[Σημείωση: Αυτό το χρονικό διάστημα, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια της «Κόμισσας». Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
*
Μια φρικιαστική ιστορία που άκουσα
Του Σεραφείμ Αναστούλη
(Τεύχος Ιουλίου, 1898, σελ. 14-16)
Αγαπητέ αναγνώστη,
Μερικές φορές, οι πιο απλές, οι πιο σύντομες ιστορίες μπορεί να είναι οι πιο καλές ή οι πιο τρομαχτικές. Παρακάτω υπάρχει ένα διήγημα φρίκης από έναν Έλληνα συγγραφέα, ο οποίος αφήνει να εννοηθεί ότι όσα εξιστορεί μπορεί και να μην είναι αληθινά… αλλά κάποια από αυτά είναι.
Πού σταματάει η αλήθεια και πού ξεκινάει η μυθοπλασία, άραγε, αγαπητέ αναγνώστη; Αυτό είναι πάντα ένα εξαιρετικό ερώτημα, το οποίο αναδεικνύουμε εδώ στο Weird Literature με κάθε ευκαιρία, με κάθε διήγημα που δημοσιεύουμε.
Κλαρκ Μέιχεμ
Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι η ακόλουθη διήγηση είναι αληθής από την αρχή ως το τέλος, καθώς, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς διαβάζοντάς τη, εμπεριέχει ένα τρομερό πλάσμα, ένα δημιούργημα που μόνο ο Διάβολος θα μπορούσε να αφήσει ελεύθερο στην Γη.
Βρέθηκα σε ένα χωριό προ ημερών, καθώς επέστρεφα στην Αθήνα. Ήταν ένα από αυτά τα μικροσκοπικά μέρη, που στους χάρτες δεν υπήρχαν καν. Είχε ένα καφενείο, μια εκκλησία με κοιμητήριο και είκοσι σπίτια, διάσπαρτα γύρω της. Χωροφύλακας δεν υπήρχε. Επειδή ήταν βράδυ, κανόνισα και έμεινα σε ένα σπίτι. Οι άνθρωποι που με φιλοξένησαν (ένα ζευγάρι άτεκνων ηλικιωμένων) ήταν τόσο καλοί, που δε δέχτηκαν να τους πληρώσω για την εξυπηρέτηση.
Από την πρώτη στιγμή, κατάλαβα ότι κάτι συμβαίνει, καθώς παρέμεναν αμίλητοι ενώ πίναμε τον καφέ μας και μετά ενώ τρώγαμε το υπέροχο βραστό που είχε φτιάξει η κυρία. Αν δεν τους έλεγα ο ίδιος πώς με λένε, από πού ερχόμουν και προς τα πού πήγαινα, δεν θα ήξεραν ποιον δέχτηκαν να φιλοξενήσουν.
Όπως ήταν αναμενόμενο, τους ρώτησα τι συνέβαινε. Μάλιστα, σαν να ήξερα ότι θα άκουγα μια πραγματική φρικιαστική ιστορία, τόνισα πως, όσο γύρισα στο χωριό, δεν είδα παρά ελάχιστα σπίτια με φως, κάτι που με παραξένεψε διότι δεν ήταν δα και τόσο αργά. Ούτε τα σκυλιά ή άλλα ζώα δεν ακούγονταν –και ήμουν σίγουρος ότι είχα δει κάποια μαντριά.
Ο γέρος με το μουστάκι το καλοσκέφτηκε και κοίταξε αρκετή ώρα την κυρά του, πριν αποφασίσει να μοιραστεί μαζί μου το γεγονός που έριξε στο σκοτάδι το μικρό τους χωριό.
Είπε, λοιπόν, ότι πριν από λιγότερο από τρεις μήνες είχε πεθάνει ένας σχετικά νέος άντρας. Ο θάνατός του ήταν περίεργος, γιατί, παρότι όλοι τον είχαν δει να τρώει κανονικά, αυτός έχανε συνεχώς βάρος τις μέρες πριν το θάνατό του. Ακόμα και ο γιατρός που φώναξαν από τη γειτονική πόλη και ο οποίος είχε εξετάσει τον νεκρό δεν μπόρεσε να καταλάβει τι τον είχε βρει.
Η μόνη η οποία ήξερε τι είχε πάθει ο άντρας ήταν η γυναίκα του, που ήταν μια κακούργα ξενομερίτισσα, όπως τόνισε ο γέρος. Δεν τον αγαπούσε και του έκανε την ζωή δύσκολη. Αλλά ήταν όμορφη και εκείνος την κράτησε και την παντρεύτηκε και τη σπίτωσε όπως όφειλε να κάνει κάθε σωστός άντρας. Όμως, εκείνη του φερόταν άσκημα, του έφτιαχνε φαγητά που δεν θα τα έτρωγε ούτε σκυλί, τον κακολογούσε και τον καταριόταν με κάθε ευκαιρία.
Πώς θα μπορούσε να τη γλιτώσει, λοιπόν, αυτός ο κακομοίρης; αναρωτήθηκε φωναχτά ο γέρος. Άκουσα από τον νεκροθάφτη πως ακόμα και πάνω από τον τάφο του εκείνη τον καταράστηκε να μη λιώσει. «Η κατάρα μου να σε ακολουθεί!» του είπε.
Ένα βράδυ, καιρό αφότου είχε πεθάνει, η γυναίκα μαγείρευε για εκείνη και για τον καινούριο αγαπητικό που είχε φέρει στο σπίτι του νεκρού. Τότε ένας τρομερός βρόντος ακούστηκε και η πόρτα άνοιξε προς τα μέσα. Ο αγαπητικός και η κακούργα κοίταξαν και είδαν με τρόμο το νεκρό παλικάρι, το σώμα του οποίου είχε χάσει την ομορφιά του από τα ζωύφια.
Μπήκε μέσα στο σπίτι, σκορπώντας τη βρομιά ενός κορμιού η ψυχή του οποίου δεν είχε λυτρωθεί, και ατένισε το παράνομο ζευγάρι με κενά μάτια. Αλλά κάρφωσε το βλέμμα του στην σύζυγό του. Άνοιξε το στόμα του, από το οποίο έπεσαν σκουλήκια, και της είπε «Η κατάρα σου; Ή η κατάρα μου; Ποια θα μας ακολουθεί αιώνια;».
Εκείνη την νύχτα, πήρε την γυναίκα μαζί του. Όλοι ακούσαμε τις φωνές της, αλλά κανείς μας δε βγήκε να δει τι συνέβαινε. Βλέπεις, ο αγαπητικός της γλίτωσε, έφυγε πριν ο νεκρός περιλάβει την γυναίκα, και ήρθε στο καφενείο και μας είπε τι είχε γίνει. Οπότε όλοι σπεύσαμε στα σπίτια μας, να μαντρώσουμε τις φαμίλιες μας. Ούτε τα ζωντανά μας δεν τόλμησαν να βγάλουν άχνα.
Αλλά ακούσαμε τις κραυγές της.
Μερικές φορές, όταν έχει δυνατό αέρα, ακόμα τις ακούμε.
Κανείς δεν κυκλοφορεί τα βράδια σε εκείνο το χωριό, όπως είπε η γερόντισσα. Ποιος θα τολμήσει, αν υποπτεύεται ότι κυκλοφορεί ελεύθερο ένα άλιωτο, βρικολακιασμένο σώμα; Ποιος ξέρει τι μπορεί να κάνει μια καταραμένη ψυχή;
Δεν μπορεί κάποιος ιερέας ή δεσπότης να διαβάσει μια ευχή; ρώτησα. Για να ησυχάσει η ψυχή του νεκρού, εννοώ.
Ναι, διάβασε ο ιερέας μας. Αλλά εμείς ακούμε, ακούμε εκείνη. Που φωνάζει. Που παρακαλάει.
Δε διάβασε και για εκείνη μια ευχή;
Ναι, το έκανε. Αλλά δεν άλλαξε τίποτα. Ίσως γιατί δεν υπήρχε σώμα να διαβάσει και κανείς δεν θα τολμούσε να ανοίξει τον τάφο του βρικολακιασμένου, για να βρει την νύφη του. Οπότε ο παπάς είπε τις ευχές του πάνω από το σκαμμένο τάφο. Και φοβόταν και ο ίδιος όσο το έκανε, φοβόταν πολύ.
Τώρα που είμαι εδώ, στο σπίτι μου, και γράφω αυτή την ιστορία, σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να μη λάβω υπόψη μου όσα μου είπαν οι γέροντες. Αλλά το βράδυ που έμεινα στο σπίτι τους, καθώς προσπαθούσα να κοιμηθώ, άκουσα έξω από το παράθυρο μια γυναικεία παρακλητική κραυγή, που ακόμα μου προκαλεί εφιάλτες.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Σεραφείμ Αναστούλης γεννήθηκε το 1856 στην Τρίπολη, όμως ζει και εργάζεται στο Παρίσι. Από μικρός έδειξε μεγάλη αγάπη για τα παραμύθια του τόπου του, αλλά και για ιστορίες που έλεγαν οι μανάδες και οι γιαγιάδες για να συνετίσουν τα άτακτα παιδιά.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις:
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
