Λίφτιγκ προσώπου ή ψυχής;

Η Βαλέρια στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη, πλησίασε το πρόσωπό της σε απόσταση αναπνοής από το είδωλό της και με τα δάχτυλά της τραβούσε το μέτωπο, τις άκρες των ματιών, τα μάγουλα, προσπαθώντας να τεντώσει το δέρμα της.
“Γέρασες κυρά μου” επαναλάμβανε θλιμμένη στον εαυτό της. Καιρό τώρα, δεν της άρεσε το πρόσωπο που έβλεπε απέναντί της. Ίσως έφταιγε που σε λίγες μέρες θα γινόταν πενήντα πέντε. Ίσως πάλι που ο άντρας της την φόρτωνε με χρήμα και την άδειαζε από αγάπη.

Άρχισε να ψάχνει για αισθητικές επεμβάσεις. Ρωτώντας, βρήκε έναν γιατρό, αυθεντία στο είδος και το πήρε απόφαση. Είχε έρθει η ώρα να δει τον εαυτό της, να αναπτερωθεί το ηθικό της, να την θαυμάσει ο άντρας της. Συνδύασε υαλουρονικό οξύ με μπότοξ για καλύτερα αποτελέσματα. Έβλεπε την λείανση των ρυτίδων, το δέρμα της ήταν λαμπερό, φαινόταν ξεκούραστη και όμορφη. Ο Μίλτος όμως δεν πρόσεξε τίποτα και αυτό την έφερε πάλι, κάποιες μέρες μετά, μπροστά στον καθρέφτη. “Τίποτα δεν έκανε ο γιατρός, αυθεντία κατά τα άλλα, κοίτα πώς είμαι!”, σκεφτόταν.

Συνέχισε με βλεφαροπλαστική, μα δεν ήταν και πάλι ικανοποιημένη. Σα να μην έβλεπε το ανανεωμένο της πρόσωπο, τίποτα δεν γέμιζε την ψυχή της. Ο Μίλτος συνέχιζε να αγνοεί την προσπάθειά της να του αρέσει. Στον καθρέφτη έβλεπε μόνο ατέλειες, της είχε γίνει εμμονή να κερδίσει τον χρόνο, να δείχνει νεότερη κι έτσι να την προσέξει επιτέλους εκείνος. Το λίφτιγκ ήταν η λύση που φάνταζε ιδανική. Ήταν αποφασισμένη να βρει έναν άλλο πλαστικό χειρουργό που θα της χάριζε την χαμένη της νιότη. Ο άντρας της ήξερε μόνο ότι θα λείψει δύο μέρες.

Έμεινε μια νύχτα στην κλινική, φορούσε τις δύο μέρες το ειδικό, ελαστικό κορσεδάκι προσώπου και στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη, έτοιμη να θαυμάσει τον νέο της εαυτό. Αυτό που αντίκρισε την έκανε να βγάλει μια κραυγή απελπισίας και κάλυψε αμέσως το πρόσωπο της με τις παλάμες της. Έμεινε έτσι, κρυμμένη από τον ίδιο της τον εαυτό, πολλή ώρα. Όταν απομάκρυνε τα χέρια της, ευχόταν να ήταν ένα κακό όνειρο. Ο εφιάλτης όμως ήταν ακόμα εκεί. Είχε ουλές, δίπλα στα ρουθούνια χαμηλά προς το χείλος και το αριστερό μάτι ήταν ψηλότερα από το δεξί. Έμοιαζε με τέρας, με Κύκλωπα και το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει από ‘κει μέσα.

Γύρισε στο σπίτι της εξαντλημένη. Δεν ήθελε να αναζητήσει ευθύνες, ούτε να κινηθεί κατά του γιατρού-χασάπη. Φανταζόταν το αποκρουστικό βλέμμα του Μίλτου και πονούσε η ψυχή της. Μόνο αυτό την ένοιαζε. Όταν γύρισε σπίτι εκείνος και την είδε, τρόμαξε.
– Βαλέρια, τι πήγες κι έκανες;
– Ήθελα να με προσέξεις, να σου αξίζω, να σου αρέσω! τα δάκρυα ποτάμια από τα άνισα πια μάτια της.
– Αγάπη μου, τόσα χρόνια δεν ξέρεις ότι είσαι το φως μου; Αγαπώ και τις ρυτίδες σου και τις ατέλειές σου. Σε αγαπώ όπως είσαι.

Όταν ήταν επιτρεπτό, πήγαν μαζί στον γιατρό αυθεντία, να διορθώσει τις ζημιές που δημιούργησε ο άλλος. Είχε ξανά το πρόσωπό της και το κυριότερο, την αγάπη της πια, γι’ αυτό. Του άντρα της την είχε πάντα, μα δίχως να αγαπάει η ίδια της τον εαυτό της, δεν έβλεπε τίποτα.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading