Συνάντηση συμμαθητών

Ο Ιάσονας μπροστά στον καθρέφτη δοκίμαζε ρούχα, αγχωμένος. Είχε καταφέρει να χάσει τα περιττά κιλά αλλοτινών χρόνων, μα και πάλι, δεν ήθελε να παραβρεθεί στην συνάντηση συμμαθητών. Οι μνήμες που κουβαλούσε από τότε τον πλήγωναν ακόμα, είκοσι χρόνια μετά. Το σώμα του άλλαξε, η ντροπή όμως που το συνόδευε τόσα χρόνια, είχε αφήσει βαθιές πληγές και δεν θα άλλαζε ποτέ.

Οι συμμαθητές του τότε, θέλοντας να είναι ευνοούμενοι του πιο δημοφιλούς αγοριού, του Λάμπρου, συμφωνούσαν με ό,τι έλεγε κι έκανε. Πλουσιόπαιδο και ιδιαίτερα κακομαθημένο, έμαθε να γίνεται το δικό του, να αποκτά τα πάντα, να αγοράζει με χρήμα ακόμα και τους γύρω του, κόλακες και αυλικούς κι όχι φίλους. Ο λόγος του, είχε μάθει να είναι διαταγή. Η αυταρχική συμπεριφορά του, στις μικρές ηλικίες, φόβιζε κάποιους που τον ακολουθούσαν πιστά, ακριβώς λόγο αυτού του φόβου. Μετέπειτα, όποιους διάλεγε να είναι δίπλα του, είχαν οφέλη. Τους κερνούσε, τους έκανε ακριβά δώρα, κέρδιζαν λάμψη, όνομα, φήμη δίπλα του. Ήταν οι “κολλητοί” του διάσημου, του πλούσιου Λάμπρου. Το τίμημα ήταν ότι έπρεπε να συμφωνούν με όσα έλεγε και έκανε και να βάζουν πλάτη καλύπτοντας τις επιθυμίες του.

Ο Ιάσονας, αποτέλεσε το παιχνιδάκι του Λάμπρου, από το δημοτικό μέχρι και το τέλος των σχολικών τους υποχρεώσεων, επηρεάζοντας φυσικά και τους εκλεκτούς του, που του φέρονταν φρικτά. Ήταν πάντα “ο χοντρός”, “η φάλαινα”, “το παχύδερμο”, “ο τόφαλος” που δεν τον ήθελαν στις ομάδες τους, δεν τον διάλεγαν για μπάσκετ, βόλλευ, μπάλα, γιατί τι να τον κάνουν τον χοντρό που δεν μπορούσε να τρέξει, σε κάθε ευκαιρία τον κλωτσούσαν, του έριχναν καρπαζιές για πλάκα, τον εξευτέλιζαν καθημερινά, τον τρυπούσαν με βελόνες για να ξεφουσκώσει, όπως έλεγαν γελώντας. Το αποκορύφωμα ήταν στην τρίτη λυκείου που τον ανάγκασαν με απειλές να μη συμμετάσχει στην πενταήμερη εκδρομή στην Κέρκυρα, γιατί δεν ήθελαν μαζί τους τον ελέφαντα, γιατί απλά ήθελαν να τον πληγώσουν, χάνοντας την εκδρομή που όλοι περίμεναν πώς και πώς.

Ο κολλητός του φίλος, ο Μάνος, που γνωρίστηκαν στο πανεπιστήμιο κι από τότε έγιναν αχώριστοι, ήταν η αιτία να κοιτάζεται στον καθρέφτη έτοιμος για να πάει στο προαύλιο του λυκείου, όπως ανέγραφε η αναμνηστική κονκάρδα, που δόθηκε στους είκοσι τέσσερις μαθητές του τμήματός του, στην τρίτη λυκείου. Πριν δέκα μέρες, τον είχε ακούσει να μιλάει στο τηλέφωνο και να αρνείται ευγενικά την υπενθύμιση της τότε αντιπροέδρου της τάξης, της Νίκης, που ανέλαβε την οργάνωση της βραδιάς.
– Μόλις αρνήθηκες να πας στην συνάντηση του λυκείου;
– Εννοείται αρνήθηκα. Δεν χρειαζόμουν υπενθύμιση. Η ημερομηνία έχει χαραχτεί στο μυαλό μου από τότε.
– Δεν μου είπες τίποτα, γιατί ήξερες ότι θα σου αλλάξω γνώμη.
– Δεν μου αλλάζεις γνώμη φίλε. Δεν θα πάω, ο Θεός ο ίδιος να κατέβει κάτω.
– Δεν σου τα ‘πανε καλά! Θα πας και θα πεις κι ένα τραγούδι!
– Μάνο, δε θέλεις να μαλώσουμε, έτσι;
– Να μαλώσουμε κύριε δειλέ! Να μαλώσουμε!
– Εσύ με λες δειλό; Εσύ; Που στα έχω διηγηθεί όλα τόσες φορές;
– Είσαι ρε και με κεφαλαία γράμματα μάλιστα, επειδή δεν το αποφεύγεις για όλα τα μ@λ@kισμένα που σου έκαναν τη ζωή πατίνι, αλλά για να μη δεις την Νόρα!
Τον κοιτούσε απευθείας στα μάτια και με ύφος που δεν σήκωνε δικαιολογίες και αντιρρήσεις.

Ο Ιάσονας χαμήλωσε το βλέμμα, χωρίς να μπορεί να βγάλει ούτε μια λέξη. Τι να έλεγε;
Ήξεραν και οι δύο ότι είχε δίκιο ο φίλος του. Πώς να έβλεπε ξανά το κορίτσι που είχε στοιχειώσει την ζωή του ακόμα και με την απουσία της; Με πλύση εγκεφάλου τον έπεισε τελικά να παραβρεθεί στη συνάντηση.

Έφτασε σκόπιμα με καθυστέρηση. Ήλπιζε να είχαν μαζευτεί, να είχαν αποφασίσει πού θα συνέχιζαν και να είχαν φύγει. Δυστυχώς, έβλεπε αρκετό κόσμο, από μακριά, χωρισμένο σε πηγαδάκια. Όταν πλησίαζε διέκρινε τον Λάμπρο και δεν κατάφερε να δαμάσει τα αρνητικά συναισθήματα που του προκαλούσε πάντα. Επιβράδυνε ακόμα περισσότερο τα βήματά του, μα οι φωνές τους, γνώριμες, σα φαντάσματα, έφτασαν στα αυτιά του. Άκουγε τα γέλια, έβλεπε τα σπρωξίματα ανάμεσά τους και το μόνο που ήθελε ήταν να κάνει μεταβολή και να φύγει μακριά.
– Μόνο ο Ιάσονας λείπει;, ρώτησε ο Σάκης.
– Σιγά μην ερχόταν ο χοντρός! Θα είναι χωμένος στην μόνιμη χειμέρια νάρκη του, η αρκούδα!, έριξε το δηλητήριό του ο Λάμπρος.
– Ρε μόνο εσένα δεν άγγιξε ο χρόνος! Ίδιος είσαι, σα να μη πέρασε μια μέρα από πάνω σου!
– Έχω καλό DNA φίλε και κάνω γυμναστική τρεις ώρες την ημέρα. Με προσέχω. Κάτι που όπως βλέπω, δεν κάνεις εσύ. Τι είναι αυτό το προγούλι κι αυτή η πατσοκοιλιά ρε; Γέρασες, καημένε!
Ο Σάκης, δεν αντέδρασε, όπως πάντα, κι ας ενοχλήθηκε. Τον χτύπησε στο στέρνο φιλικά και συμφώνησε χασκογελώντας με το “αστείο”.

Είχε να τους δει όλους είκοσι χρόνια. Δεν ζούσε πια στην πόλη που τον πλήγωσε τόσο. Σπούδασε στην Αθήνα, έκανε μεταπτυχιακό οινολογίας και αμπελουργίας στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο και έλειψε χρόνια στην Γαλλία, για το εθνικό δίπλωμα οινολόγου. Μοιράστηκε το ίδιο πάθος με τον Μάνο, που έκαναν κάθε βήμα μαζί. Εκεί, μακριά από τον εφηβικό του έρωτα, δεν σταμάτησε να την κουβαλάει μαζί του. Ώρες μιλούσε γι’ αυτήν στον φίλο του. Ο Μάνος, μοναχοπαίδι ενός πλούσιου και ισχυρού άντρα με οινοποιείο και εστιατόρια, σε τίποτα δεν θύμιζε τον Λάμπρο. Χορτάτος από χρήμα και ύλη μεν, μα η διαφορά τους ήταν ότι είχε και χορτασμένη ψυχή. Δεν αναζητούσε αυλικούς, δεν σκορπούσε φόβο και δυστυχία, δεν έφτυνε βρισιές και κακίες. Στο πρόσωπο του “χοντρού”, βρήκε τον αδερφό που δεν είχε και του χάρισε απλόχερα, αγάπη και νοιάξιμο, κάτι που ο Ιάσονας, είχε στερηθεί στα σχολικά χρόνια. Του πρόσφερε δουλειά στο οινοποιείο του πατέρα του κι εκείνος με ζήλο και αφοσίωση έδινε τον καλύτερο εαυτό του, βάζοντας το δικό του λιθαράκι για την γιγάντωση των επιχειρήσεων της οικογένειας του φίλου του. Ήταν κι εκεί μαζί του η Νόρα, νοερά, σε κάθε νέα ποικιλία κρασιού που επεξεργαζόταν, που δοκίμαζε. Στο χρώμα του έβλεπε το χρώμα των μαλλιών της, του δέρματός της, στο άρωμά του την μύριζε, μεθούσε με την ύπαρξή της, στην υφή και την γεύση του, ρουφούσε εκείνη. Έτσι ξεγελούσε τις αισθήσεις του.

Όταν έφτασε μπροστά τους, χαμογέλασε, σήκωσε το χέρι και είπε “γειά χαρά σε όλους”! Πολλά ζευγάρια μάτια τον κοιτούσαν με απορία.
– Γειά χαρά και σε σένα. Και με ποιον έχουμε την τιμή να συνομιλούμε;, είπε ειρωνικά φυσικά ο Λάμπρος.
– Είμαι ο…
Δεν μπόρεσε να τελειώσει την πρότασή του, το χαμόγελο χάθηκε, η φωνή τρεμουλιαστή δεν έβγαζε πια ήχο.
– Ιάσονα; η Νόρα, παραμέρησε τις φίλες που έλεγαν τα δικά τους και στάθηκε μπροστά στον αλλαγμένο άντρα που στεκόταν αμίλητος, ασάλευτος, σαν τα ακούνητα αγαλματάκια που έπαιζαν όταν ήταν μικροί. Αλλά και ηλεκτρισμένος από την κορφή μέχρι τα δάχτυλα των κάτω άκρων, στην θέα αυτής της γυναίκας, αυτής της φωνής που την έφερνε στο νου του όλη του τη ζωή και αναστατωνόταν το είναι του.
– Παραμιλάς ρε Νόρα; Εγκεφαλικό έπαθες; Ποιος Ιάσονας; Σου μοιάζει για φάλαινα Όρκα ο τύπος;
Τίποτα δεν είχε αλλάξει ο χρόνος στον Λάμπρο. Δεν μίλησε κανείς, δεν αντέδρασε κανείς, μόνο μαζεύτηκαν όλοι με περιέργεια γύρω από τον άγνωστο άντρα.

– Ναι, είμαι ο Ιάσονας…, είπε διστακτικά εκείνος, χωρίς να τολμάει να τους κοιτάξει.
– Ναι καλά κι εγώ είμαι ο Μωυσής!, είπε ο Λάμπρος κι έσκασε στα γέλια. Κανείς όμως δεν τον πλαισίωσε αυτή τη φορά. Έμεινε μόνος να γελάει και απότομα σταμάτησε όταν κατάλαβε ότι δεν είχε κοινό. Για να καλύψει το εγώ του, εκτόξευσε άλλη μια χοντράδα. Έ! Τώρα Νόρα, είσαι εσύ η αρκούδα ανάμεσά μας, αφού ο Ιάσονας έχασε τα κιλά, αλλά τα βρήκες εσύ! και πάλι ένα άχαρο γέλιο συνόδευσε τις κακίες του.
Κανείς δεν γέλασε για ακόμη μια φορά.

– Έλα! Τι πάθατε; Πλάκα κάνω!
– Φτάνει με τις μ@λαkiες Λάμπρο! Τα σαράντα κοντεύουμε, πρέπει κάποτε να σοβαρευτείς!, του είπε ο Σάκης, που του το χρωστούσε από πριν, για τα σχόλια εις βάρος του.
– Ρε δε πάτε στο διaoλο, όλοι! Όρεξη έχω νομίζετε να είμαι εδώ, μαζί σας! Όλοι αποτυχημένοι, όλοι ένα τίποτα! Γίνατε σα σκ@τά και σας πειράζει η αλήθεια! Για κοιτάξτε τους εαυτούς σας στον καθρέφτη! Νόρα, πού πήγε η κοπέλα που κάποτε όλοι γουστάραμε; Η αλήθεια πονάει, αλλά δεν φταίω εγώ που την λέω!
– Αρκετά Λάμπρο! Ένας κανίβαλος ήσουν πάντα. Αλλά, μέχρι εδώ, φτάνει! βρήκε το θάρρος, επιτέλους, είκοσι χρόνια μετά ο Ιάσονας και μπήκε μπροστά στην Νόρα για να αποφύγει εκείνη την οπτική επαφή με τον Λάμπρο που ολοφάνερα την τάραξε.
– Άσε μας ρε χοντρέ, που νομίζεις ότι έχασες κάποια κιλά και είσαι άξιος να μου μιλάς!
– Λάμπρο, φύγε τώρα! έχασε την ψυχραιμία του ο Ιάσονας.
Ο Λάμπρος έφτυσε μπροστά στα μούτρα του Ιάσονα και έφυγε.
Οι υπόλοιποι σε πλήρη αμηχανία, κοίταζαν ο ένας τον άλλον.
– Λοιπόν, δεν θα αφήσουμε τον ανεκδιήγητο, να μας χαλάσει την συνάντηση!, είπε η Νόρα, ανακτώντας την ψυχραιμία της κι όλοι χειροκροτούσαν και έβγαζαν κραυγές ενθουσιασμού, σκόπιμα, να φτάσουν μέχρι τον κακό λύκο, που μόλις είχε εκδιωχθεί από το κοπάδι με τα πρόβατα.

Πήγαν σε ένα ταβερνάκι εκεί κοντά.
– Λοιπόν, ας πιούμε στην υγειά όλων μας!, έκανε πρόποση η Νίκη, η αντιπρόεδρος.
“Εις υγείαν” ακούστηκαν είκοσι τρεις φωνές ενωμένες σαν μία. Κανένας δεν έκανε λόγο για τον εικοστό τέταρτο που έλειπε, γιατί η απουσία του ήταν λυτρωτική τελικά για όλους. Είπαν σε όμορφο, φιλικό κλίμα τα νέα των είκοσι ετών που μεσολάβησαν, κάποιοι τόσα είχαν να ανταμώσουν, την οικογενειακή και επαγγελματική τους κατάσταση, θυμήθηκαν τα παλιά, γέλασαν, συγκινήθηκαν και υποσχέθηκαν να μαζεύονται συχνότερα.

Ο Ιάσονας δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Κάποτε ήταν το πιο όμορφο, χαμογελαστό κορίτσι, με το πιο σπινθηροβόλο και φωτεινό βλέμμα του κόσμου. Τώρα μπροστά του είχε μια γυναίκα, το ίδιο πανέμορφη, όμως με μια αδιόρατη σκιά στο βλέμμα και με χαμόγελο μισής καμπύλης, συγκρατημένο. Η φωνή της το ίδιο μεθυστική, αλλά με μετρημένα λόγια. Την παρατηρούσε, προσπαθούσε να εισχωρήσει στο μυαλό και την ψυχή της, να καταλάβει τι ήταν αυτό που της έκλεψε την ζωντάνια της νιότης. Όταν ήρθε η σειρά της να μιλήσει για τον εαυτό της, μίλησε εν συντομία, χωρίς λεπτομέρειες, σα να ήθελε να αποφύγει κάτι. Δεν ανέφερε τίποτα για γάμο και παιδιά κι αυτό υποσυνείδητα τον έκανε να χαρεί. Πόσο θα ήθελε να την σφίξει στην αγκαλιά του, να μπορούσε να διώξει κάθε σύννεφο που την σκοτείνιαζε… Έβλεπε τα χείλη της και λαχταρούσε να τα φιλήσει. Έθαβε τόσα χρόνια τον έρωτά του για κείνη, αλλά από την στιγμή που την αντίκρυσε ξανά, ο πόθος του τον έκαιγε. Αντάλλαξαν όλοι τηλέφωνα και αγκαλιάστηκαν μεταξύ τους πριν αποχαιρετιστούν. Την άφησε τελευταία. Στο άγγιγμά της, επανωτές δονήσεις στο σώμα του. Ευχόταν να σταματούσε ο χρόνος, εκεί, με την Νόρα στην αγκαλιά του. “Δεν άλλαξες καθόλου, χάρηκα πολύ που σε είδα!” της ψιθύρισε. “Είμαι μία άλλη. Κι εγώ χάρηκα Ιάσονα…”, ψιθύρισε κι εκείνη στο αυτί του, κάνοντάς τον να ανατριχιάσει, με την ανάσα της στο δέρμα του.

Μπήκε στο αμάξι του και δεν ήξερε πού να πάει. Δεν ήθελε να γυρίσει στους τέσσερις τοίχους του δωματίου του, στο πατρικό του. Έκανε βόλτες, στον τόπο που δεν επισκεπτόταν συχνά πια, ακούγοντας ξανά και ξανά το αγαπημένο του τραγούδι. “Πού να ‘σαι τώρα που κρυώνω και φοβάμαι, μέσα στο σώμα σου εγώ θέλω μόνο να ‘μαι… Μήπως ρωτάς κι εσύ αγάπη μου πού να ‘μαι ή απλά με διέγραψες…”. Την έφερνε στο νου του, προσπαθούσε να βρει το άρωμά της στα ρούχα του από την αγκαλιά τους πριν χωριστούν, σιγοτραγουδούσε περνώντας μπροστά από το νοσοκομείο της πόλης και τότε, λίγο μετά τις δώδεκα, έλεγε το ρολόι του αυτοκινήτου, την είδε μπροστά του να ανοίγει την πόρτα του αμαξιού της. Άναψε αλάρμ και κατέβασε το παράθυρο.
“Νόρα, τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα; Συμβαίνει κάτι;”, ρώτησε με το ενδιαφέρον του να σκιαγραφείται στον τόνο της φωνής του μα και στα μάτια του.
Εκείνη που ήταν χαμένη στις σκέψεις της, τρόμαξε με την παρουσία του και όταν έκπληκτη τον είδε, προσπάθησε βιαστικά να σκουπίσει τα δάκρυα από τα μάτια της.
– Νόρα, κορίτσι μου, κλαις;

Σε κλάσματα δευτερολέπτου, βγήκε από το αμάξι και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Εκείνη ακούμπησε το μέτωπό της στο στέρνο του και αφέθηκε σε ένα λυτρωτικό κλάμα. Δεν της μιλούσε, μόνο την τύλιγε σφιχτά από τη μέση με τα χέρια του και της φιλούσε τα μαλλιά. Την περίμενε να πάρει τον χρόνο της και της πρόσφερε την ζεστασιά του.
– Αισθάνθηκα μια αδιαθεσία φεύγοντας από την συνάντηση και ήρθα προληπτικά…, δικαιολογήθηκε κάποια στιγμή.
– Πολύ καλά έκανες. Νιώθεις καλύτερα τώρα; Γιατί κλαις; Συμβαίνει κάτι;
– Ναι, είμαι καλύτερα. Όχι, όχι, τίποτα, πιέστηκα απλά. προσπαθούσε να πείσει κι εκείνον και τον εαυτό της. Λοιπόν, μη σε καθυστερώ, να πάω κι εγώ σπίτι, να ξαπλώσω.
– Από τι να με καθυστερείς; Αυτές τις μέρες άδειας στο πατρικό μου, πήζω. Αλλά ναι, να πας να ξεκουραστείς εσύ, να ηρεμήσεις. καθόλου δεν ήθελε να την αποχωριστεί, αλλά έπρεπε.
– Θα ήθελες να έρθεις σπίτι μου, να πιούμε ένα ποτό;, του είπε διστακτικά και το μετάνιωσε αμέσως. Αν δεν θέλεις, καταλαβαίνω…, συμπλήρωσε σχεδόν χωρίς πνοή.
– Το θέλω, όσο τίποτα άλλο!, της απάντησε και το βλέμμα του την διαπέρασε.
– Ωραία, πηγαίνω μπροστά και με ακολουθείς.

Πάρκαραν και ανέβηκαν επάνω αμίλητοι. Όταν άναψε τα φώτα η Νόρα, βλέποντας το χαμό στο σπίτι, αισθάνθηκε άβολα.
– Με συγχωρείς για την εικόνα του σπιτιού. Δεν ένιωθα καλά όλη μέρα και το παράτησα.
– Δεν θα πρόσεχα ποτέ το σπίτι, όταν μέσα σε αυτό υπάρχεις εσύ!, της είπε με αποφασιστικότητα.
– Κάθισε. Να σου βάλω ένα ουίσκι; Εγώ θα πιώ ένα…, προσποιήθηκε πως δεν τον άκουσε, πως δεν κατάλαβε, κρύβοντας έτσι την αμηχανία της.
– Ναι, θα έπινα ένα, να σου κάνω παρέα, την κοιτούσε μαγνητισμένος εκείνος, μα και απογοητευμένος. Ήταν ολοφάνερο πως δεν είχε καμία ελπίδα μαζί της με ή χωρίς τα περιττά κιλά του.

Έβαλε τα ποτά η Νόρα κι έκατσε απέναντί του.
– Ώστε λοιπόν, πετυχημένος οινολόγος και αδυνατισμένος. Άλλος άνθρωπος, πρέπει να είσαι περήφανος για τον εαυτό σου!
– Εγώ, σε αντίθεση με σένα που πιστεύεις εσφαλμένα ότι είσαι μία άλλη, είμαι ο ίδιος και χωρίς τα κιλά του παρελθόντος.
– Μακάρι να το έβλεπαν όλοι έτσι.

Η Νόρα χαμήλωσε το βλέμμα και δάκρυα έβρεχαν τα μάγουλά της. Ο Ιάσονας πετάχτηκε μεμιάς και βρέθηκε γονατιστός μπροστά της.
– Κορίτσι μου, τι σου συμβαίνει; Είμαι εδώ για σένα, να σε ακούσω και να κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου να σε βοηθήσω.
– Λίγη ώρα πριν το ραντεβού των συμμαθητών, έβαλα οριστικό τέλος σε μια τοξική σχέση τριών ετών. Ακούγοντας τον συμμαθητή μας πριν, συνειδητοποίησα ότι σε έναν τέτοιο άνθρωπο αφιέρωσα τρία χρόνια από τη ζωή μου. Ήμουν πάντα λίγη για εκείνον. Έβρισκε την δουλειά μου ασήμαντη, με τιποτένιο μισθό, χωρίς εξέλιξη…
– Ασήμαντο το να είσαι στο γηροκομείο, δίπλα σε ηλικιωμένους ανθρώπους και να τους προσφέρεις ένα χάδι, έναν καλό λόγο, ασφάλεια όταν οι φόβοι και οι ανασφάλειες τους περισσεύουν;
– Πώς είσαι τόσο σίγουρος ότι τους τα προσφέρω αυτά;
– Ξέρω εσένα, Νόρα! Από μικρή ήσουν έτσι!
– Εκπλήσσομαι που έχεις καλή γνώμη για μένα από κείνα τα χρόνια.
– Τι είναι αυτά που λες;
– Εσένα δεν σε προστάτευσα ποτέ, τότε που…
– Σσσσσσσ! Μη το κάνεις αυτό στον εαυτό σου!
– Με τρώνε οι τύψεις όλη μου τη ζωή. Άφηνα τον Λάμπρο και την παρέα του να σου φέρονται σα σκουπίδι και δεν έκανα τίποτα. Προσφέροντας στα γεροντάκια, προσπαθούσα κατά κάποιο τρόπο να ξεπληρώσω και για όλα όσα δεν έκανα για σένα. Ενώ εσύ σήμερα, με προστάτευσες, μπήκες μπροστά μου.
– Νόρα μου, ήσουν μικρή κι εκείνος είχε τον τρόπο του. Τι θα μπορούσες να αλλάξεις; Άκουσέ με, ήσουν και είσαι ένας όμορφος άνθρωπος. τα μάτια του γυάλισαν από συγκίνηση.
– Αν σε άκουγε ο πρώην μου να με αποκαλείς όμορφη, θα σε περνούσε για τρελό. Εκείνος ομορφιά θεωρούσε μόνο την εξωτερική και εγώ μετά τον πρώτο χρόνο σχέσης, άρχισα να βάζω κιλά. Όσο με μείωνε, όσο με πρόσβαλε για την αλλαγή στο σώμα μου, τόσο έτρωγα κι άλλο τόσο σωματοποιούσα την πίεση που ένιωθα. Τίποτα από όσα έλεγα κι έκανα δεν ήταν ποτέ αρκετό για κείνον. Άρχισα να έχω πονοκεφάλους, να πονάει όλο μου το σώμα, να μην έχω διάθεση για τίποτα. Κάποιες φορές, του ζήτησα να χωρίσουμε κι εκείνος έλεγε ότι για το καλό μου είναι αυστηρός κι ότι δεν θα βρω άλλον να με αγαπάει τόσο και συνεχίζαμε. Μέχρι που με είδε να ετοιμάζομαι για την συνάντηση και άρχισε να λέει ότι θα έπρεπε να ντρέπομαι, ότι έχω θράσος που θα εμφανιστώ έτσι όπως έγινα. Δεν άντεξα, του είπα να πάει στον διaoλο και να με αφήσει ήσυχη. Εκείνος ούρλιαζε ότι θα μείνω μόνη με δέκα γάτες αφού κανένας δε θα ρίξει το βλέμμα του στην χοντρέλα κι ότι σα σκυλάκι θα τον παρακαλάω να γυρίσει…

Δεν μπορούσε να μιλήσει άλλο, την έπνιγαν τα δάκρυα και τα αναφιλητά. Ο Ιάσονας που μέχρι εκείνη την ώρα ήταν συνέχεια γονατιστός μπροστά της, παρακολουθώντας την προσεκτικά, με ήρεμες, απαλές κινήσεις, έπιασε τα γόνατά της, τα έσπρωξε προς τα έξω για να ανοίξει τα πόδια της, με τα γόνατά του σύρθηκε και χώθηκε ανάμεσα στα πόδια της, πλησίασε στο σώμα της, έφερε το κεφάλι του στο ίδιο ύψος με το δικό της, κοιτάχτηκαν κατάματα, με τα δάχτυλά του σκούπισε τα δάκρυά της και σα να φοβόταν μη τη σπάσει, τόσο εύθραυστη που την έβλεπε, ακούμπησε απαλά, τα χείλη του στα δικά της. Η Νόρα δεν κουνήθηκε, ούτε τα βλέφαρα της ανοιγόκλεισε. Με τα μάτια ορθάνοιχτα από την έκπληξη, δεν τα πήρε από πάνω του. Το ίδιο και κείνος, την κοιτούσε κατευθείαν στη ψυχή και ήταν αποφασισμένος να της εξομολογηθεί τον κρυφό έρωτά του για κείνη. Δεν απομακρύνθηκε, διατηρούσε τα χείλη τους σε απόσταση αναπνοής.

– Είμαι ερωτευμένος μαζί σου από όταν ήμασταν παιδιά. Όπου κι αν έζησα, ό,τι κι αν έκανα, η απουσία σου ήταν πληγή στην καρδιά μου.
– Ιάσονα τι λες; Γιατί δεν μου το είπες ποτέ;
– Γιατί φοβόμουν. Εσύ με εμένα; Δεν είχα καμία ελπίδα.
– Άρα, τώρα, αντιστράφηκαν οι όροι. Εσύ με μένα; Δεν έχω καμία ελπίδα.
Δεν απάντησε. Την άρπαξε με τα χέρια του και την φίλησε με το πάθος όλων των ετών που το καταχώνιαζε. Δεν της άφησε περιθώρια να ξανασκεφτεί ότι δεν είχε ελπίδα μαζί του. Όλο του το κορμί της φώναζε πόσο την ήθελε. Άρχισε να της βγάζει τα ρούχα κι εκείνη του ζήτησε να σβήσουν τα φώτα. “Θέλω να βλέπω κάθε πόντο του κορμιού σου, θέλω να βλέπω πόσο όμορφη είσαι!” της είπε, αγγίζοντάς την και φιλώντας την σπιθαμή προς σπιθαμή σε κάθε σημείο του σώματός της.

Στα χέρια του ένιωσε και πάλι γυναίκα. Μια γυναίκα που ένιωθε ποθητή ανεξαρτήτου κιλών, μια γυναίκα που είχε δικαίωμα στον έρωτα όσο όλες οι γυναίκες του κόσμου, μια γυναίκα που μπορούσε να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Μετά την κορύφωση της ερωτικής πράξης, με κομμένες τις ανάσες, έμειναν γυμνοί. Γύρισε πλάγια, στήριξε τον αγκώνα του στο κρεβάτι και το κεφάλι στην παλάμη του και την κοιτούσε.
– Εεεε μη με κοιτάς, με κομπλάρεις!
– Πάλι τα ίδια; Αν δεν σου έδωσα να καταλάβεις τι σημαίνεις για μένα, κάτι δεν έκανα σωστά.
– Σσσσσ, μη μιλάς, μόνο φίλα με.
Ανέβηκε επάνω της κι ένα νέο ερωτικό παιχνίδι ξεκινούσε.
“Αυτό έχανα τόσα χρόνια;”, του ψιθύρισε με την ηδονή να της κόβει την ανάσα.

Η Νόρα ακολούθησε τον Ιάσονα στην Αθήνα κι ένα χρόνο ακριβώς μετά, δεν θα μπορούσε να ζητήσει τίποτα περισσότερο. Τα είχε όλα.
– Και να σκεφτείς, ότι αν δεν τον άκουγα να αρνείται, δεν θα ερχόταν ποτέ στο εικοσαετές ραντεβού συμμαθητών.
– Γλυκέ μου κουμπάρε, σε σένα χρωστάω την νέα μου ζωή!, απάντησε τρυφερά η Νόρα και τον φίλησε στο μάγουλο.
– Εεεεε! Εεεε! Είμαι κι εγώ εδώ! Τι γλύκες είναι αυτές; Κανόνισε να δώσω σε άλλον να βαφτίσει την κόρη μου!
– Μη τον ακούς αστέρι μου, εγώ θα παντρέψω την υπέροχη μαμά σου με τον χαζό τον μπαμπά σου και θα γίνω ο πιο τυχερός νονός του κόσμου! Κοριτσάρα μου! Λουλούδι μου!
Ο Μάνος χάιδευε την κοιλιά της Νόρας και μιλούσε στη μελλοντική βαπτιστήρα του, κοιτάζοντας το ερωτευμένο ζευγάρι και σκεφτόταν, πως η ζωή τελικά, πάντα σου επιστρέφει, ό,τι σου χρωστάει.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading