Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια κι όταν ένιωσε να βουρκώνει, κατέβασε το βλέμμα της απότομα στο χώμα. Δεν ήθελε να κλάψει. Δεν ήθελε να τη δει να κλαίει. Το να του αφήσει το χέρι ήταν μονόδρομος.
– Δώσε μας μία ευκαιρία. Είμαι σίγουρος πως…
– Από όπου και να το πιάσεις λερώνει, Γιώργο. Ήταν λάθος που ήρθα. Είναι λάθος όλο αυτό. είπε σηκώνοντας το βλέμμα της στο δικό του, ενώ στο μεταξύ είχε βρει την αυτοκυριαρχία της
– Χρύσα…
– Όχι Γιώργο. Μην με ξαναενοχλήσεις σε παρακαλώ. φόρεσε τα γυαλιά ηλίου που κρατούσε στο χέρι της, μπήκε στο αυτοκίνητο κι έφυγε
Οδηγούσε ώρα. Ούτε ήξερε προς τα πού κατευθυνόταν, είχε απλά βγει στην Εθνική κι ακολουθούσε τις λευκές γραμμές του δρόμου, που έμοιαζαν να είχαν θολώσει απ’ τα δάκρυα που έτρεχαν ασταμάτητα στα μάτια της. Άναψε ένα τσιγάρο και φύσηξε με δύναμη τον καπνό. Πήρε δυο βαθιές αναπνοές κι έβγαλε δεξί φλας, έπρεπε να γυρίσει πίσω, σε δυο ώρες η κόρη της θα της έφερνε τον εγγονό της να τον προσέξει για λίγες ώρες.
Η κόρη της… το φως της ζωής της, ο μόνος λόγος που το μπορούσε ακόμη να στέκεται όρθια. Γιατί αν δεν ήταν εκείνη, θα ήταν πολύ δύσκολο να επιβιώσει απ’ όλα τα χαστούκια ζωής που είχε δεχτεί τα τελευταία χρόνια. Αν δεν ήταν εκείνη, 2 χρονών μωρό, μια σταλιά παιδάκι, δεν θα έβρισκε κάπου αλλού τη δύναμη να αντέξει τον χαμό εκείνου, του μεγάλου της έρωτα, του άντρα της. 22 χρόνια είχαν περάσει από τότε. 23 χρονών κορίτσι ήταν κι αυτή κι έμεινε έτσι ξαφνικά μόνη μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά. Κι έπρεπε να σταθεί όρθια και να παλέψει, δεν είχε την πολυτέλεια να καταρρεύσει. Έπρεπε να τα καταφέρει. Και το έκανε. Δυο δουλειές, μια το πρωί και μια στο σπίτι για να είναι κοντά στη Φωτεινή της, να δουλεύει ασταμάτητα, να είναι και μάνα και πατέρας μαζί. Απ’ τη μια να χαϊδεύει κι απ’ την άλλη να μαλώνει. Απ’ τη μια να φροντίζει κι απ’ την άλλη να συμβουλεύει. Όλα αυτή, μονάχη της. Ευτυχώς είχε κοντά και την πεθερά της, μα πόσα να κάνει κι αυτή; Μεγάλη γυναίκα ήταν και μετά το χαμό του μοναχογιού της άρχισε σιγά σιγά να χάνεται. Δέκα χρονών ήταν η Φωτεινή της όταν η γιαγιά της πήγε να συναντήσει τον μπαμπά της. Κι είχε η κόρη της δυο αστεράκια ολόδικά της να κοιτάζει στον ουρανό.
Μα τα δύσκολα είχαν πια περάσει κι η Χρύσα απέφευγε να τα φέρνει συχνά στο νου, γιατί έκαναν ακόμη το στομάχι της να σφίγγεται. Τα δύσκολα είχαν περάσει, η Φωτεινή είχε μεγαλώσει, είχε πάρει το δρόμο της, είχε παντρευτεί, είχε φτιάξει το δικό της σπιτικό και λίγους μήνες πριν, έφερε στον κόσμο και τον γιο της. Η κόρη της ήταν καλά και χαρούμενη. Όσο για την ίδια τη Χρύσα… παρέμενε μόνη. Κάποιες απόπειρες που είχε κάνει στο παρελθόν να κάνει κάποια σχέση, είχαν καταλήξει σε φιάσκο, οπότε αποφάσισε πως το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να αφοσιωθεί στη δουλειά της και στο σπίτι της. Κι όσες φορές κι αν προσπάθησε η κόρη της μεγαλώνοντας να την πείσει πως δεν πρέπει να μείνει μόνη για πάντα, της απαντούσε μ’ ένα ξερό ‘αυτά είναι τυχερά’ κι έκοβε την κουβέντα. Τι να πει στο παιδί και τι να εξηγήσει; Προτιμούσε να σιωπά και να μην συζητά πράγματα που την πονούσαν. Γιατί συνειδητά είχε αποφασίσει να μεγαλώσει μόνη την κόρη της και να μην ‘βάλει άλλον άντρα στο σπίτι της’, μα ειδικά απ’ τη στιγμή που η Φωτεινή έφυγε απ’ το σπίτι, η μοναξιά μέσα στους 4 τοίχους ήταν αφόρητη. Παρόλα αυτά αρνιόταν ευγενικά οποιαδήποτε προσπάθεια των φίλων της για κάποια γνωριμία και απέφευγε οποιονδήποτε έδειχνε κάποιο ενδιαφέρον για εκείνη. ‘Αν όχι τώρα, τότε πότε βρε Χρύσα μου;’ της έλεγε συχνά η φίλη της η Μαρία. ‘Τώρα που έφυγε η Φωτεινή απ’ το σπίτι και δεν έχεις κάτι να σκέφτεσαι… Στην τελική 45 χρονών γυναίκα είσαι, όχι 80!’. ‘Άσε με βρε Μαρία μου, που θα τρέχω τώρα σε ραντεβού, χήρα γυναίκα!’. ’22 χρόνια πριν χήρεψες! Και ο φόνος παραγράφεται σε 22 χρόνια!’ αγανακτούσε η φίλη της, μα η Χρύσα δεν έδειχνε να πείθεται. Ποιον να εμπιστευτεί να βάλει στην καρδιά της τώρα πια;
Αγριεύει ο άνθρωπος με τη μοναξιά… αγριεύει και ξεχνά τη ζεστασιά μιας αγκαλιάς, ξεχνά το φως που κρύβεται σ’ ένα φιλί, ξεχνά τη ζάλη που κρύβεται σε μια αληθινή ένωση κορμιών. Έτσι αγρίεψε και το μέσα της Χρύσας. Έμαθε μονάχη και φοβόταν να κάνει ένα βήμα μπροστά, είχε βουλιάξει στη ρουτίνα και την καθημερινότητά της τόσο, που δεν μπορούσε καν να σκεφτεί ν’ αλλάξει λίγο τη ζωή της. Μέχρι τότε… μέχρι τη στιγμή που μια ειδοποίηση χτύπησε στο κινητό της. Ένα αίτημα φιλίας απ’ το παρελθόν…
Με τον Γιώργο είχαν γνωριστεί πολλά χρόνια πριν. Είχε σχέση με μια φίλη της και έκαναν παρέα ως ζευγάρια. Κάποια χρόνια αργότερα εκείνοι μετακόμισαν στην Ιταλία, ακολούθησε ο γάμος τους, δύο παιδιά κι ένα διαζύγιο. Στο μεταξύ κι η Χρύσα παντρεύτηκε, γέννησε και μετά ήρθε ο χαμός του άντρα της και με τον καιρό χάθηκαν. Μέχρι εκείνη τη μέρα, ένα χρόνο πριν, που την βρήκε στα social και της έκανε αίτημα φιλίας. Το αποδέχτηκε και μίλησαν ώρα. Αντάλλαξαν τα νέα τους, μίλησαν για τα παιδιά τους, τη δουλειά, τη ζωή τους. Είχε πραγματικά χαρεί που μίλησε μαζί του, μιας και τότε, πάνω από 25 χρόνια πριν, έκαναν πολύ παρέα οι 4 τους και ήξερε καλά πως κι ο άντρας της αγαπούσε το Γιώργο. Και της ξαναέστειλε και την επομένη και την επομένη, μέχρι που είχαν περάσει 2 μήνες και η επικοινωνία τους ήταν πια καθημερινή. Τίποτα πονηρό, τίποτα μεμπτό. Μιλούσαν ανθρώπινα κι απόλυτα φιλικά, οπότε δεν το πολυσκέφτηκε όταν της πρότεινε να βρεθούν να τα πουν κι από κοντά.
Και βγήκαν. Πήγαν για καφέ, μια άλλη φορά πήγαν μαζί σινεμά, μια άλλη σ’ ένα ταβερνάκι που είχε ανοίξει ένας φίλος του… Περνούσαν όμορφα, γελούσαν πολύ, για στιγμές ένιωθε πως γινόταν ξανά 20 χρονών. Κι εκείνος ήταν πολύ ευγενικός μαζί της, σωστός κύριος! ‘Ποιος να μου το έλεγε πως θα γινόμασταν οι 2 μας κολλητοί τελικά!’ του είπε γελώντας ένα βράδυ την ώρα που είχαν φτάσει κάτω απ’ το σπίτι της, επιστρέφοντάς την από μια ακόμη κοινή τους έξοδο.
– Χρύσα… της είπε κι εκείνη γύρισε και τον κοίταξε και αμέσως κατάλαβε πως κάτι στο βλέμμα του ήταν διαφορετικό απ’ τις προηγούμενες φορές
– Καληνύχτα Γιώργο. είπε μόνο και βγήκε απ’ το αυτοκίνητο
Από εκείνη τη μέρα όλα άλλαξαν μέσα της. Χωρίς να κάνει καμία κίνηση εκείνος, χωρίς να της πει τίποτα, μόνο απ’ τη χροιά της φωνής του λέγοντας το όνομά της, η Χρύσα κατάλαβε πως όλα ήταν διαφορετικά απ’ ό,τι ήθελε να πιστεύει. Και καθόταν και σκεφτόταν το πώς την κοιτούσε μερικές φορές, το πώς της χαμογελούσε και πόσο εύκολα εκείνη έκανε ότι δεν έβλεπε, έκανε ότι δεν καταλάβαινε. Ο Γιώργος ήταν ένας πολύ ωραίος άντρας, με πολύ χιούμορ και ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα μπορούσε να τον δει διαφορετικά, τώρα όμως… τώρα όμως όχι! Ο Γιώργος ήταν φίλος του άντρα της και πρώην άντρας της τότε φίλης της. Ήταν μια περίπτωση απαγορευτική για την ίδια, όσο κι αν ένιωθε την μεταξύ τους έλξη.
Μετά από εκείνο το βράδυ, εκείνος συνέχισε να προσπαθεί ευγενικά να επικοινωνήσει μαζί της, είτε τηλεφωνώντας της είτε στέλνοντάς της μηνύματα, εκείνη όμως είχε παγώσει τη στάση της. Του έκλεινε βιαστικά το τηλέφωνο προφασιζόμενη δουλειά και του απαντούσε μονολεκτικά στα μηνύματα, σε μια προσπάθεια να τον αποθαρρύνει, να τον κρατήσει μακριά. Καμιά φορά όμως ο έρωτας είναι πάνω από τη λογική, ακόμη κι απ’ τη δική της αυστηρή και μονόδρομη λογική κι όταν ένα μεσημέρι τον είδε να την περιμένει έξω απ’ τη δουλειά της, ένιωσε την καρδιά της να λυγίζει.
– Ήμουν εδώ κοντά κι είπα μιας κι είναι η ώρα που σχολάς, να περάσω να σε πάρω να πάμε να φάμε κάπου μαζί. Αν φυσικά θέλεις… της είπε και την κοίταξε βαθιά στα μάτια
– Ναι… ναι, γιατί όχι; απάντησε εκείνη διστακτικά
Και κάπως έτσι άρχισαν όλα. Μετά το φαγητό κατέληξαν στο σπίτι του, όπου και ενώθηκαν για πρώτη φορά οι δυο τους. Κι ήταν μια ένωση μαγική, αληθινή, ουσιαστική, γεμάτη συναισθήματα κι όχι απλά ξέσπασμα της σάρκας. Η χημεία τους ήταν εκρηκτική και η Χρύσα για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια ένιωσε ζωντανή, μα αυτές οι δεύτερες σκέψεις που δεν μπορούσε να σταματήσει να κάνει, δεν την άφηναν να χαρεί αληθινά, παρότι ήταν ξεκάθαρα κι οι δυο ερωτευμένοι.
Για μήνες δεν είχε μιλήσει σε κανέναν γι’ αυτή τη σχέση, παρότι ήταν φανερό σε όλους πως κάτι είχε αλλάξει στη ζωή της. Βαθιά μέσα της πίστευε πως όλο αυτό ήταν ανήθικο, πως δεν ταίριαζε στις αρχές και την ιδιοσυγκρασία της και προτιμούσε να το κρατήσει κρυφό απ’ όλους. Μέχρι που η Μαρία, η φίλη της, επέμεινε μέχρις εσχάτων να μάθει τι συμβαίνει κι η Χρύσα που απ’ τη μια ήταν απόλυτα ερωτευμένη κι απ’ την άλλη την βασάνιζαν οι τύψεις, της μίλησε.
– Δεν νομίζεις πως μετά τα όσα έχεις περάσει, σου αξίζει επιτέλους λίγη ευτυχία;
– Δεν νιώθω καλά με όλο αυτό… Νιώθω φτηνή, βρώμικη…
– Είσαι τρελή; Για πρώτη φορά στη ζωή σου, μετά από τόσα χρόνια, βρήκες έναν άνθρωπο που σε νοιάζεται, που σε προσέχει, που σε κάνει να χαμογελάς και θες να το χαλάσεις;
– Ο Γιώργος είναι…
– Ναι, ναι, μου είπες τι είναι! Όπως και μου είπες πως σε κάνει ευτυχισμένη. Κι αν δεν είναι αυτό το σημαντικό, τι είναι; Και να σου πω και κάτι; Ο άντρας σου δεν βρίσκεται στη ζωή και με αυτή τη φίλη σου έχετε να μιλήσετε μια δεκαετία. Είσαι 22 χρόνια χήρα κι εκείνοι έχουν χωρίσει σχεδόν 20 χρόνια τώρα… Ε, βρε αγάπη μου, και φόνο να είχες κάνει, θα είχε παραγραφεί σε 20 χρόνια!
Η κουβέντα αυτή με τη φίλη της, την είχε ηρεμήσει λίγο και προσπάθησε να δει τα πράγματα λίγο διαφορετικά. Αν μη τι άλλο, να βγαίνει με το Γιώργο και να μην τον βάζει να κάθεται απ’ την απέναντι πλευρά του τραπεζιού, μη τους δει κανένα μάτι. Ναι, της άξιζε να γίνει ευτυχισμένη μετά τα όσα είχε περάσει. Και ναι, ίσως δεν έπρεπε να αφήσει τις τύψεις της να της χαλούν την ευτυχία. Εξάλλου πια ήταν κι οι δυο ελεύθεροι… Αυτά κι άλλα τόσα σκεφτόταν και με τον καιρό είχε σχεδόν καταφέρει να πείσει τον εαυτό της, μέχρι εκείνο το τηλεφώνημα που άλλαξε τα πάντα. Η φίλη της, η τότε φίλη της, λίγο καιρό πριν είχε επιστρέψει πια μόνιμα στην Ελλάδα και ήθελε να την δει.
– Δεν ξέρεις πόσο μου έλειψες Χρύσα μου! Πάντα σε είχα στην καρδιά μου κι ας έχουμε χαθεί τόσα χρόνια. Πέρασες κι εσύ πολλά, πέρασα κι εγώ πολλά… Θα στα πω… Πότε μπορείς να βρεθούμε από κοντά;
Σε φυσιολογικές συνθήκες αυτό το τηλεφώνημα θα την είχε χαροποιήσει πολύ, αυτές οι συνθήκες που ζούσε όμως τους τελευταίους μήνες, κάθε άλλο παρά φυσιολογικές ήταν για την ίδια. Κλείνοντας το τηλέφωνο με τη φίλη της, ένιωσε την ψυχή της ν’ αδειάζει. Η ιστορία με το Γιώργο, έπρεπε να τελειώσει. Άμεσα.
Του τηλεφώνησε και μέσα σε κλάματα του εξήγησε πως δεν πρέπει να ξαναβρεθούν ποτέ. Εκείνος προσπάθησε να την ηρεμήσει, προσπάθησε να την πείσει να μείνει ψύχραιμη, δεν είχαν κάνει δα και κανένα έγκλημα! Η Χρύσα όμως ήταν ανένδοτη, η ιστορία τους είχε ήδη λάβει τέλος. Δεν μπορούσε να ζει πια μ’ αυτές τις τύψεις, όσο και αν τις χαντάκωνε τόσο καιρό μέσα της. Η φίλη της, η πρώην γυναίκα του, θα έμενε πια μια ανάσα μακριά τους, δεν μπορούσε να ρισκάρει να τους δει κάποιο μάτι, να της το πει, δεν μπορούσε, δεν ήθελε να την πληγώσει. Όλο αυτό ήταν ένα τεράστιο λάθος.
– Ρε Χρύσα σύνελθε γαμwto!!! Πιστεύεις πως νοιάζει την Εύα με ποια έχω σχέση; Ηρέμησε βρε κορίτσι μου να βρούμε μια άκρη! Έλα να τα πούμε από κοντά, σε παρακαλώ!
– Δεν έχουμε να πούμε τίποτα Γιώργο! Στα έλεγα απ’ την αρχή, εσύ όμως…
– Εγώ ήμουν ερωτευμένος! Είμαι τρελά ερωτευμένος μαζί σου Χρύσα! Και όχι, δεν το θεωρώ λάθος όλο αυτό, απ’ τη στιγμή που κι εσύ νιώθεις το ίδιο!
– Ήταν λάθος Γιώργο!
– Λάθος είναι αυτό που κάνεις τώρα!
– Αντίο Γιώργο…
*****
Πέρασαν 2 μήνες χώρια, χωρίς καμία επικοινωνία. Όλα τα τηλεφωνήματα και τα μηνύματά του έμεναν αναπάντητα απ’ τη Χρύσα, όσο κι αν αυτό την πονούσε. Τις φορές που πήγαινε έξω απ’ τη δουλειά της και την περίμενε, εκείνη φρόντιζε να βγαίνει με συναδέλφους της απ’ το κτίριο για να τον αποφύγει και τις φορές που της χτυπούσε το κουδούνι του σπιτιού της, εκείνη δεν του άνοιγε. Η Χρύσα υπέφερε, μα ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός, έλεγε κι έκανε υπομονή. Απ’ την άλλη μεριά ο Γιώργος είχε διαλυθεί, δεν άντεχε αυτή την αναίτια για εκείνον, απόσταση μεταξύ τους.
Πέρασαν 2 μήνες χώρια, μέχρι ακόμη ένα μήνυμά του. “Στις 5 θα σε περιμένω στο πάρκο δίπλα στη δουλειά σου” της έστειλε και για κάποιο λόγο η Χρύσα λύγισε. Θα πήγαινε. Θα πήγαινε και θα του εξηγούσε από κοντά όσα ένιωθε και το γιατί δεν γινόταν να είναι μαζί. Ένιωθε πιο δυνατή πια να αντιμετωπίσει την παρουσία του, ένιωθε πως δεν θα την γονάτιζε η καρδιά, πως η λογική είχε πάρει πια τα ηνία.
Όταν τον είδε να την περιμένει, κατάλαβε γιατί τόσο καιρό απέφευγε αυτή τη συνάντηση. Αυτός ο άντρας την τραβούσε σαν μαγνήτης, η αύρα του την διέλυε, παρέλυε στη θέα των ματιών του. Ήταν απίστευτα ερωτευμένη ακόμη μαζί του, έπρεπε όμως να δώσει ένα τέλος, έπρεπε να κάνει το σωστό.
Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια κι όταν ένιωσε να βουρκώνει, κατέβασε το βλέμμα της απότομα στο χώμα. Δεν ήθελε να κλάψει. Δεν ήθελε να τη δει να κλαίει. Το να του αφήσει το χέρι ήταν μονόδρομος.
– Δώσε μας μία ευκαιρία. Είμαι σίγουρος πως…
– Από όπου και να το πιάσεις λερώνει, Γιώργο. Ήταν λάθος που ήρθα. Είναι λάθος όλο αυτό. είπε σηκώνοντας το βλέμμα της στο δικό του, ενώ στο μεταξύ είχε βρει την αυτοκυριαρχία της
– Χρύσα…
– Όχι Γιώργο. Μην με ξαναενοχλήσεις σε παρακαλώ. φόρεσε τα γυαλιά ηλίου που κρατούσε στο χέρι της, μπήκε στο αυτοκίνητο κι έφυγε
*****
Κανείς απ’ τους δυο δεν ξαναερωτεύτηκε. Οι καρδιές τους έμειναν νοερά μαζί για πάντα. Όσες προσπάθειες έκαναν να δοθούν αλλού, κατέληγαν σε φιάσκο, γιατί κανείς απ’ τους δυο δεν μπορούσε να ξεχάσει, κανείς απ’ τους δυο δεν μπορούσε να ξεαγαπήσει, κανείς απ’ τους δυο δεν μπορούσε να ξεερωτευτεί. Παρόλα αυτά έμειναν για πάντα μακριά, δεν ξαναβρέθηκαν ποτέ. Έμειναν να πληρώνουν για το δικό τους έγκλημα, ένα έγκλημα που αν ήταν κακούργημα, θα είχε ήδη παραγραφεί…
Σόνια Β.

2 responses to “Παραγραφή εγκλήματος”
[…] Παραγραφή εγκλήματος Στο μπαλκόνι με τη θέα […]
[…] Παραγραφή εγκλήματος Η Επιλογή […]