Το οικοτροφείο

Άντε πάλι αυτό το κορίτσι! Κάθε χρόνο τα ίδια, κάθε Αύγουστο εμφανίζεται. Την εκνευρίζει τη κυρά Δέσπω που έρχεται έτσι απρόσκλητη στα μέρη τους χωρίς να ξέρει κανένας το λόγο, βασικά κανείς δε την ξέρει. Έρχεται και φεύγει μέσα σε μια μέρα κάθε καλοκαίρι, πάντα Αύγουστο και πάντα στις 22. Φέρεται κάπως παράξενα, σαν να ακολουθεί κάποια ιεροτελεστία. Φτάνει πάντα με το τρένο και ξεκινάει τη καθιερωμένη διαδρομή. Ανεβαίνει στο παλιό οικοτροφείο, χρόνια τώρα εγκαταλελειμμένο. Τη βλέπει να μπαίνει από τη σπασμένη πόρτα και μετά να εξαφανίζεται στο εσωτερικό για κανένα μισάωρο. Μετά κάνει μια βόλτα στα μπαλκόνια του παλιού κτιρίου και αγναντεύει την από χρόνια παρατημένη αυλή. Η κυρά Δέσπω τα ξέρει, γιατί μένει ακριβώς απέναντι από το παλιό κτίριο. Θυμάται πως αρχικά ήταν στρατώνας, τότε που ήρθε νύμφη να ζήσει στο χωριό, μετά άλλαξε χρήση και έγινε χώρος φιλοξενίας για παλλινοστούντες πρόσφυγες. Γέμισε οικογένειες με παιδιά, φωνές και κακό και ο πεθερός της μονίμως μες στα νεύρα γιατί τα παιδιά μάζευαν τα καρύδια που έπεφταν από τα δέντρα της αυλής του έξω από το φράχτη στο δρόμο. Τους φώναζε αλλά αυτά αγρίμια δε χαμπάριαζαν τίποτα. Θα μου πεις, ούτε τη γλώσσα δε μιλούσαν καλά καλά, άσε που πεινούσαν μάλλον.

Το κορίτσι μετά την επίσκεψη στο οικοτροφείο, ανεβαίνει το δρόμο που οδηγεί στο λύκειο. Θα περάσει πρώτα από το δασάκι που βρίσκεται ενδιάμεσα, μετά κατεβαίνοντας θα περάσει έξω από το σπίτι της Δέσπως, την έχει μάθει τη ρουτίνα τόσα χρόνια. Θα μείνει για λίγα λεπτά να κοιτάζει με νοσταλγία το παλιό κτίριο, για να κατέβει στη συνέχεια στο χωριό. Θα περάσει από το δημοτικό σχολείο και την πλατεία, θα σταθεί στο σημείο που υπήρχε κάποτε ένα περίπτερο και θα κάνει ένα περίπατο μέχρι το σημείο που υπήρχε παλιά μια παιδική χαρά. Όλα αυτά η κυρά Δέσπω τα γνώριζε από τους συγχωριανούς της, είχε ρωτήσει αν είχαν δει και αυτοί την παράξενη κοπέλα. Όλοι της έλεγαν πως ήταν λιγομίλητη όμως πάντα ευγενική και πρόσχαρη, δεν ενοχλούσε κανέναν. Τη κυρά Δέσπω όμως την ενοχλούσε και πολύ μάλιστα! Δεν της έφτανε το τεράστιο καταθλιπτικό κτίριο δίπλα στο σπίτι που της έκρυβε τη θέα από το χωριό, είχε και την επισκέπτριά του!

Είχε καύσωνα εκείνες τις μέρες, μέσα στα νεύρα ήταν η κυρά Δέσπω, συνεχείς διακοπές νερού και να πλησιάζει 22 του μηνός. Αυτή τη φορά όμως το πήρε απόφαση, θα την σταματούσε τη λεγάμενη όπως θα περνούσε κατεβαίνοντας από το λύκειο και θα της ζητούσε τα ρέστα. Τέρμα πια τα σούρτα φέρτα σε εγκαταλελειμμένα κτίρια, θα τη φοβέριζε ότι θα ενημέρωνε την αστυνομία και τέλος αυτή η ρουτίνα κάθε έτος, θα τελείωνε.

Όπως ακριβώς το περίμενε, παρά τη ζέστη, στις 22 του μηνός, η κοπέλα επανήλθε. Την είδε από το παράθυρο να φτάνει στο παλιό οικοτροφείο και περίμενε υπομονετικά να τελειώσει τη περιήγησή της στο εσωτερικό και στα μπαλκόνια. Την είδε να ανεβαίνει προς το δασάκι και ετοιμάστηκε για την ώρα που θα κατηφόριζε, θα την αιφνιδίαζε και θα της τα έψελνε για τα καλά.

Έκανε την εμφάνισή της ακριβώς τη στιγμή που το κορίτσι κατεβαίνοντας σταμάτησε για μια στιγμή να κοιτάξει το κτίριο ως συνήθως. Χωρίς περιστροφές, απαίτησε να μάθει ποια είναι και τι νομίζει ότι κάνει; Δεν είναι φυσιολογικά πράγματα αυτά, να αναστατώνει τη γειτονιά και είναι παράνομο να μπαίνει σε εγκαταλελειμμένα κτίρια και… ξαφνικά σταμάτησε το μονόλογό της, ένα ρίγος τη διαπέρασε παρά τον έντονο καύσωνα. Το κορίτσι είχε γυρίσει προς το μέρος της και τη κοιτούσε με μάτια υγρά. Τόση θλίψη δεν είχε αντικρύσει ξανά ,ήταν λες και κουβαλούσε όλα τα προβλήματα και τις αδικίες του κόσμου εκείνο το βλέμμα. Το μόνο που την άκουσε να ψελλίζει ήταν “ήμουν κι εγώ εκεί, συγγνώμη”. Μετά έφυγε και ήταν η τελευταία φορά κι ας περιμένει η κυρά Δέσπω κάθε χρόνο τις 22 του μηνός.

kolokufoula

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading