Η Μαλβίνα καθόταν στο γραφείο της σκεπτική, κοιτώντας τη στοίβα με τις εφημερίδες. Άρπαξε τη μόνη που ανέφερε καλά λόγια για εκείνην και την γκαλερί, στράφηκε προς τη φωτογραφία του Φρανσουά, που κρεμόταν στον τοίχο πίσω από το γραφείο και την κούνησε μπροστά του.
«Ευχαριστήθηκες τώρα;» τον ρώτησε θυμωμένα. «Είσαι ικανοποιημένος που η μοναδική που αναφέρει την αλήθεια για μένα, είναι αυτή στην οποία γράφει ο Άρθουρ Στόπα, και αυτό γιατί τον πλήρωσα αδρά για ένα του άρθρο; Για να πει την αλήθεια;!» ξέσπασε. «Ήσουν άδικος Φρανσουά» μουρμούρισε έπειτα. «Ήσουν άδικος και μαζί μου, και με τον Νέστορ».
Την άφησε στο γραφείο, πήρε τις υπόλοιπες και πλησίασε πάλι τη φωτογραφία.
«Νεκρός ο εκατομμυριούχος Φρανσουά Σαντορέλ» διάβασε τον τίτλο της μίας και την πέταξε στο πάτωμα. «Πέθανε ο συνεχιστής της παράδοσης των Σαντορέλ» συνέχισε με έναν άλλο και την έριξε επιδεικτικά κάτω. Ξεφύλλισε μια τρίτη και σταμάτησε κάπου στη μέση του άρθρου: ‘‘Οι σχέσεις ανάμεσα στα δυο αδέρφια τα τελευταία χρόνια ήταν πολύ τεταμένες. Οι δύο συνεργάτες…” σταμάτησε απότομα. «Συνεργάτες!» φώναξε. «Ακούς; Συνεργάτες!».
Πέταξε στο πάτωμα με δύναμη τις υπόλοιπες εφημερίδες και τα φύλλα τους σκόρπισαν. Οι ακτίνες του ήλιου που έμπαιναν από τις μισόκλειστες γρίλιες του παραθύρου, φώτισαν μια επικεφαλίδα που έχασκε μπροστά στα πόδια της. “Ο Πόλεμος των Σαντορέλ” έγραφε, κάνοντας έναν παραλληλισμό με τον “Πόλεμο των Ρόουζ”.
Γονάτισε, μάζεψε τα φύλλα και στάθηκε πάλι δίπλα στη φωτογραφία του. Τα διάβασε βιαστικά με ένα παρανοϊκό ύφος στο πρόσωπό της και τα έσκισε επιδεικτικά μπροστά του.
«Κουτσομπόληδες!» τον κοίταξε. «Δεν τους νοιάζει… ότι εγώ διατηρούσα τόσο καιρό την γκαλερί. Εγώ κατάφερα να την εξελίξω. Εγώ την κράτησα τόσο καιρό που τα είχες παρατήσει όλα. Εσύ, ερχόσουν μόνο για να εισπράξεις τα κέρδη σου!» φώναξε στη φωτογραφία του. «Που να πάρει Φρανσουά! Ήσουν ο αδερφός μου… Σε αγαπούσα…» συμπλήρωσε πλέον χαμηλόφωνα, ενώ τα μάτια της πλημμύριζαν με δάκρυα. «Γιατί δεν μιλήσαμε ποτέ; Γιατί δεν λύσαμε τις χαζές παρεξηγήσεις μας; Νόμιζα ότι θα μπορούσαμε πάντα να το κάνουμε. Νόμιζα ότι είχα χρόνο…» ψιθύρισε. Κάθισε στο πάτωμα κάτω από τη φωτογραφία του, φέρνοντας τα χέρια στο πρόσωπο. «Μα τώρα ο χρόνος μου τελείωσε…» κατέληξε ξέπνοα.
***
Ο Γκαστόν έφευγε από το σπίτι της Γκαλίνας για ακόμα μια φορά και διέσχιζε την πλατεία. Για έναν περίεργο λόγο όμως, τον τελευταίο καιρό δεν του άρεσε καθόλου να βρίσκεται σε πολυσύχναστα μέρη. Και ήταν παράξενο, γιατί ο ζωγράφος επιδίωκε να είναι πάντα στο επίκεντρο της προσοχής.
Καθώς προχωρούσε, ένιωθε το μουρμουρητό και τη βαβούρα από τις ομιλίες να δυναμώνει στα αυτιά του. Κάθισε σε ένα παγκάκι κι έγειρε το σώμα του μπροστά, στηρίζοντάς το στα χέρια του. Ένας πλανόδιος πωλητής με μπαλόνια, στάθηκε δίπλα του με την πλάτη γυρισμένη προς αυτόν. Φυσούσε και ο αέρας έσπρωχνε τα μπαλόνια κατά πάνω του.
Σήκωσε το βλέμμα και τα παρατήρησε. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει από τον πόνο, κι εκείνα τον πλησίαζαν όλο και πιο πολύ. Το πολύχρωμο νάιλον τον τύφλωνε καθώς έπεφτε πάνω τους το φως του ήλιου. Έτριψε τα μάτια και συνέχισε να τα κοιτάει. Για κάποιον λόγο τον είχαν μαγνητίσει.
Και τότε, ανάμεσα σε αυτήν την πανδαισία από νάιλον, το βλέμμα του σταμάτησε σε ένα μπαλόνι που απεικόνιζε ένα πρόσωπο – ένα πολύ γνώριμο πρόσωπο. Ένιωσε το αίμα του να παγώνει. Τι γύρευε το πρόσωπο της κοπέλας ζωγραφισμένο πάνω του;
Και τότε, ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Και συνέχισε να το κάνει, μέχρι που σιγά σιγά, άρχισαν να κυλούν δάκρυα. Σηκώθηκε για να δει καλύτερα. Η κοπέλα κούνησε τα χείλη:
«Με θέλεις;» ρώτησε ψιθυριστά.
«Τι είπες;» τη ρώτησε.
«Με θέλεις;» επανέλαβε πιο δυνατά.
«Τι;»
«Κουφός είσαι αγόρι μου;» άκουσε μια αντρική φωνή. Ο άντρας που πουλούσε τα μπαλόνια τον κοιτούσε θυμωμένος. «Σε ρωτάω αν θες το μπαλόνι. Δεν ακούς;»
Ο ζωγράφος ξανακοίταξε αυτό που του έδειχνε και διαπίστωσε ότι ήταν το πρόσωπο ενός καρτούν.
«Εγώ, δεν…» κόμπιασε.
«Αρκετά έχασα τον χρόνο μου!» ξεφύσησε νευριασμένα εκείνος και τον προσπέρασε σκουντώντας τον ελαφρά.
Ο Γκαστόν απόμεινε να κοιτάζει το πίσω μέρος του μπαλονιού.
Τι είχε γίνει μόλις τώρα;
Ερωδίτη Παπαποστόλου
Συνεχίζεται…
Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο εδώ:
https://www.animapublications.gr/product/i-klopi/

One response to “Η Κλοπή – Έβδομο Κεφάλαιο”
[…] Προηγούμενο […]