Το παιχνιδάδικο

-Δεν είναι όλες οι ιστορίες καλές αγάπη μου, κάποιες δε τελειώνουν ευχάριστα…
-Θα τις κάνω εγώ γιαγιά να τελειώνουν όπως πρέπει, θα το φροντίσω στο υπόσχομαι!
Μια νεαρή γυναίκα κάθεται στο παγκάκι μιας στάσης λεωφορείων, αργά το βράδυ, έξω από ένα συγκρότημα εμπορικών καταστημάτων. Είναι μικροκαμωμένη και αυτό τη διευκολύνει να κάθεται με τρόπο που τα πόδια της αιωρούνται στον αέρα, ενώ ακούει μουσική στο κινητό από τα ακουστικά της. Έχει το βλέμμα της στραμμένο σε ένα συγκεκριμένο κατάστημα, ένα κατάστημα με παιχνίδια, ενώ καπνίζει ακατάπαυστα ακούγοντας μουσική και σκέφτεται. Δεν περιμένει κάποιο λεωφορείο, εξάλλου έχουν τελειώσει τα δρομολόγια για σήμερα προ πολλού. Μόνο το νυχτερινό έχει απομείνει, αυτό θα πάρει όταν έρθει στην ώρα του, όταν έρθει η ώρα. Πρέπει να κάνει υπομονή, αν και δε φημίζεται για την υπομονή της, η υπομονή είναι αρετή και πρέπει να την αποκτήσει. Μπορεί η υπομονή να μην είναι το ατού της, όμως η επιμονή είναι σίγουρα.

«Το ένα τ’ άλογο να είναι άσπρο, όπως τα όνειρα που έκανα παιδί…» αυτό ακούει από τα ακουστικά, όταν την πλησιάζει ένας φύλακας, τα βγάζει για να τον καθησυχάσει. Έχασε το λεωφορείο και τώρα περιμένει το σύντροφό της να έρθει να τη πάρει. Μακάρι να ήταν έτσι η πραγματικότητα, είναι όμως δυστυχώς διαφορετική. Θα τη φτιάξει όμως και αυτήν, όπως υποσχέθηκε κάποτε στη γιαγιά της, τον κρατάει τον λόγο της. Απομακρύνεται ήρεμος, έχει σχολάσει και βιάζεται κι αυτός να γυρίσει στο σπίτι του. Να γυρίσει εννοείται, αυτόν περίμενε άλλωστε τόση ώρα, να απομακρυνθεί, δεν θέλει να κάνει κακό σε κανέναν, σε κανέναν που δε φταίει δηλαδή. Τώρα όμως πρέπει να περιμένει λίγο ακόμα, για σιγουριά. Σκέφτεται και κυρίως θυμάται, δε θέλει να θυμάται όμως πρέπει, για να γραφτεί και αυτή η τελευταία πράξη.

Δεκαπέντε μήνες πριν έψαχνε απεγνωσμένα για δουλειά, η σύμβασή της είχε ολοκληρωθεί και το ταμείο ανεργίας θα έληγε στο τέλος του μήνα. Έστελνε παντού βιογραφικά, εξάλλου είχε αρκετά χρόνια προϋπηρεσίας στο βιογραφικό της, κυρίως στην εστίαση και όχι στο επάγγελμα που είχε σπουδάσει, δυστυχώς. Ήταν όμως επιτακτική ανάγκη να εργαστεί, θα συμβιβαζόταν. Είχε βάλει μόνο έναν όρο στον εαυτό της, ανεξαρτήτως απολαβών και είδους εργασίας να μη βρεθεί σε τοξικό περιβάλλον. Το είχε ξαναζήσει και είχε χορτάσει, για αυτό άλλωστε απέφευγε την εστίαση πλέον.

Όταν την κάλεσαν για συνέντευξη από γνωστό κατάστημα παιχνιδιών, ενθουσιάστηκε! Παιχνίδια πουλούσαν, θα ήταν όμορφο περιβάλλον και σίγουρα ευχάριστο, πλησίαζαν και τα Χριστούγεννα. Τη μέρα που πήγε για τη συνέντευξη, είχε άγχος, την ήθελε και τη χρειαζόταν τη θέση, γι’ αυτό δε πρόσεξε η ηλίθια! Ηλίθια, αυτό ήταν! Τόσα χρόνια στο “κουρμπέτι”, έπρεπε να είχε αντιληφθεί κατευθείαν τα σημάδια. Δεν πειράζει όμως, όλοι κάνουν λάθη και δεν αποτελούσε εξαίρεση, τώρα θα τα διόρθωνε όμως, απόψε.
Την υποδέχτηκαν με ευγένεια εκείνη τη μέρα, πρώτη και τελευταία φορά όπως αποδείχτηκε. Ο διευθυντής, ένας ευτραφής τύπος που της πήρε συνέντευξη, φάνηκε ικανοποιημένος από το πλούσιο βιογραφικό της και τις απαντήσεις που του έδινε. Ήταν σχεδόν σίγουρος ότι θα τη δέχονταν στη δουλειά, θα επικοινωνούσαν μαζί της. Έφυγε χαρούμενη και πάλι η ηλίθια δε σταμάτησε έστω για λίγο να παρατηρήσει την όλη ατμόσφαιρα που επικρατούσε. Δε πειράζει όμως, θα τη ζούσε μετά στο έπακρον. Ίσως έτσι να είμαστε όλοι οι άνθρωποι, βλέπουμε μόνο όσα θέλουμε να δούμε ή να πιστέψουμε, μέχρι να έρθει η πραγματικότητα να μας ανοίξει βίαια τα μάτια. Πράγματι μετά από λίγες ώρες την κάλεσαν από το λογιστήριο της εταιρείας, θα ξεκινούσε άμεσα. Ούτε αυτό την έκανε να υποψιαστεί, την ηλίθια! Σκέφτηκε ότι έρχονταν οι γιορτές και ήθελαν άμεσα έξτρα προσωπικό, της το είπε ο άνθρωπος εξάλλου, χρειαζόταν ταμεία. Και άλλα της είπε, που θα τα θυμόταν αργότερα με κάθε λεπτομέρεια. Μα πόσο χαζή ήταν που περνιόταν και για έξυπνη…

Την πρώτη μέρα στη δουλειά άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, βασικά μάλλον τίποτα δεν πήγαινε καλά εκεί μέσα. Έφτασε μισή ώρα νωρίτερα για να υπογράψει τη σύμβαση εργασίας και να παραλάβει τη στολή της. Όσο περίμενε να τη δεχτεί ο διευθυντής, παρατηρούσε τον χώρο και το προσωπικό. Επιτέλους της έκοψε να κάνει και κάτι σωστό. Έμοιαζαν όλοι αγαλματάκια ακούνητα, όπως στο παιχνίδι, κυριολεκτικά μιλούσαν μόνο για τα απαραίτητα, τόσο μεταξύ τους, όσο και με τους πελάτες. Μετά την υπογραφή της πρόσληψης και αφού φόρεσε τη στολή της, θα της έκανε ξενάγηση μια υπάλληλος στο κατάστημα. Παγερή ήταν όπως και όλοι οι υπόλοιποι, παγεροί και φοβισμένοι, τυπικά ευγενικοί όμως. Της έλεγαν το όνομά τους και τη καλωσόριζαν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο όλοι, ψυχρά και εθιμοτυπικά. Στη συνέχεια πήγε στα ταμεία, η υπεύθυνη της έδωσε ένα φυλλάδιο να το μελετήσει στο σπίτι, για να γνωρίζει πώς ακριβώς θα κάνει άνοιγμα και κλείσιμο ταμείου, θα της έδειχνε και κάποια συνάδελφος αργότερα. Η συνάδελφος αποδείχτηκε το ίδιο ψυχρή, δεν της έλεγε ούτε κουβέντα εκτός από τα βασικά και μετά από λίγο της είπε πως έχει δουλειά και δεν μπορεί να ασχοληθεί άλλο μαζί της. Πήγε στα κορίτσια που δούλευαν στο αμπαλάζ, τύλιγμα δώρων, τέλειο, εδώ σίγουρα θα ήταν πιο ευχάριστο το κλίμα! Δεν ήταν, όχι τελικά. Όταν ζήτησε να μάθει αν ήθελαν κάποια βοήθεια, την κοίταξαν με απορία, ήξερε από αμπαλάζ, το είχε μάθει πριν χρόνια στη πρώτη δουλειά της, εξήγησε. Πέρασε όλη την υπόλοιπη βάρδιά της τυλίγοντας δώρα, δεν την ενοχλούσε, οι πελάτες ήταν πολύ πιο ευγενικοί και ομιλητικοί από τους συναδέλφους της. Προς το τέλος της βάρδιας είδε πως η υπεύθυνη πλησίασε τον πάγκο τους και μιλούσε στα άλλα κορίτσια. Πήγε και αυτή μήπως έσπαγε ο πάγος επιτέλους, όμως όλοι απομακρύνθηκαν κατευθείαν και έμεινε μόνη της. Μα τι τους είχε κάνει επιτέλους; Δεν την ήξεραν καν! Στο κλείσιμο, μόλις δόθηκε το σύνθημα, σκόρπισαν όλοι σαν κυνηγημένοι, αφού φυσικά πρώτα υπέγραψαν στην έξοδο και άνοιξαν τις τσάντες τους να σιγουρευτεί ο υπεύθυνος ότι δεν είχαν κλέψει κάτι. Αυτό δεν ήταν παιχνιδάδικο, κολαστήριο ήταν, σκεφτόταν όσο περίμενε στη στάση το λεωφορείο της εκείνο το βράδυ. Γυρνώντας στο σπίτι, το αποφάσισε, θα έμενε τρεις μέρες και θα έφευγε από εκεί μέσα, θα έβρισκε άλλη δουλειά. Χρειαζόταν αυτά τα χρήματα για να πληρώσει το δώρο που είχε παραγγείλει στο σύντροφό της για τις γιορτές. Αν ήξερε τότε πόσο ακριβά θα το πλήρωνε αυτό το δώρο, θα το ξανασκεφτόταν σίγουρα. Όταν όμως οι άνθρωποι κάνουν σχέδια ο Θεός γελάει, σωστά;

Την επόμενη μέρα, μετά την αρχική ψυχρολουσία, πήγε προετοιμασμένη στη δουλειά της. Δεν την ένοιαζε ούτε η ψυχρότητα, ούτε η αδιαφορία τους, ούτε το γεγονός ότι θα ήταν αναγκασμένη στο τέλος της βάρδιας να επιδείξει το περιεχόμενο της τσάντας της, λες και ήταν κανένα κλεφτρόνι και όχι εργαζόμενη. Δυο μέρες ακόμα, αυτό και μόνο. Τότε ήταν που την είδε και αυτό άλλαξε πολλά. Ήταν μια νεαρή κοπέλα, είχε έρθει με μια μέρα διαφορά από την ίδια και τώρα μια συνάδελφος της έδειχνε το ταμείο. Καημένο κορίτσι, σκέφτηκε και πήγε να τυλίξει δώρα, αφού κανένας δεν ήταν διαθέσιμος να την επιβλέψει στο ταμείο όπως προβλεπόταν. Τι κι αν είχε μάθει όλες τις σημειώσεις απ’ έξω και ανακατωτά από το προηγούμενο βράδυ όπως έπρεπε. Δεν πειράζει, θα είχε την ησυχία της τουλάχιστον. Την επόμενη μέρα, την υποτιθέμενη τελευταία στη δουλειά, την πλησίασε η νέα συνάδελφος. Ρώτησε μήπως ήθελε να γνωριστούν, μιας και ήταν και οι δυο καινούριες στο κατάστημα. Δεν της πήγε καρδιά να της το χαλάσει και να της πει ότι από αύριο σκόπευε να γίνει η πρώην καινούρια συνάδελφός της. Να γυρνούσαν και μαζί στο σπίτι, της πρότεινε η κοπέλα αφού έμεναν κοντά και είχε έρθει με το αυτοκίνητο του φίλου της, τι να έκανε, δέχτηκε. Στη διαδρομή για το σπίτι, έμαθε πως η κοπέλα δεν ήταν από τη πόλη τους, έψαχνε για δουλειά για να συγκατοικήσει με τον φίλο της και να μοιράζονται τα έξοδα, έτσι ήρθε στο παιχνιδάδικο. Ήταν ανήσυχη όμως, η ατμόσφαιρα της πρώτης μέρας της φάνηκε βαριά, δεν της μιλούσαν, ούτε της εξηγούσαν τίποτα. Αγχωνόταν και με το αμπαλάζ, δεν ήξερε πώς να τυλίξει σωστά τα δώρα, κανείς δεν μπήκε στο κόπο να της δείξει και οι πελάτες δυσανασχετούσαν. Είχε την ηλικία της μικρής της αδελφής η κοπέλα και φαινόταν απροστάτευτη και αγχωμένη. Έτσι πήρε την απόφαση, θα έμενε, θα έμενε μέχρι να βρει η μικρή τα πατήματά της στη δουλειά. Τώρα, κουνώντας ρυθμικά τα πόδια της στον ρυθμό του “It’s a sin”, αντιλαμβάνεται πόσο ηλίθια ήταν, κανέναν δεν βοήθησε.

Οι γιορτές ήρθαν και έτρεχαν με ξέφρενους ρυθμούς όλοι στο κατάστημα. Την πρώτη εβδομάδα είχε λιώσει στο αμπαλάζ, κυριολεκτικά όμως, τα δάχτυλά της είχαν γεμίσει πληγές. Τότε ήταν που δέχτηκε την πρώτη επίπληξη από τον διευθυντή. “Πότε θα μπεις ταμείο επιτέλους; Πρέπει να βιαστείς να μάθεις επιτέλους για να είσαι ταμείο!”. Έμεινε στήλη άλατος, δεν ήξερε τι να απαντήσει. Αφού έκανε στην ουσία ό,τι της ανέθεταν, το ταμείο το ήξερε, όμως ακολουθούσε τους κανόνες και είχαν αρκετούς εκεί μέσα. Έτσι από την επομένη μέρα ανέλαβε το πόστο του ταμεία, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν. Την καινούρια της φίλη την έβλεπε μόνο όταν προσέρχονταν μαζί στη δουλειά και στο σχόλασμα, ευτυχώς ήταν πάντα στην ίδια βάρδια και μπορούσαν να μοιραστούν τις σκέψεις τους στη διαδρομή. Το πρόγραμμα δεν τις είχε ποτέ στο ίδιο πόστο, ούτε καν διάλειμμα έκαναν την ίδια ώρα, είχαν στείλει τη μικρή μέσα στην εξυπηρέτηση, οπότε ούτε οπτική επαφή είχαν, οι υπεύθυνοι είχαν αντιληφθεί πως έκαναν παρέα.

Το θέμα δεν ήταν η δουλειά κι ας είχαν και με το παραπάνω, μέρες που ήταν. Την άφηναν όλο το οχτάωρο στο ταμείο, ενώ οι υπόλοιποι άλλαζαν πόστα για να ξεκουραστούν, ήταν καλή στους υπολογισμούς, της είπαν. Ήταν ναι, πράγματι και είχε έρθει η ώρα που θα τους έδειχνε και το πόσο τώρα. Πολλές σκέψεις, πολλές και πλησιάζει η ώρα. Αρρώστησε, ναι, τη μέρα εκείνη μετά τη Πρωτοχρονιά που οι συνάδελφοί της της φόρτωσαν όλες τις χαμαλοδουλειές. Με τη θέρμανση κλειστή, αφού δεν υπήρχαν πελάτες, να καθαρίζει και να τρίβει τον πάγκο που τύλιγαν τα δώρα. Ήταν η καινούρια, αυτή έπρεπε να τα κάνει, να μάθει κιόλας. Τρέχει όμως η ώρα και έχει ξεχάσει να αναφέρει το κορίτσι. Όταν αρρώστησε, εκείνη είχε ρεπό, οχτώ μέρες αναρρωτική χρειάστηκε να πάρει, το κρυολόγημα της έκανε επιπλοκή σε ωτίτιδα. Τρεις φορές στα επείγοντα χρειάστηκε να πάει, γιατί στη δουλειά θα δέχονταν βεβαίωση γιατρού μόνο από δημόσιο νοσοκομείο. Προφανώς εκτός από επίδοξο κλεφτρόνι, την θεωρούσαν και εν δυνάμει ψεύτρα που προσποιούνταν την άρρωστη. Κάθε μέρα αντάλλασσαν μηνύματα, η μικρή της εξιστορούσε πόσο χειρότερη είχε γίνει η κατάσταση τώρα που πέρασαν οι γιορτές και είχε πέσει η δουλειά. Ήξερε πόσο άσχημα περνούσε η φίλη της, τα είχαν συζητήσει άπειρες φορές πριν και μετά τη δουλειά. Της είχε εκμυστηρευτεί η μικρή ότι κάθε μέρα πριν έρθει να την πάρει με το αυτοκίνητο για να πάνε στο μαγαζί, από το άγχος της έκανε εμετό η καημένη. Η αλήθεια είναι ότι η ίδια βρισκόταν στη πραγματικότητα σε καλύτερη μοίρα από τη φίλη της, ήταν έμπειρη ταμείας και την είχαν ανάγκη. Τα γλυκούλια της την εκτιμούσαν κατά βάθος, σήμερα θα τους το ξεπλήρωνε στο έπακρον και με τόκο.

Τις μέρες που έμεινε σε αναρρωτική στο σπίτι, συνέχεια σκεφτόταν τη δουλειά και τους συναδέλφους της, με τρόμο. Ο σύντροφός της της ζητούσε να παραιτηθεί, όμως αυτός δεν καταλάβαινε. Δεν μπορούσε να το βάλει κάτω, κάποια την είχε ανάγκη και την περίμενε να γυρίσει. Όταν επέστρεψε, αντίκρυσε αυτό που φανταζόταν, το προσωπικό λούφαζε όπου έβρισκε για να μη βρει τον μπελά του από κανέναν υπεύθυνο τώρα που είχε μειωθεί ο φόρτος εργασίας. Δεν ήταν όλοι βλαμμένοι, το ήξερε, απλά δεν είχαν το θάρρος να μιλήσουν από φόβο να μην απολυθούν. «Τα μάτια χαμηλά, στόματα κλειστά και χέρια να δουλεύουν» αυτό επακριβώς της είχε πει ο διευθυντής όταν είχε πάει να υπογράψει, όμως η ηλίθια δεν έδωσε σημασία. Έμαθε ότι είχε βγει και το πρόγραμμα για τις άδειές τους, χωρίς να τους ρωτήσουν φυσικά, η μικρή θα είχε την ερχόμενη εβδομάδα και η ίδια από τους τελευταίους. Θυμόταν και άλλα, δεν ήθελε, όμως έπρεπε, για να μπορεί να απολαύσει τη στιγμή. Όπως τη δεύτερη μέρα του χρόνου, ναι, εκείνη που οι συνάδελφοί της θεώρησαν σωστό να την βασανίσουν. Όταν προσήλθε στη δουλειά, υπέγραψε όπως πάντα έξω από το γραφείο και πήγε να φορέσει τη στολή της. Όταν επέστρεψε και μπήκε στο γραφείο που ήταν μαζεμένοι όλοι οι υπεύθυνοι, ο διευθυντής την ξεφτίλισε κανονικότατα. «Έπρεπε πρώτα να χαιρετάει και μετά να υπογράφει!». Μα… μα αφού της είχαν πει να είναι εννιά παρά δέκα εκεί, δεν έπρεπε να αργεί και ήταν στην ώρα της. Καλή χρονιά σκόπευε να τους ευχηθεί, γιατί την άκουγε κι από πάνω; Αυτά τα σκέφτηκε από μέσα της φυσικά, δεν είχε κανένα νόημα να διαφωνήσει και προφανώς δεν υπήρχε λόγος να δικαιολογηθεί.

Την εβδομάδα που πήρε άδεια η μικρή, ένιωσε μόνη, ακόμα πιο μόνη ένιωσε όταν της είπε πως αποφάσισε να παραιτηθεί, καταλάβαινε όμως, ήξερε τον λόγο. Αποφάσισε πως πλέον μπορούσε και αυτή να φύγει, θα έπαιρνε την άδεια που της αναλογούσε και θα ξεκουμπιζόταν από εκεί μέσα. Οι υπόλοιπες μέρες κυλούσαν βασανιστικά, ευτυχώς εκτός από τα μονίμως επικριτικά βλέματα των υπευθύνων και των παλαιότερων υπαλλήλων, υπήρχαν και μερικά ακόμα διαφορετικά. Τα περισσότερα βέβαια ήταν γεμάτα θλίψη και φόβο, όμως κατάφερναν να ανταλλάσσουν μερικές κουβέντες. Μα τι ήταν πια αυτό, παιχνιδάδικο ή στρατόπεδο συγκέντρωσης; Και αυτοί ήταν οι κρατούμενοι; Ανάγκη από δουλειά είχαν, δεν έβλαπταν κανέναν, γιατί τέτοια αντιμετώπιση; Δεν έπρεπε να πουλάνε παιχνίδια αυτοί οι άνθρωποι! Από σήμερα αυτό θα άλλαζε όμως. Ευτυχώς μέσα στο σκοτάδι είχε εντοπίσει μια ηλιαχτίδα, έτσι την ονόμασε, μια κοπέλα κοντά στην ηλικία της, πάντα χαμογελαστή και πρόσχαρη. Όταν δεν τους έβλεπαν, αντάλλαζαν αστεία και απόψεις και διακωμωδούσαν την όλη φάση, μήπως και περάσει κάπως ευχάριστα η βάρδια.

Τη μέρα που επέστρεψε από τη άδειά της, προσπάθησε να εντοπίσει την ηλιαχτίδα. Απολύθηκε της είπαν, με συνοπτικές διαδικασίες, δεν άρεσε σε μια υπεύθυνη και απλά της είπαν να μη ξανάρθει στη δουλειά. Το βράδυ επικοινώνησε με τη κοπέλα να δει πώς ήταν. Πώς να ήταν; Χάλια ήταν προφανώς, αδικημένη ένιωθε και με το δίκιο της, έκανε την καλύτερη δουλειά απ’ όλους.

Αδικία, δεν άντεχε την αδικία! Γι’ αυτό ήταν εξάλλου σήμερα εδώ βραδιάτικα. Την επόμενη μέρα δεν ήθελε να πάει στη δουλειά, ένιωθε να πνίγεται, δεν ήθελε όμως να χάσει κανένας το ρεπό του εξαιτίας της. Θα έφευγε στο τέλος της εβδομάδος που θα ολοκληρωνόταν το πρόγραμμα, θα τους το ανακοίνωνε σήμερα κιόλας.

Οι ζαλάδες ξεκίνησαν από την ώρα που μπήκε στο κατάστημα, θα τα κατάφερνε όμως, ήταν σίγουρη, η ηλίθια! Τα κατάφερνε όντως, μέχρι το σημείο που το ταμείο και οι πελάτες άρχισαν να γυρνάνε κυριολεκτικά γύρω της. Ενημέρωσε την υπεύθυνη πως δεν μπορούσε να συνεχίσει, είχαν δουλειά εκείνη τη μέρα, το ήξερε, όμως καλύτερα να έκλεινε ταμείο γιατί είχε ίλιγγο. «Πιες λίγο νερό να συνέλθεις» ήταν η απάντηση, νερό που προφανώς δε σκέφτηκε κανένας να της φέρει. Παρά την όλη θολούρα της στιγμής, τώρα τα θυμάται όλα πολύ καθαρά, πρέπει να τα θυμάται, ειδικά τώρα. Όλος ο κόσμος γυρνούσε γύρω της, πήγε να καθίσει στο γραφείο, ζητούσε να κλείσει το ταμείο όπως ήταν υποχρεωμένη και να φύγει. Εμφανίστηκε ο διευθυντής και της πρότεινε να πάει στην αποθήκη να συνέλθει για να συνεχίσει μετά τη δουλειά. Όχι, αυτή τη φορά είπε όχι, θα έκλεινε ταμείο και θα έφευγε. «Εντάξει, αν δε μπορείς να δουλέψεις, τι να σε κάνω;» αυτό της είπε. Έπρεπε να μετρήσει το ταμείο για να αποχωρήσει κι ας γυρνούσαν τα πάντα γύρω της. Τον πενταπλάσιο χρόνο της πήρε από τον συνηθισμένο. Κανένας δεν προσφέρθηκε να την βοηθήσει, οι συνάδελφοί της, όλοι πιστοί στο καθήκον τους, αγαλματάκια ακούνητα, στρατιωτάκια υπάκουα. Έπρεπε να διασχίσει όλο το κατάστημα για να κατέβει στην αποθήκη για να πάρει τα πράγματά της, κανένας δε τη συνόδευσε, κανένας δεν ενδιαφέρθηκε. Ευτυχώς ο σύντροφός της είχε ρεπό εκείνη τη μέρα, πήρε τηλέφωνο να έρθει να την πάρει, θα του έπαιρνε κανένα μισάωρο να φτάσει. Βασανιστικά περνούσαν τα λεπτά για ακόμα μια φορά, όμως θα τα κατάφερνε, να βγει από εκεί μέσα και να αναπνεύσει επιτέλους καθαρό αέρα. Κανένας δεν ενδιαφέρθηκε για το πώς θα γυρνούσε στο σπίτι, ούτε αυτήν προφανώς την ένοιαζε να υπογράψει και να δείξει το περιεχόμενο της τσάντας της. Δεν είχε να κλέψει κάτι, αυτοί ήταν που της είχαν κλέψει το χαμόγελό της και τη ψυχική της υγεία. Τώρα όμως επιτέλους θα χαμογελούσε, άκουγε τραγούδια της “Thalia” στα ακουστικά και ένιωθε αισιόδοξη. Παραιτήθηκε την επόμενη μέρα, το πιο τραγικό αστείο ήταν πως όταν πήγε να υπογράψει τη παραίτησή της, ο διευθυντής της είπε ότι η πόρτα τους θα ήταν πάντα ανοιχτή για εκείνη, ήταν καλή στους υπολογισμούς.

Οι επόμενοι μήνες ήταν δύσκολοι, κρίση άγχους της είπε η νευρολόγος, δεν της είπε όμως πως θα ακολουθούσε η κατάθλιψη και οι κρίσεις πανικού. Δεν μπορούσε να ψάξει για δουλειά, τα έβλεπε όλα ύποπτα, φοβόταν μη ξαναπάθει το ίδιο, φοβόταν ακόμα και να βγει μόνη της από το σπίτι. Μέχρι εκείνη τη μέρα, τη μέρα που άκουσε στις ειδήσεις για την αυτοκτονία μιας νέας κοπέλας. Οι γονείς της άτυχης κοπέλας δήλωσαν πως τους τελευταίους μήνες είχε αλλάξει δραματικά, ήταν ανήσυχη και καταθλιπτική. Από ένα χαρούμενο κορίτσι είχε μεταμορφωθεί σε σκιά του εαυτού της, εργαζόταν στο γνωστό παιχνιδάδικο. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια της και όταν τα άνοιξε έδωσε ακόμα μια υπόσχεση, θα την έκλεινε και αυτή την ιστορία μια και καλή. Έπρεπε να γίνει για λίγο ο παλιός κακός της εαυτός. Ο σύντροφός της δε θα καταλάβαινε, γι’ αυτόν άλλωστε είχε γίνει η γλυκιά κοπέλα που γνώριζε, οπότε δε θα μπορούσε να τη βοηθήσει. Δε πειράζει όμως, σήκωσε τις άκρες της από τα παλιά λημέρια, της χρωστούσαν από παλιά και βρήκε τα απαραίτητα. Πριν λίγες ώρες επισκέφτηκε το παιχνιδάδικο, ήθελε να πάρει ένα δώρο, είπε στους πρώην συναδέλφους της. Δεν ήθελε να πάρει κάτι προφανώς, αρκετά πήρε, της έφταναν και με το παραπάνω. Αυτή τη φορά είχε να αφήσει τα δικά της δωράκια, σε συγκεκριμένα σημεία, τακτοποιημένα όπως έπρεπε, τους ήξερε τους κανονισμούς. Είχε όμως έρθει η ώρα…

Απανωτές εκρήξεις συντάραξαν το εμπορικό, το παιχνιδάδικο δεν υπήρχε πια. Λούτρινα φλεγόμενα αρκουδάκια πετούσαν στον νυχτερινό ουρανό, επιτέλους ελεύθερα. Ήλπιζε να έφταναν σε εκείνη την βασανισμένη ψυχή. Ήταν ο δικός της φόρος τιμής, το δικό της δώρο, πλησίαζε και το Πάσχα. Μετά από δεκαπέντε μήνες επιτέλους άφησε τον εαυτό της να χαμογελάσει, είχε λίγα λεπτά ακόμα να απολαύσει το θέαμα μέχρι να περάσει το νυχτερινό. Τα είχε υπολογίσει σωστά, ήταν καλή στους υπολογισμούς πράγματι.

kolokufoula

One response to “Το παιχνιδάδικο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading