[Σημείωση: Αυτό το χρονικό διάστημα, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια της «Κόμισσας». Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
*
Φόνοι στο νεκροταφείο
Του Χιούμπερτ Μαρ
(Τεύχος Ιουνίου, 1898, σελ. 7-13)
Αγαπητέ αναγνώστη,
Σε συμβουλεύω να μη διαβάσεις την παρακάτω ιστορία αν έχει πέσει η νύχτα ή αν ζεις σε κάποιο χωριό ή, ακόμα χειρότερα, αν κοντά σου υπάρχει κάποιο νεκροταφείο. Είναι πολύ τρομαχτική! Και χαίρομαι ιδιαίτερα για αυτό, καθότι ο κύριος Μαρ ήξερε ακριβώς τι διηγήματα θέλουμε να διαβάζουμε και να δημοσιεύουμε!
Κλαρκ Μέιχεμ
Το σκοτάδι είχε καλύψει την πλάση. Η βροχή έπεφτε σποραδικά, με λίγες ψιχάλες τη μια στιγμή, και με σφοδρότητα την επόμενη. Ο αέρας είτε ψιθύριζε μέσω των φύλλων των δέντρων, είτε ούρλιαζε σπέρνοντας πολεμικές ιαχές και σκουπίδια στο βασίλειό του. Η ομίχλη δεν ανακατευόταν απλώς στα παρανοϊκά σχέδια του ανέμου, αλλά τον συνόδευε ύπουλα.
Το μικρό ορεινό χωριό του Γούντεν Σορντ σειόταν από τις βροντές και είχε καλυφθεί από ένα άοσμο πέπλο, σαν απαλό και άπιαστο σεντόνι. Ακόμα και στις ήρεμες στιγμές του, όμως, το απειλητικά σκιερό τοπίο δεν προσέφερε καμία ηρεμία και καμία παρηγοριά. Οι λιγοστοί κάτοικοί του είχαν κρυφτεί στις φωλιές τους, περιμένοντας να ξημερώσει.
Αλλά όχι όλοι. Τέσσερις άνθρωποι ήταν έξω από την κατοικία τους. Οι δύο έτρεχαν, ο ένας ακολουθώντας τον άλλο. Οι άλλοι δύο αδυνατούσαν να αντιδράσουν, πέραν από τις κραυγές και τα δάκρυά τους.
Η εικοσάχρονη Αϊλίν κούνησε το κεφάλι της, καθώς έτρεχε, για να φύγουν μπροστά από τα μάτια της τα βρεγμένα της ξανθά μαλλιά. Είδε την σιδερένια πόρτα του νεκροταφείου με τα αγάλματα, τα αγγελάκια-φύλακες που προσεύχονταν καθώς στέκονταν πάνω στα τελευταία κάγκελα της θύρας. Απογοητεύτηκε, γιατί ήταν κλειστή, κι εκείνη δεν μπορούσε να πιάσει το χερούλι και να την ανοίξει, μιας και στα χέρια της κρατούσε τα δίδυμά της, την Τέμπι και τον Ράνσομ, τα οποία δεν είχαν σταματήσει να κλαίνε από τη στιγμή που ο πατέρας τους, ο Βίκτορ, είχε αρχίσει να χτυπάει και να ουρλιάζει στην μητέρα τους, αναγκάζοντάς τη να τον χτυπήσει με μια καρέκλα όταν αυτός γύρισε για λίγο το αγριεμένο του βλέμμα προς τα μικρά τους. Τότε, καθώς αυτός έπεφτε βρίζοντας, η Αϊλίν άρπαξε στην αγκαλιά της τα παιδιά και έτρεξε μακριά του, έξω από το σπιτικό τους.
Είχε σκεφτεί αρχικά να πάει στους Μπαρνέτ, όμως αυτοί δεν θα μπορούσαν να κάνουν το παραμικρό απέναντι στον Βίκτορ. Οπότε άλλαξε γνώμη και πλέον σκοπός της ήταν να περάσει μέσα από το νεκροταφείο, διασχίζοντας με προσοχή το κύριο μονοπάτι του (για να μην πατήσει κατά λάθος σε κάποιον τάφο και η κακή τους τύχη γίνει πολύ χειρότερη, όπως είχε μάθει από τους γηραιότερους), μέχρι που θα έβγαινε στην άλλη πλευρά όπου υπήρχε ο στάβλος του Βέρνον, με άλογα και άμαξες. Είχε αποφασίσει να φύγει για πάντα από το Γούντεν Σορντ, μαζί με τα παιδιά, και αυτός ήταν ο μόνος δρόμος (χωρίς να χρειαστεί να γυρίσει πίσω και να την πιάσει ο Βίκτορ ή δίχως να χαθεί στο δάσος που περιέβαλλε το Γούντεν Σορντ, δύο διαδρομές που θα ήταν πολύ κουραστικές).
Αλλά η πόρτα ήταν κλειστή και η Αϊλίν άκουγε τις φωνές και τα γρήγορα βήματα του Βίκτορ.
«Όχι, Θεέ μου!» ψέλλισε. Προσπάθησε να την ανοίξει με το δεξί της χέρι, ελευθερώνοντας λιγάκι τα δάχτυλά της. Όμως, άλλαξε γνώμη, καθώς το κορμάκι της Τέμπι άρχισε να γλιστράει.
Η Αϊλίν έκανε να σπρώξει την πόρτα, μην τυχόν και ήταν ανοιχτή, αλλά φυσικά δεν ήταν –ο γέρος νεκροθάφτης, ο Σίμουρ, δεν θα ξεχνούσε να την κλείσει, για να μην μπει κανείς από λάθος.
«Τι θα κάνουμε, Θεέ μου;» αναρωτήθηκε, καθώς έσκυβε και καθόταν γονατιστή και ακουμπούσε το μέτωπό της στα σιδερένια κάγκελα της θύρας. «Βοήθησέ μας. Βοήθησε τα παιδιά μου, Σε παρακαλώ».
«ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΟΥ ΞΕΦΥΓΕΙΣ!» ακούστηκε το ουρλιαχτό του Βίκτορ. «ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΠΑΣ ΠΟΥΘΕΝΑ! ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΕΜΕΝΑ!».
Η Αϊλίν ένιωσε την καρδιά της να σπαρταράει σαν θυμωμένο πρόβατο. Αλλά εκείνη έτρεμε από το φόβο της.
Πάνω που σκεφτόταν να γυρίσει και να τρέξει μακριά, άκουσε τον χαρακτηριστικό ήχο που ήξερε από μικρή ότι έβγαζε το χερούλι της πόρτας του νεκροταφείου. Η Αϊλίν σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε και είδε τον Ράνσομ να κρατάει ακόμα το χερούλι. Αλλά το είχε γυρίσει προς τα κάτω, κι έτσι η πόρτα ήταν πλέον ανοιχτή –τα αγγελάκια είχαν στραφεί ελαφρώς προς τα δεξιά.
Η Αϊλίν χαμογέλασε. «Γλυκό μου αγόρι! Πανέξυπνα που μου είστε!»
Σηκώθηκε και έσπρωξε με τον ώμο της την πόρτα.
«Πού πας, μικρή Αϊλίν; Πού πας, ανόητη Αϊλίν; Δεν ξέρεις, δεν έχεις μάθει τόσο καιρό ότι δεν πρέπει να μου αντιστέκεσαι και να κάνεις του κεφαλιού σου;»
Η Αϊλίν κοίταξε πίσω της.
Ο Βίκτορ σχεδόν τους είχε φτάσει. Τον έβλεπε ολοκάθαρα: ψηλός, με κοντά μαύρα μαλλιά, στιβαρούς ώμους και λερωμένα ρούχα. Γενειοφόρο πρόσωπο με άψυχα μάτια. Στο χέρι κρατούσε το μαχαίρι με την πλατιά λεπίδα που είχε πάντα μαζί του, είτε όταν πήγαινε να σφάξει κάποιο από τα ζωντανά τους, είτε όταν πήγαινε στο πανδοχείο του Έβερετ για να πιει άφθονη μπίρα. Κι απ’ ό,τι φαινόταν, το είχε μαζί του και τώρα, που ήθελε εμφανώς να βλάψει τα μέλη της οικογένειάς του –ή έστω μόνο την Αϊλίν.
Η Αϊλίν γούρλωσε τα μάτια και γύρισε και έτρεξε μέσα στο νεκροταφείο.
«Δεν μπορείς να πας πουθενά, γυναίκα! Όχι χωρίς να το πω εγώ!» της φώναξε, μα εκείνη δεν του απάντησε ούτε αυτή τη φορά. Συνέχισε να τρέχει, ενώ αυτός την ακολουθούσε με φαινομενικά ήρεμα βήματα.
Η Αϊλίν έτρεχε και έτρεχε, και τα μωρά φώναζαν και έκλαιγαν, ενώ η βροχή αυξανόταν με ολοένα πιο δυνατές ριπές. Το κρύο διαπερνούσε τα μουσκεμένα ρούχα τους και η ομίχλη παιδιάριζε, καθώς έκρυβε το μονοπάτι που έπρεπε να ακολουθήσουν, για να μη γίνει χειρότερη η τύχη τους.
Πίσω τους, ο Βίκτορ συνέχιζε να φωνάζει, απειλώντας έμμεσα ή άμεσα την γυναίκα του.
Η Αϊλίν συνέχισε τις προσπάθειες διαφυγής τους, προσέχοντας πού πατούσε όσο μπορούσε. Τα πόδια της μες στα λασπωμένα παπούτσια της τσαλαβουτούσαν στις μικρές πηγές που είχαν δημιουργηθεί τόπους-τόπους. Η ανάσα της έβγαινε βαριά και σφυριχτή. Κουραζόταν, ήδη ένιωθε όλο της το κορμί να πονάει. Τα μωρά στα χέρια της φάνταζαν ασήκωτα, αλλά εκείνη τα αγαπούσε και δεν θα τα άφηνε, ακόμα και αν στο τέλος της διαδρομής δεν μπορούσε να σηκώσει τα χέρια ούτε για να τρίψει τα μάτια της.
«Θα σε πιάσω, ανόητη γυναίκα!» φώναξε ο Βίκτορ. «Και δεν θα δεις άλλη μέρα να ξημερώνει!».
Η Αϊλίν θορυβήθηκε, καθώς της φάνηκε ότι ήταν ακριβώς πίσω της.
Και τότε ήταν που, πάνω στην αγωνία της, δεν είδε το κλαδί που είχε πέσει στο μονοπάτι. Το πάτησε και το πόδι της γλίστρησε πλάγια αριστερά και από το βάρος των διδύμων, μα και από την κούραση, παρασύρθηκε όλο της το σώμα.
Η Αϊλίν βρέθηκε στο έδαφος. Για καλή της τύχη, δε χτύπησε σε κάποιο σκληρό αντικείμενο. Πόνεσε, όμως, και τα χέρια της ξάφνου αλάφρυναν ύποπτα. Κοίταξε και διαπίστωσε ότι τα μωρά βρίσκονταν δίπλα της, η Τέμπι δεξιά και ο Ράνσομ αριστερά. Ήταν καλά, δεν είχαν τραυματιστεί, κάτι που ανακούφισε προσωρινά την Αϊλίν, η οποία γύρισε το κεφάλι και είδε με τρόμο έναν μεγάλο ξύλινο σταυρό να έχει μπηχτεί στο έδαφος. Παρότι δυσκολευόταν να δει τα ονόματα που ήταν χαραγμένα πάνω του, τον αναγνώρισε αμέσως: αυτόν τον σταυρό είχαν βάλει στον τάφο των γονιών της.
«Ω όχι…» ψέλλισε. «Αυτό δεν… δεν έπρεπε να συμβεί!». Έπιασε τα μαλλιά της και ταρακούνησε το κεφάλι της. «Χριστέ μου, συγχώρεσέ με! Συγχ… Μαμά, μπαμπά. Σας ικετεύω, συγχωρέστε με! Εγώ φταίω! Μην πειράξετε τα μωρά μου! Μην…»
«Άπιστη Αϊλίν… Ανόητη Αϊλίν».
Η Αϊλίν στράφηκε τη στιγμή που ο Βίκτορ, διπλάσιος από εκείνη, έκανε στην άκρη με τη μπότα του την Τέμπι και γονάτιζε και καθήλωνε με το σώμα του την γυναίκα του. Άπλωσε το ελεύθερο χέρι του και τη γράπωσε από τον λαιμό. Ατένισε τα φοβισμένα μάτια της, καθώς στάλες έπεφταν από το κεφάλι του στο φόρεμά της.
«Με πρόδωσες, αχάριστη γυναίκα, άχρηστη Αϊλίν!» της είπε με ήρεμη φωνή. «Με πρόδωσες και αυτό, όπως ξέρεις, δεν το συγχωρώ!».
Η Αϊλίν ήξερε. Ήξερε τι είχαν πάθει άνθρωποι που πρόδωσαν τον Βίκτορ. Αλλά εκείνη δεν είχε κάνει τίποτα τέτοιο. Προσπάθησε να του το πει ξανά, όμως αυτός έσφιξε κι άλλο τον λαιμό της.
Έδειξε τον σταυρό και το χώμα πάνω στο οποίο αναπαυόταν η γυναίκα του. «Εδώ έχεις θάψει τους γονείς σου, ε;» χαμογέλασε σφιγμένα. «Κι εδώ θα βρουν εσένα. Τι ποιητικό, δε βρίσκεις;»
Η Αϊλίν δεν μπόρεσε να απαντήσει.
Το πρόσωπο του Βίκτορ σκοτείνιασε. «Τι μοιραίο. Δε βρίσκεις;»
Η Αϊλίν προσπάθησε να κουνήσει το κεφάλι της.
Ο Βίκτορ έσφιξε το μαχαίρι.
Πριν το κατεβάσει στο σώμα της, τα δίδυμα, κλαίγοντας ακόμα, ακούμπησαν με τα χέρια τους τον πατέρα τους.
Εκείνος τα απομάκρυνε εύκολα και γύρισε ξανά προς την γυναίκα του.
Η Αϊλίν δοκίμασε να σφίξει το χέρι του και να απεγκλωβιστεί, όμως οι δυνάμεις της την είχαν εγκαταλείψει πια.
Μια βροντή ήχησε. Ο αέρας ούρλιαξε. Και ο Βίκτορ έμπηξε το μαχαίρι του στο σώμα της γυναίκας του.
Η Αϊλίν ήθελε να φωνάξει και να παλέψει, αλλά κάτι τράβηξε την προσοχή της. Είδε τα μικρά της, ήσυχα πλέον. Ο Ράνσομ έπιασε το πουκάμισο του πατέρα του, αναγκάζοντάς τον να γυρίσει προς το μέρος του, τη στιγμή που η Τέμπι ακούμπησε με τα δικά της χεράκια το φόρεμα της μητέρας της, στο σημείο που η πληγή ακόμα έβγαζε αίμα.
Κι ύστερα, η μικρή απομακρύνθηκε μπουσουλώντας πάνω στο καθαγιασμένο έδαφος του τάφου, μεταφέροντας το αίμα της μητέρας της μαζί της.
Ο Βίκτορ απομάκρυνε ξανά τον Ράνσομ και έπιασε τη λαβή του μαχαιριού του. Κοίταξε την γυναίκα του, που έμοιαζε σαν να είχε παραλύσει από έλλειψη ύπνου. «Με τι πραότητα δέχεσαι τον θάνατό σου!» της είπε και άφησε τον λαιμό της. Χάιδεψε τα μαλλιά της που είχαν απλωθεί στο έδαφος. «Είναι περίεργο, αλλά, οφείλω να πω, είναι και αξιοθαύμαστο. Μικρή Αϊλίν, γυναίκα που δεν μπόρεσες να σταθείς επάξια στο πλευρό του άντρα σου και μητέρα που δεν ήσουν ικανή να αναθρέψεις σωστά τα παιδιά σου».
Η Αϊλίν δεν απάντησε. Δεν έβρισκε κανένα νόημα στο να του απαντήσει. Ο Βίκτορ δεν θα καταλάβαινε ό,τι κι αν του έλεγε.
Εκείνος, κρατώντας ακόμα τα μαλλιά της, έσφιξε το μαχαίρι. «Ας τελειώνουμε, λοιπόν».
Πριν το τραβήξει, όμως, έβγαλε ένα απρόσμενο ουρλιαχτό, καθώς κάτι σφίχτηκε γύρω από τον καρπό του. Κάτι αηδιαστικό, μουχλιασμένο, φαγωμένο από σκουλήκια και ποντίκια.
Ο Βίκτορ άκουσε το έδαφος να διαταράσσεται και λάσπες να πετάγονται δεξιά και αριστερά. Μια απαίσια μυρωδιά γέμισε τα ρουθούνια του και ανακάτεψε το στομάχι του. Στην άκρη του οπτικού του πεδίου, εμφανίστηκαν δύο μορφές, οι οποίες… οι-οι οποίες… έβγαιναν… από το έδαφος. Από τον τάφο!
Αποτόλμησε μια ματιά.
Βρέθηκε αντιμέτωπος με μαύρες κόγχες και λειψά μαλλιά. Ρούχα που είχαν γδαρθεί από νύχια και δόντια. Κορμιά που είχαν χάσει την ανθρώπινη ομορφιά τους.
Ο Βίκτορ έκανε να σηκωθεί, όμως ο ένας από τους νεκρούς, ο άντρας, ο νεκρός εδώ και πέντε χρόνια πατέρας της Αϊλίν, τον είχε αρπάξει για τα καλά. Ο Βίκτορ άκουσε ένα παράξενο γρύλισμα, το οποίο έμοιαζε με κάποιον τρόπο με… γέλιο. Γυναικείο γέλιο. Η μητέρα της Αϊλίν χασκογελούσε διαβολεμένα, καθώς ερχόταν πιο κοντά στον Βίκτορ και έπιανε το κεφάλι του με τα σαπισμένα χέρια της.
Η Τέμπι και ο Ράνσομ είδαν τι έγινε στη συνέχεια, αλλά η μητέρα τους όχι. Κι όταν πήγαν κοντά της και έπιασαν τα χέρια της και την ταρακούνησαν, εκείνη δεν αποκρίθηκε. Είχε πεθάνει, αλλά ήταν ήσυχη. Σαν να ήξερε ότι τα παιδιά της θα ήταν καλά.
Εκείνο το τρομερό βράδυ, ο Ρότζερ και η Ροζίνα Μπαρνέτ άκουσαν χτύπους στην πόρτα του σπιτιού τους. Σηκώθηκαν κακήν κακώς, φορώντας μόνο τα νυχτικά και τα σκουφιά τους. Η Ροζίνα πήγε με αργά βήματα, ενώ ο Ρότζερ την ακολούθησε έχοντας μαζί του ένα τσεκούρι, μιας και ανησυχούσε για το ποιος μπορεί να ερχόταν στο σπίτι τους τόσο αργά.
Τα χτυπήματα ακούστηκαν ξανά.
Λίγο πριν η Ροζίνα φτάσει στην πόρτα, ο Ρότζερ τη σταμάτησε. «Περίμενε» της είπε και πήγε κοντά στο παράθυρο. Κοίταξε έξω. Όταν γύρισε προς το μέρος της, δεν την κοίταξε κατάματα, αλλά φάνηκε πολύ προβληματισμένος.
«Λοιπόν;» τον ρώτησε εκείνη.
Ο Ρότζερ έγλειψε τα χείλη του και στραβοκατάπιε. Έσφιξε το τσεκούρι. «Δεν ξέρω… Δεν ξέρω τι είδα. Δεν είμαι σίγουρος. Αλλά… Δεν νομίζω ότι πρέπει…»
Τότε άκουσαν κλάματα. Κλάματα από μωρά. Έξω ακριβώς από την πόρτα τους.
«Θεέ μου!» είπε η Ροζίνα και άνοιξε αμέσως την πόρτα. Έσκυψε και έπιασε τα δύο μωρά που βρήκε στο κατώφλι. Όταν γύρισε προς το εσωτερικό του σπιτιού, είπε στον άντρα της «Μα τι σκεφτόσουν, άνθρωπέ μου; Δύο μωρά είναι. Και μάλιστα, είναι ο Ράνσομ και η Τέμπι ή είναι η ιδέα μου;». Όταν ο Ρότζερ δεν της απάντησε, τον κοίταξε και τον ρώτησε «Τι φοβήθηκες, τέλος πάντων;». Η Ροζίνα ρουθούνισε και μόρφασε. «Και τι απαίσια μυρωδιά είναι αυτή;».
Ο Ρότζερ δεν μίλησε. Απλά, έκανε στην άκρη για να μπει μέσα στο σπίτι η γυναίκα του και μετά αυτός έκλεισε την πόρτα. Αλλά πρόλαβε και είδε αχνά τα δύο παραμορφωμένα φαντάσματα, να φεύγουν μακριά, το ένα δίπλα στο άλλο, και τότε μπόρεσε κάπως να ηρεμήσει.
«Μήπως πρέπει να πάμε στο σπίτι της Αϊλίν;» ρώτησε η Ροζίνα. «Κάτι θα πρέπει να έχει γίνει, Ρότζερ, δεν εξηγείται αλλιώς».
Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Όχι» απάντησε. «Όχι απόψε. Αύριο, ευχαρίστως. Αλλά όχι απόψε, όχι με τέτοια ομίχλη και μες στο σκοτάδι». Και σε ό,τι μπορεί να καιροφυλακτεί στις σκιές, σκέφτηκε.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Χιούμπερτ Μαρ γεννήθηκε το 1868 στο Σέφιλντ. Ζει στη Γλασκώβη με την σύζυγο και τα παιδιά τους. Εργάζεται σε σχολείο, αλλά τις ελεύθερες ώρες του του αρέσει να διαβάζει και να γράφει τις δικές του μικρές ιστορίες.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις:
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
