Ξύπνησε ακριβώς στις οχτώ, όπως πάντα. Δικαίως του έλεγε η Ράνια, η γυναίκα του, γελώντας, πως ήταν ένα ξυπνητήρι από μόνος του. Θα την έπαιρνε μια αγκαλιά τώρα και θα τη φιλούσε τρυφερά στο μάγουλο για να τη ξυπνήσει. Μετά θα πήγαινε να φτιάξει πρωινό για τις γυναίκες της ζωής του, όσο η Ράνια θα προσπαθούσε να πείσει τη μικρή να σηκωθεί και αυτή από το κρεβάτι. Την ώρα που πήγε να γυρίσει προς τη Ράνια, του στάθηκε αδύνατον, βρισκόταν ακινητοποιημένος. Με την άκρη του ματιού του μπορούσε να διακρίνει πως η Ράνια δεν κοιμόταν δίπλα του και ούτε ο ίδιος βρισκόταν στο κρεβάτι του σπιτιού του. Τρόμος τον κατέκλυσε. Ποιος και γιατί τον είχε αιχμαλωτίσει σε αυτόν τον περίεργο χώρο και πού ήταν η γυναίκα και η κόρη του; Προσπάθησε να φωνάξει, όμως ούτε αυτό ήταν δυνατόν. Με κάποιον περίεργο τρόπο τον είχαν φιμώσει, γιατί δεν αισθανόταν τίποτα να του κλείνει το στόμα. Πριν τον κατακλύσει τελείως ο πανικός, θυμήθηκε… Τον είχαν απαγάγει και δεν ήταν η πρώτη φορά που ξυπνούσε σε αυτό το μέρος.
Δεν ήξερε πόσες μέρες είχαν περάσει, όμως γνώριζε τι θα ακολουθούσε. Πρώτα θα ερχόταν εκείνος, ο βασανιστής του. Θα τον πονούσε σε όλο το σώμα, χωρίς έλεος. Τον βασάνιζε και έλεγε πως ήταν για το καλό του. Ήθελε τόσο πολύ να αμυνθεί, όμως τον κρατούσαν ακινητοποιημένο εντελώς. Δεν μπορούσε να διακρίνει τα δεσμά που τον κρατούσαν. γιατί δεν ήθελαν να του δώσουν την παραμικρή ευκαιρία να απελευθερωθεί. Αυτό το μαρτύριο που κρατούσε για ώρα, κάποια στιγμή επιτέλους θα τελείωνε, όμως δε θα ήταν το μόνο. Μετά θα ερχόταν εκείνη, αυτή ήταν χειρότερη. Δε βασάνιζε το σώμα, αλλά το μυαλό του. Του μιλούσε γι’ αυτόν και τη ζωή του, σαν να τα γνώριζε όλα. Πράγματα και καταστάσεις που υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν αδύνατον να γνωρίζει. Δεν ήξερε πώς τα είχε μάθει όλα αυτά, ούτε γιατί, ούτε πόσο καιρό τους πήρε πριν τον απαγάγουν. Το χειρότερο ήταν όταν έκανε αναφορές στη γυναίκα και στη κόρη του, ήξερε τα πάντα και για εκείνες. Έβλεπε την αγωνία στα μάτια του, όμως δεν του έλεγε τι είχαν απογίνει. Χαμογελούσε λυπημένα όταν αναφερόταν σε εκείνες και αυτό τον τρόμαζε περισσότερο.
Τι τέρατα ήταν αυτοί οι δύο; Δε μπορούσε να βρει τον λόγο που είχαν επιλέξει αυτόν και την οικογένειά του. Ένας απλός εργαζόμενος ήταν, χωρίς περιουσία ή αποταμιεύσεις. Το μόνο πολύτιμο που είχε ήταν η οικογένειά του και όσο περνούσαν οι μέρες, φοβόταν όλο και περισσότερο για την τύχη τους. Πριν φύγει, αυτή η σατανική γυναίκα ζητούσε να της μιλήσει, να της πει κάτι. Σατανική ναι, αφού ήξερε πολύ καλά ότι ήταν φιμωμένος, αυτοί τον είχαν φιμώσει. Αυτή η σαδίστρια ήξερε πολύ καλά τι ήθελε να πει και κυρίως να ρωτήσει, όμως διασκέδαζε με την ανημποριά του, γι’ αυτό κάθε φορά αποχωρούσε με εκείνο το δήθεν θλιμμένο χαμόγελο.
Μετά θα έρχονταν οι βοηθοί τους, αυτοί δε μιλούσαν. Πάντα σιωπηλοί, δουλειά τους ήταν να τον ταΐζουν και να τον κρατάνε στη ζωή. Του έδιναν και φάρμακα, συνέχεια, πολλά φάρμακα! Αυτός πρέπει να ήταν και ο τρόπος που χρησιμοποιούσαν για να τον κρατάνε με αόρατα δεσμά πλήρως ακίνητο χωρίς να μπορεί να μιλήσει. Ίσως ήταν τίποτα τρελοί επιστήμονες, αφού φορούσαν όλοι ιατρικές στολές, που τον είχαν για πειραματόζωο. Έπρεπε να βρει τον τρόπο να ξεφύγει και να πάει να βρει τη Ράνια και τη μικρή τους κόρη!
Σε ένα παγκάκι του πάρκου, έξω από ένα νοσοκομείο, κάθονταν αμίλητοι δυο νέοι άνθρωποι. Είχαν πάρει από έναν καφέ από το κυλικείο, που όμως δεν τον είχαν αγγίξει. Δύο φιγούρες χαμένες στις σκέψεις τους ο καθένας, ένας φυσικοθεραπευτής και μια ψυχίατρος. Πρώτος έσπασε τη σιωπή εκείνος.
– Πρέπει να του μιλήσεις, δεν πάει άλλο!
– Δεν είναι έτοιμος ακόμα.
– Βρε Άννα μου, ποτέ δε θα είναι έτοιμος για κάτι τέτοιο!
– Ίσως δεν είμαι ούτε εγώ.
– Νομίζει ότι τον κρατάμε έγκλειστο και δε ξέρει το λόγο. Δε μας θυμάται, μας κοιτάει με τρόμο, αποδέξου το!
– Και τι να του πω βρε Άγγελε; Τόσο εύκολο το έχεις; Κάθε φορά που τις αναφέρω κλαίει και δεν μπορεί ούτε τα δάκρυά του να σκουπίσει. Ραγίζω και εγώ!
– Να του πεις την αλήθεια, όπως κάναμε πάντα μεταξύ μας.
– Θέλεις δηλαδή να μπω απλά στο δωμάτιό του και να του ανακοινώσω ότι η Ράνια και η μικρή δεν υπάρχουν πια; Πως ό,τι πολυτιμότερο είχε στη ζωή του, χάθηκε εξαιτίας ενός μεθυσμένου οδηγού; Ή ότι πιθανόν να μείνει και ο ίδιος παραπληγικός για την υπόλοιπη ζωή του; Ούτε να μιλήσει δε μπορεί μετά τον τραυματισμό στο λαιμό! Θα τον τσακίσω! Δεν το καταλαβαίνεις;
– Θα είμαστε εμείς δίπλα του Άννα, κι ας μη μας θυμάται ακόμα.. Αδέλφια του είμαστε!
kolokufoula
