μας συμφοιτητή και συζητώντας για τα περασμένα, αναφέρθηκε και το όνομά σου. Δεν ήταν δύσκολο να μάθω από τον κουτσομπόλη όσα χρειαζομουν για να σε βρω. Και να που υπό το πράσινο φως είσαι ακόμα πιο μαγική!”
“Δεν θεωρείς πως έχεις τεράστιο θράσος; Ξέρεις τι πέρασα για να ξεπεράσω την απιστία σου;”
“Ήμασταν μικροί τότε και κάναμε λάθη”
“Έκανες λάθη!”
“Έστω… Μα δες με τώρα! Προσέχω σώμα και πνεύμα. Έχω βρει δουλειά, έχω ποιοτικά χόμπι, είμαι εδώ με τον πρώτο μου έρωτα…”
Τα μάτια της Κωνσταντίας είχαν θολώσει. Με το ζόρι κρατούσε τα δάκρυα να μην κυλήσουν στα μάγουλά της.

“Δεν μπορώ Αλέξη… Δεν μπορώ να το ξαναζήσω από την αρχή, ούτε να σου συγχωρέσω την απιστία. Αν το έκανες, θα το ξανακάνεις. Χαίρομαι που βελτιώνεσαι, αλλά αυτό δεν είναι προϋπόθεση για να προσπαθήσουμε εμείς οι δυο ξανά. Δεν μπορώ…”
“Είμαι εδώ τώρα. Έλα να τα ξεχάσουμε όλα”, της απάντησε και άπλωσε το χέρι του να πιάσει το δικό της
Η Κωνσταντία το τράβηξε προς το μέρος της πριν προλάβει να την αγγίξει.

“Ποτέ ξανά…”, ψέλλισε και τα δάκρυα τώρα έτρεχαν καυτά στα μάγουλά της. Σηκώθηκε με απόλυτη ηρεμία, έκλεισε το μικρό πράσινο φως που φώτιζε τη γωνία τους και έφυγε.

Μετά από μήνες, πήρε την απόφαση να πάει ξανά στο καφέ που με τόση ανυπομονησία είχε επισκεφτεί την πρώτη φορά και όμως της άφησε τέτοια πικρία.
“Κωνσταντία!”, ακούστηκε μια γλυκιά φωνή και απέναντί της στάθηκε η Φανή. “Επιτέλους σε βλέπουμε ξανά! Καλώς ήρθες!”
“Καλώς σας βρήκα”
“Η βραδιά απόψε είναι αφιερωμένη στις γυναίκες ποιήτριες. Νομίζω θα πρέπει να εστιάσουμε στα πιο δυναμικά ποιήματα, τι λες;”
“Η τέλεια υποδοχή!”, απάντησε χαμογελώντας η Κωνσταντία και οι δύο τους ανέβηκαν τις σκάλες προς τον όροφο
“Το πράσινο φωτάκι σου σε περιμένει αναμμένο. Αυτή τη φορά λέω να φροντίσω ώστε η παρουσία σου εδώ να είναι όπως την είχες φανταστεί. Θα μας απαγγείλεις;”, τη ρώτησε η Φανή και έκατσαν μαζί στο ίδιο τραπέζι.

Η Κωνσταντία, με βουρκωμένα, από χαρά, μάτια, αυτή τη φορά ένιωσε ευγνώμων για τη δύναμη που βρήκε να απομακρύνει τον Αλέξη που τόσο αγαπούσε, όμως άλλο τόσο την είχε καταρρακώσει και για τη νέα ζωή που ξεδιπλωνόταν μπροστά της. Και όλα αυτά υπό το μαγικό πράσινο φως στον νέο της Παράδεισο.

Αγγελική Ανδριοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading