Hταν νύχτα κι αυτό σίγουρα ήταν καλό, του άρεσε η νύχτα. Μικρός, όταν τον ρωτούσαν το γιατί, απαντούσε το προφανές, μύριζε όμορφα! Τότε μύριζε πάντα όμορφα, όμως δυστυχώς τώρα, σ’ αυτή την πόλη, μακριά από το χωριό του, την είχαν βρωμίσει. Αυτά τα μιάσματα. Το μόνο που ήθελε ήταν να μυρίζει η νύχτα και πάλι όμορφα, μόνο αυτό.
Στο δήμο είχε βρει δουλειά σε απορριμματοφόρο. Δούλευε νυχτερινές βάρδιες πάντα και αυτό ήταν επίσης καλό και βολικό, καθάριζε τη νύχτα. Στα ρεπό του όμως την ξεβρώμιζε. Δεν ήταν τόσο δύσκολο όσο το περίμενε στην αρχή, υπήρχαν τόσα πολλά σκουπίδια που ζούσαν ή περπατούσαν στους δρόμους. Τα εντόπιζε στις νυχτερινές του βάρδιες και νοερά τους έδινε ραντεβού στα ρεπό του. Αρχικά ήταν οι άστεγοι, αυτοί σίγουρα βρώμιζαν τη νύχτα και δε θα τους αναζητούσε κανείς. Για ένα πιάτο φαγητό σε ακολουθούσαν, όχι όλοι, κάποιοι ήταν πιο δύσπιστοι και έπρεπε να παίρνει πιο δραστικά μέτρα. Δε πειράζει όμως, λειτούργημα έκανε. Μετά όμως πρόσεξε πως δεν ήταν οι μόνοι που προκαλούσαν αυτή τη δυσωδία. Εξαρτημένοι, αυτοί οι άθλιοι που σέρνονταν στα στενά και στις πλατείες, σίγουρα σκουπίδια. Έπρεπε να επιληφθεί του θέματος, ήταν ο Καθαριστής, ο Καθαριστής της νύχτας.
Το να ξεφορτωθεί αυτά τα σκουπίδια, ή μάλλον ό,τι είχε απομείνει από αυτά, τον προβλημάτισε στην αρχή. Είχε όμως το αγροτικό του και το αλυσοπρίονο που είχε φέρει από το χωριό και υπήρχαν τόσοι κάδοι. Ήξερε όλους τους κάδους, δουλειά του ήταν άλλωστε. Έπρεπε βέβαια να προμηθεύεται πολλές σακούλες, όμως χαλάλι τους τα έξοδα, αρκεί να γινόταν σωστά η δουλειά. Διασκέδασε απίστευτα όταν έγινε το έλα να δεις στα κανάλια, που βρέθηκαν διαμελισμένα πτώματα στη χωματερή. Δεν καταλάβαιναν, σκουπίδια ήταν και τα είχε βάλει στη θέση τους. Όμως πώς να καταλάβουν, αυτοί δεν μπορούσαν να μυρίσουν τη νύχτα…
Όταν ξεκίνησαν οι έρευνες και οι ανακρίσεις, ήξερε ότι έπρεπε να πάρει ένα διάλειμμα. Η νύχτα μύριζε κάπως καλύτερα τώρα, οπότε θα έκανε λίγη υπομονή. Είχε ρεπό και ήταν νύχτα φυσικά, σήμερα δε μπορούσε να δουλέψει κι ας το ήθελε πολύ. Ο Καθαριστής έπρεπε να βγει σε άδεια δυστυχώς, μια βόλτα όμως θα την έκανε καλού κακού. Τότε ήταν που τις άκουσε σε ένα κακόφημο στενό να γκαρίζουν “Η νύχτα είναι μεγάλη και τα τακούνια μας ψηλά!”.
Πόρνες! Πώς δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα; Τη βρώμιζαν τη νύχτα χειρότερα απ’ όλους! Έπρεπε να αντισταθεί στη παρόρμησή του, όμως ήταν επιτακτική ανάγκη. Δεν είχε τον εξοπλισμό του και παρασύρθηκε, λάθος, μεγάλο λάθος! Τώρα που τον συνέλαβαν, ποιος θα καθάριζε τη νύχτα;
Προσπάθησε να εξηγήσει στους αστυνομικούς, στον ανακριτή, στον εισαγγελέα και αργότερα στον δικαστή, ποιος ήταν και τι έκανε. Ήξεραν, του είπαν, τίποτα δεν ήξεραν, όχι!
Είναι νύχτα και αυτό είναι σίγουρα καλό, του αρέσει η νύχτα. Είναι σε ένα κελί και αύριο πρέπει να πάει σε ένα άλλο, λένε, κι όμως μπορεί να τη μυρίσει. Δυστυχώς βρώμισε πάλι και αυτοί δεν τον αφήνουν να τη καθαρίσει!
kolokufoula
