Έβρεχε ασταμάτητα από εχθές σε αυτό τον ξεχασμένο από τον Θεό τόπο. Υπό άλλες συνθήκες θα ελκυόταν από την μυρωδιά του ποτισμένου χώματος, από την πανανθρώπινη ανάγκη της βροχής, και θα παρέκκλινε από το καθημερινό πρόγραμμά της για λίγο παραπάνω χουζούρι. Αλλά όχι σήμερα! Σήμερα είχε αφανίσει κάθε επιθυμία απόσπασης από την δημιουργία του έργου, που την τριβέλιζε σαν σκέψη εμμονής τον τελευταίο χρόνο.
– Θα βγεις; την ρώτησε ο Χρήστος παραξενευμένος από το πρωινό ξύπνημά της.
– Ναι… θα πάω στο ατελιέ, του απάντησε κάπως άτονα.
Τον φίλησε απαλά στο μάγουλο, ψηλαφώντας με τα ακροδάχτυλα το πρόσωπό του, αναζητώντας μια ματιά, μια έκφραση αγάπης στο βλέμμα. Καμία απάντηση, πάρα μόνο ένα συγκαταβατικό φιλί στην άκρη των χειλιών. Για λίγα δευτερόλεπτα αναρωτήθηκε ποιος ο ρόλος της σε αυτή την σχέση, πώς στην ευχή ρουτίνιασε τόσο πάθος, μα τι επιτέλους συνέβη στον σφοδρό έρωτα τους; Μάλλον είναι τα χρόνια που αρπάζουν την ερωτική ενέργεια και την μεταβάλλουν σε κάτι νέο, την μεταμορφώνουν σε ζητιάνο της αγάπης. Άχρωμοι σύντροφοι, κορεσμένων εποχών υλικής ευμάρειας η ζωή τους! Δυο διαφορετικοί κόσμοι, παράλληλοι, χωρίς τεμνόμενο σημείο, η κοινή ζωή τους. Τον κοίταξε λίγο πριν μπει στο αυτοκίνητο, να δει τα μάτια που κάποτε λάτρευε, το στόμα που επιθυμούσε. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα πριν σπρώξει την ματιά της από πάνω του, είχε αργήσει και τα όνειρα σήμερα την πίεζαν βάναυσα.
Όχι, δεν υπήρξε άπιστη! Πάντα στην ζωή της προσγειωμένη, η στοχοπροσήλωσή της, πάντα σημείο θαυμασμού ακόμα και από την ίδια, ό,τι και αν αναλάμβανε το έφερνε εις πέρας και μετά έβαζε τον πήχη πιο ψηλά. Όλο και πιο ψηλά! Έτσι και στις σχέσεις της. Δεν ήθελε απλά να είναι με κάποιον. ‘Ήθελε να είναι παθιασμένοι ο ένας για τον άλλο, άκρως διαθέσιμοι και οι δυο για τον έρωτα τον μεγάλο, τον σεισμό τον ερωτικό, εκείνον που πάντα αφήνει συντρίμμια.
Ο Χρήστος ήταν ο σεισμός της, ο έρωτάς της, ο άνδρας της καρδιάς της, το ήξερε, το ένιωθε, το κοινωνούσε χρόνια τώρα. Μα τότε τι συνέβη; Τι αψυχολόγητο παρακμιακό συναίσθημα προβαλλόταν, όταν μπροστά της είχε το μοντέλο άνδρα που πόζαρε για εκείνη; Πόσο κοινότυπη η έλξη, η τελευταία η ζωώδη, η ανεξήγητη ορμή του πόθου, της άνευ στέρησης ζωής της; Θεωρούσε τον εαυτό της μια γυναίκα γεμάτη από έρωτα, πάθος και εραστές, ο Χρήστος, ο τελικός, ο απόλυτος προορισμός της, πώς παρέκκλινε έτσι το μυαλό της και σε ποιο μονοπάτι ψυχής μαύρης είχε μπει πάλι, και ποθούσε έναν άνδρα τόσο παράταιρο από εκείνη;
Μπήκε στον κρύο χώρο του ατελιέ και άνοιξε την θέρμανση να ζεσταθεί ο χώρος. Το έργο της, ημιτελές την πρόσμενε προκλητικά γυμνό να σμιλευτεί σε σημεία επίμαχα, να λειανθεί, να δουλευτεί με αγάπη και τέχνη, το σώμα να δείξει ανθρώπινο και ας ήταν ένα άψυχο κομμάτι πηλού.
– Καλημερίζω την καλύτερη γλύπτρια του κόσμου! Σου έφερα καφέ! της είπε ο Άγγελος και βιαστικός ξεκίνησε να γδύνεται.
– Στάσου να ζεσταθεί ο χώρος, μόλις άναψα θέρμανση, άργησα λίγο ν’ ανοίξω, απολογήθηκε ενοχικά.
– Δεν έχω πρόβλημα!, της απάντησε χαμογελώντας αθώα, και γυμνός πήρε πόζα, έτοιμος για δουλειά.
Τον κοίταζε με μάτια γρήγορα, δεν έμεναν ώρα στο κορμί του, κοίταζε και σμίλευε, σμίλευε και κοίταζε. Μα το μυαλό! Άλλο θέμα το μυαλό, άτιμο όπως πάντα ξεστράτιζε, καταβρόχθιζε κάθε σημείο του κορμιού του, το κρατούσε δικό της και το μετουσίωνε σε πηλό, σε όνειρα και φαντασιώσεις τολμηρές. Άπιστη! Αυτό είσαι, άπιστη! φώναξε το μέσα της, και αμέσως ανασκάλεψε τις απάτες της! Εικόνες στα μάτια της, όλα τα ψέματα, όλα τα όχι που έγιναν ναι, όλα τα απόλυτα που διαλύθηκαν με πάταγο στο βωμό της ηδονής! Ηδονικά φιλάρεσκη, πορνικά δοσμένη σε πολλούς, χωρίς νόημα σύνδεσης και επικοινωνίας, με γνώμονα μόνο την γενετήσια παρόρμηση. Τα ίδια και τα ίδια συνεχώς μια ιστορία συνεχόμενης επανάληψης. Όποιος απατά μια φορά, απατά πάντα, βροντοφώναξε η συνείδηση που εκλιπαρούσε να μην χάσει. Όχι αυτή την φορά, σε παρακαλώ όχι, συγκρατήσου, έλεγε χωρίς να κουνά τα χείλη, φώναζε μέσα της χωρίς να ακουστεί απολύτως τίποτα στον εξωτερικό τακτοποιημένο κόσμο της, και εξακολούθησε να σμιλεύει. Ο Άγγελος πλέον είχε γυρίσει προφίλ, με το αντρικό μόριο του ατίθασο και έτοιμο να απεικονιστεί στο γλυπτό της. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε, μάλλον την έβρισκε όμορφη και εκείνος, σκέφτηκε και μειδίασε στην σκέψη.
– Συγγνώμη, της ζήτησε ντροπαλά. Πέντε λεπτά να συνέλθω σε παρακαλώ.
– Ναι φυσικά, όσο θες, συνεχίζουμε σε λίγο.
Η στιγμή φαινόταν καθαρά άβολη με εκείνον να καλύπτεται με το ρούχο του και να ανάβει τσιγάρο.
– Θες; την ρώτησε και έστριψε το τσιγάρο προς το μέρος της, φυσώντας τον καπνό στον χώρο.
Ήθελε, ω ναι ήθελε πολύ! Συγκρατήθηκε και πρότεινε να συνεχίσουν αύριο πάλι, χαμηλώνοντας το βλέμμα να μην προδοθεί, να μην ξεχειλίσει η επιθυμία στον χώρο, να μην αποκαλυφθεί η στέρηση τρυφερότητας, η σίγαση της αγάπης που την πλάκωναν σαν ταφόπλακες και έπεφταν σαν κατάρα πάνω της.
Γύρισε το κλειδί στην πόρτα νωρίς, πριν την επιστροφή του Χρήστου, μα παρατήρησε πως ήταν ανοιχτά, μάλλον δεν θα κλείδωσαν φεύγοντας, υπέθεσε. Μπήκε αθόρυβα, ήθελε ένα ποτό, όχι κρασί, ποτό, βαρύ να καίει τον οισοφάγο με μια γουλιά να ζαλίσει το μέσα της, να πέσει σε λήθαργο να μην έχει αισθήματα και σκέψεις. Ανέβηκε τα σκαλιά προς το υπνοδωμάτιο, ακροπατώντας, όπως πάντα δεν ενοχλούσε, δεν ακουγόταν το βήμα της, η παρουσία της ελαφριά δεν βάραινε τις σκιές.
Και εκεί κάπου στο παρά πέντε, ανίχνευσε δυο σώματα να παλεύουν τον όμορφο χορό του έρωτα. Αφουγκράστηκε με προσοχή, η μια φωνή του Χρήστου, η άλλη… γυναικεία όχι γνωστή. Δεν θέλησε να δει, τι σημασία είχε το πρόσωπο, τι σημασία είχε η φωνή, τι σημασία είχε πια να βρίσκεται σε σχέση με έναν άπιστο; Ίσως και να χάρηκε λίγο, που βγήκε από την δύσκολη θέση να το τελειώσει, πλέον είχε αφορμή δυνατή, και ας ήξερε πως υπήρξε δειλή, η απάτη θα γινόταν, ευτυχώς που έγινε από εκείνον. Στην πράξη, γιατί στο μυαλό η πρώτη άπιστη, το ήξερε καλά, ήταν εκείνη!
Ελένη Ρέγγα
